Σπήλαιο Συκιάς Ολύµπων Το κρυφό στολίδι της νότιας Χίου
5.0/5 rating 1 vote
κείμενο: Κώστας Μάγκος | φωτογραφίες: Κώστας Μάγκος, Θάλεια Νουάρου

Βρισκόµαστε στη γη της µαστίχας µε σκοπό να περιηγηθούµε
στα µεσαιωνικά καστροχώρια της νότιας Χίου. Έχουµε αφήσει πίσω µας
το Πυργί µε τα εντυπωσιακά ξυστά του και, καθώς πλησιάζουµε
στους Ολύµπους, παρατηρούµε µια πινακίδα µε φωτογραφία του σπηλαίου:
«ΣΠΗΛΑΙΟ ΟΛΥΜΠΩΝ, 5 χλµ.». Και γιατί όχι; σκεφτόµαστε, και
αποφασίζουµε να ακολουθήσουµε την πορεία που υποδεικνύει το βέλος...


Το Σπήλαιο Συκιάς Ολύµπων βρίσκεται 8 χλµ. νότια του οµώνυµου µεσαιωνικού οