Βόρεια Ήπειρος - Λίγη ακόμα Ελλάδα
5.0/5 κατάταξη (9 ψήφοι)
Κείμενο: Αλεξία Τούλιου - Φωτογραφίες: Νίκος Υφαντής, Αλεξία Τούλιου

Μοιρολογά ο ουρανός, το πρώτο μου κρύο πρωινό, πάνω απ’ τους νεκρούς στο χωριό Βουλιαράτες.

Οι ταφόπλακες, πιο λευκές κι απ’ την αλήθεια, ματώνονται από ένα γαρίφαλο. Οι ραγισμένες αρτηρίες των μαρμάρων γεμίζουν βρόχινο νερό και μέσα από το χνότο μου σαν να πάλλονται, ζωντανεύουν ξανά και ξανά το ένδοξο παρελθόν. Κοιτάζω πάντα χαμηλά μέχρι πόδια και φύλλα να μπερδευτούν για τα καλά. Τότε ο κόσμος θα είναι αρκετός, για να ξεκινήσει το μνημόσυνο στο ραντεβού που έχει οριστεί με την ιστορία και η μοίρα μ’ έφερε να συμμετέχω την 28η Οκτωβρίου του 2017.

Βουλιαράτες

Μόλις 10 λεπτά από τα σύνορα, στο χωριουδάκι Βουλιαράτες βρίσκεται το μοναδικό ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο στη Βόρεια Ήπειρο με αναγνωρισμένους πεσόντες του 1940-1941: 57 στρατιώτες, ένας αξιω-ματικός και ο φύλακας-προστάτης τους κοιμούνται στο προαύλιο της Αγίας Σκέπης, που σήμερα δαφνοστολίστηκε για να υποδεχτεί φίλους και συγγενείς των ηρώων. Η γιορτή πραγματοποιείται κάθε δύο χρόνια και πόσο μοναδικά νιώθω όταν περπατώ ακριβώς κάτω από το ύψωμα του Αγίου Αθανασίου. Σε αυτόν τον λόφο, που βλέπει όλη την κοιλάδα της Δρόπολης, την 1η Δεκεμβρίου 1940 μια φονική μάχη κόστισε τη ζωή 15 Ελλήνων. Οι τραυματίες ήταν σαφώς περισσότεροι και χρειάζονταν περίθαλψη. Έτσι οι χωρικοί αποφάσισαν να δώσουν τα σπίτια τους για να δημιουργήσουν το Σ1 πεδινό χειρουργείο με δυναμική 300 κλινών, που εξυπηρετούσε Έλληνες από διάφορα σημεία του μετώπου. Όσοι παρά τη φροντίδα δεν τα κατάφεραν αναπαύτηκαν αιώνια στο χώμα των Βουλιαράτων. Ο ονομαστικός κατάλογος που φυλάχτηκε συνέβαλε στην προσωπική μνημόνευση της ανδρείας του καθενός.

Οδεύω προς τον Άγιο Αθανάσιο. Πιο χαμηλά αυτή η εκκλησιά σε καθηλώνει με το εσωτερικό της. Τα κορίτσια με τις παραδοσιακές στολές στριμώχνονται στη μικρή πορτούλα της, καθώς βιάζονται να μεταβούν στο πνευματικό κέντρο για την τελική πρόβα. Σε κλίμα βαθιάς κατάνυξης θα ψάλουν το «Τη Υπερμάχω», όχι με λέξεις, μα με ψυχή. Η συγκίνηση απλώνεται σαν κύμα. Απέναντι, μια τεράστια ελληνική σημαία με το σύνθημα «Βόρεια Ήπειρος - γη ελληνική», ανεβαίνει ψηλά, κόντρα στις επιταγές της κυβέρνησης. Αψηφώντας τον βοριά, δυο παλικάρια ρισκάρουν να τη στερεώσουν. Υψηλό το φρόνημα γι’ αυτούς. Γαλανόλευκο φόντο για τις σέλφι των εκδρομέων. Τρεις μαυροφορεμένες γιαγιάδες, με πρόσωπα σκαμμένα πίσω από τις λευκές μαντίλες τους, περιεργάζονται τους μοντέρνους επισκέπτες. Οι ντόπιοι γεμίζουν τον παλιό καφενέ. Πλησιάζω. Το σκηνικό σκοτεινό, σχεδόν μυστηριακό, κάτω από μια τρεμάμενη λάμπα φθορίου ίσα που διακρίνονται φυσιογνωμικά. Η φτώχεια ανόθευτη καμαρώνει την αυθεντικότητά της. Ήδη νιώθω πιο αγνή όταν το ποτάμι της παρέλασης με αδειάζει στο κοιμητήριο. Η ώρα για την κατάθεση στεφανιών από τους επισήμους δεν μου ταιριάζει. Γυρίζοντας προς τα πίσω θα τρακάρω μ’ έναν Κολοκοτρώνη. Θαμπωμένη από τη λαμπρή του περικεφαλαία θα ψάξω λίγη ακόμη λάμψη, μια ελπίδα στα παιδικά μάτια, εκεί που διακρίνεται η λαχτάρα να κρατήσουν λίγο τη σημαία. Μιλούν αλβανικά, μα λένε η καρδιά τους είναι βαθιά ελληνική και είναι αυτή η γενιά που κουβαλάει τη μεγαλύτερη ευθύνη ώστε να μη χαθεί το ελληνικό στοιχείο.

Δεν θα μείνουμε για το γλέντι, αφού ο προορισμός μας είναι η παλιά πόλη του Αργυροκάστρου, η οποία μάλιστα έχει ενταχθεί στα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Παρόλο που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα μακριά, ο αυστηρός έλεγχος της τροχαίας επιβάλλει χαμηλή ταχύτητα και έτσι έχω την ευκαιρία να αφομοιώσω τη διαδρομή. Εικόνες όπως η χοντρή γκριζωπή κάπα του βοσκού, η ζωγραφιά της διαφήμισης με το γράμμα που ανοίγει ο φαντάρος στον πόλεμο, τα πυροβολεία (Bunker), η πέτρινη γέφυρα, έξω από τους Λαζαράτες, στολισμένη με ιτιές κι ένα φύλλωμα από κρυστάλλινους πολυελαίους να την ανάβει τις νυχτιές, το στερεωμένο αρκούδι στον σκελετό μιας οικοδομής ως φόβητρο για το κακό, τα δίδυμα νεκροταφεία πνιγμένα στο πλαστικό λουλούδι, που φιλοξενούν όλες τις θρησκείες κι έχουν την ιδιαιτερότητα να θάβουν τις ψυχές παραταγμένες ηλικιακά, είναι το πρώτο μου υλικό στα νότια της χώρας.

Αργυρόκαστρο, παλιά πόλη

Το Αργυρόκαστρο, ημιπολύτιμος λίθος, ασημίζει στο ταπεινό φως των σπιτιών. Με το αυτοκίνητο φθάνουμε στο ξενοδοχείο Καλέμι. Σίγουρα όχι τυχαία ονομασία, αφού τα πάντα εδώ… πετρώνουν. Χώρος ζεστός και άνετος. Η διακόσμηση με τις ξυλόγλυπτες λεπτομέρειες και τα κεντητά με τα αζούρ θυμίζει γιαννιώτικη αισθητική. Μετά από λίγη ξεκούραση και χωρίς να χάνουμε χρόνο, αφού τα μαγαζιά δεν λειτουργούν ως αργά, καταλήγουμε στον οντά του εστιατορίου Ontaja. Καθισμένη χαμηλά βλέπω τη ρακή να πηγαινοέρχεται, τις σαλάτες να στολίζονται με ρουμπινένια ρόδια, τα πεντάγευστα τυριά να λιώνουν στο στόμα και την παρέα όλο και να διασκεδάζει υπό τους ήχους της ηπειρώτικης μουσικής.

Το πρωινό όλα ξεκαθαρίζουν, ή μήπως όχι; Πόσο ταιριάζει η ομίχλη στο τοπίο! Αξημέρωτα ανηφορίζουμε στα σοκάκια. Οι πέτρες υγρές ιδρώνουν από τη βιασύνη τους να μας εξιστορήσουν γεγονότα και θρύλους. Κοιτώντας ψηλά, τα βαριά αρχοντικά αιωρούνται πάνω στο ομιχλώδες νέφος, σαν να ακροβατούν χορευτικά στην κρουστή μελωδία της σταγόνας που χτυπά την πέτρινη σκεπή. Ένα κίτρινο αδιάβροχο σχίζει την καταχνιά κι έρχεται καταπάνω μας. Ο σκουπιδιάρης θέλει να κάνει τη δουλειά του πριν ξυπνήσει η αγορά, κι εγώ θέλω τόσο πολύ να εξερευνήσω αυτό το ανατριχιαστικά απόκοσμο μέρος.

Χαιρετώντας το τελευταίο τζαμί που απέμεινε και ορθώνεται από το 1757, κατευθύνομαι προς το σπίτι του διάσημου Αλβανού ποιητή Ισμαήλ Κανταρέ. Τώρα καλημερίζει το Παρίσι, στα 13 του χρόνια, όμως, όπως μας ενημερώνει ο ξεναγός, κρεμώντας τα ποδαράκια του από το παράθυρο εμπνεύστηκε το πρώτο του ποίημα. Οι οντάδες του σπιτιού με τα κόκκινα χαλιά, τα λευκά τζάκια, τα χαμηλά παράθυρα για καλύτερη θέα, με τα κεντημένα κουρτινάκια και το σεντούκι της γιαγιάς αποτελούν το τυπικό δείγμα του εσωτερικού των αρχοντικών. Η οικία Skendulis House είναι παρόμοια και επισκέψιμη για το κοινό. Το σπίτι του αδίστακτου κομμουνιστή Ενβέρ Χότζα βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κάτω. Αναστηλωμένο πια, λειτουργεί ως λαογραφικό μουσείο.

Η τοπική αρχιτεκτονική είναι ελληνική με οθωμανικά στοιχεία. Παρουσιάζει όμως και κάποια παράδοξα χαρακτηριστικά, που οφείλονται κυρίως στη μεγάλη κλίση του εδάφους. Έτσι οι πόρτες δεν βλέπουν στον δρόμο, ενώ η στέγη του ενός κτιρίου πλαγιάζει στην αυλή του άλλου, εκεί στη μικρή αυλή που, σαν περάσεις, όλο και κάποιο κεφαλάκι ροδομάγουλης νοικοκυράς θα πιάσεις να σε περιεργάζεται. Κι ανηφορίζεις μέχρι το τέρμα φτάνοντας στο φρούριο με τους πέντε πύργους, το δεύτερο μεγαλύτερο των Βαλκανίων.

Το κάστρο

Τα πολυβόλα σηκώνουν το ημίφως λίγο πιο ψηλά στον μακρύ διάδρομο που οδηγεί στο μουσείο. Ένα μικρό αντίτιμο εισόδου και το άγαλμα της μυθικής πριγκίπισσας Αργυρώς, που βαφτίζει το κάστρο, συμπυκνώνει όλη τη δύναμη της γυναικείας γενναιότητας. Ο μύθος τη θέλει ανυπότακτη να αυτοκτονεί αγκαλιά με τον γιο της πηδώντας απ’ τα τείχη, σαν μπήκαν οι Οθωμανοί κατακτητές. Αμέτρητα τουφέκια καλύπτουν μια άλλη αίθουσα, ενώ στη βόρεια πτέρυγα υπάρχουν ακόμη οι φυλακές των πολιτικών κρατουμένων. Μέσα στο κελί, η αύρα πνιγερή κι εγώ τολμώ να αποπειραθώ να νιώσω κάποια εναπομείνασα ψυχική ενέργεια. Οι λαβύρινθοι κάνουν το κάστρο ακόμη πιο ατμοσφαιρικό. Στο προαύλιο υπάρχει ένα μεγάλο πλάτωμα, στο οποίο διοργανώνεται ανά πενταετία το εθνικό φεστιβάλ παραδοσιακής μουσικής. Πιο πέρα στον πύργο του ρολογιού έχει παγώσει η ώρα του βομβαρδισμού κατά τον

Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: 11.45.

Πλησιάζω στην άκρη και αντικρίζω από ψηλά το σκίτσο μιας μολυβένιας πολιτείας με τα αμέτρητα παράθυρα να κρύβει με φροντίδα κάτω από τις πέτρινες στέγες τη δική της καθημερινότητα, εκεί στην κλειστή αγορά όπου αμυδρά ξεχωρίζουν οι ανθρώπινες φιγούρες σαν ζωγραφιές από κάρβουνο. Με κάδρο μου τον σκελετό ενός πολεμικού αμερικανικού αεροσκάφους, που είναι απομεινάρι πολέμου, ακολουθώ την επίμονη και απότομη κατηφόρα που κατρακυλά τον γκρίζο χρόνο σ’ ένα πολύχρωμο αταίριαστο τελείωμα της μεσαιωνικής τούτης φορεσιάς. Η σύγχρονη πόλη παίζει και γελά με τις ψηλές της πολυκατοικίες, με τα φανταχτερά της χρώματα και την πολύβουη κίνηση.

Αργυρόκαστρο, νέα πόλη

Τη νέα αισθητική θα την απολαύσω το βραδάκι. Χέρι με χέρι κατεβαίνουμε στα στενά σοκάκια. Για τακούνια ούτε λόγος, τι κι αν είναι Σαββατόβραδο... Τα πολλά φώτα στη νέα πόλη θαρρείς θα ανάψουν φωτιές στο σκοτεινό Αργυρόκαστρο, που μας περιμένει. Ανά πλευρά τετραγώνου μετρώ τουλάχιστον 3 εκσυγχρονισμένα μπαρμπέρικα. Η ώρα είναι 8 και οι νέοι άνδρες κουρεύονται μανιωδώς. Κάτι αντίστοιχο για τις γυναίκες δεν υπάρχει, μα ούτε και… γυναίκες. Καταστήματα με στοιχήματα… στοιχίζονται στις πιο πίσω οδούς περιμετρικά του γηπέδου. Παραμένοντας στο κέντρο θα απολαύσουμε ένα ποτό σε μια καφετέρια, εξαιρετικά φθηνό και μ’ ένα συνοδευτικό που με συναρπάζει: φουντούκια με κέλυφος! Χαζεύω τον δρόμο και τους περαστικούς, το ντύσιμο συντηρητικό και παλιομοδίτικο, η νεολαία επαναστατεί όσο της επιτρέπεται, ενώ παντού ακούγονται ελληνικά. Ανηφορίζοντας θα βρεθούμε συχνά σε σκοτεινά αδιέξοδα με νόημα κι ένα κρυφό μονοπάτι δύσβατο μα σίγουρο για την ταχεία επιστροφή μας.

Ελληνική μειονότητα

Σύμφωνα με τις πληροφορίες για τον ελληνισμό του Αργυροκάστρου, τις οποίες λάβαμε από το ελληνικό προξενείο, η πιο σωστή απογραφή είναι αυτή του 1939, όταν το Αργυρόκαστρο μετρούσε 7.000 Έλληνες. Σήμερα είναι η δεύτερη πόλη στην Αλβανία, με πληθυσμό ο οποίος μειώνεται διαρκώς λόγω της μετανάστευσης σε Αμερική κι Ευρώπη. Αμιγώς ελληνικά σχολεία δεν υπάρχουν. Η εκπαίδευση είναι δίγλωσση, ενώ το Πανεπιστήμιο διαθέτει και τμήμα ελληνικών σπουδών. Μιας και η πόλη είναι έδρα ορθόδοξης επισκοπής, η οποία υπάγεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, γίνονται επιδοτούμενες προσπάθειες για ελληνικά σχολεία, πάντα όμως δίγλωσσα. Έτσι έχουμε το 9χρονο σχολείο Πνοή Αγάπης και την Α΄ τάξη του Λυκείου. Η απορία μας για τη συνύπαρξη Αλβανών κι Ελλήνων, χριστιανών και μουσουλμάνων λύθηκε από τον υπεύθυνο του προξενείου: «Ο ένας σέβεται τον άλλον, μέχρι που το Άγιο Φως μεταφέρεται και στις οικίες των μουσουλμάνων». Εξάλλου, όπως λέει και ο πατριάρχης Αναστάσιος, «Αν σκαλίσεις την ιστορία, οι άνθρωποι ήταν ορθόδοξοι, τελευταία εξισλαμίστηκαν στην Αλβανία».

Το «Γαλάζιο Μάτι»

Με μια χειροποίητη τυρόπιτα μόλις 50 λεπτών και τον πιο φίνο ελληνικό καφέ αποχαιρέτησα το Αργυρόκαστρο. Μια μικρή παράκαμψη προς Αγίους Σαράντα και ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει ένα μοναδικό φυσικό φαινόμενο: Στην περιοχή Muzine υπάρχει το «Blue eye», μια υπόγεια πηγή παροχετεύει στον ποταμό Bistrice 8,8 κυβικά λίτρα νερό ανά δευτερόλεπτο. Και είναι τόσο βαθιά, που οι δύτες δεν βρήκαν βυθό ούτε στα 50 μέτρα. Από την εξέδρα πράγματι φαίνεται σαν γαλάζιος οφθαλμός, που στο βάθος του βολβού του κρύβει την ομορφιά μιας ζωντανής ιμπρεσιονιστικής τεχνικής κι έχει την τάση να παίζει με την ανθρώπινη αφέλεια αφού επαναφέρει με ορμή ό,τι του πετάξεις. Δυο ξύλινα εστιατόρια στον καταπράσινο ποταμό συνθέτουν το πιο ειδυλλιακό τοπίο, ιδανικό για ρομαντικές διακοπές.

Η επόμενη στάση είναι το αρχαίο θέατρο της Αδριανούπολης, που βρίσκεται στα Σωφράτικα της Κάτω Δρόπολης (παράφραση της Αδριανούπολης). Σαν περιοδεύων θίασος θα ποζάρουμε στα λείψανα του αφύλακτου αρχαιοελληνικού θεάτρου, το οποίο δεν εκτιμάται καθόλου από τους Αλβανούς, και ας έχουν γίνει προσπάθειες να μελετηθεί από ξένα πανεπιστήμια.

Ο έλεγχος στα σύνορα αυστηρός, λίγα μέτρα πριν από την Ελλάδα. Εγώ γυρίζω σπίτι μου, μα πόσοι και πόσοι Έλληνες άφησαν μια για πάντα το δικό τους σπίτι, εδώ στη Βόρεια Ήπειρο, με την προσμονή μιας καλύτερης ζωής, μιας ζωής που θα χωρά τα όνειρα των παιδιών τους. Ένας λαός που υποφέρει σε μια περίεργη κατάσταση, ένας λαός που δεν χωράει πουθενά, ένας λαός που, όπως πάντα, δεν φταίει αλλά εξυπηρετεί για μία ακόμη φορά τα συμφέροντα των μεγάλων κεφαλιών τούτου του δύσμοιρου πλανήτη.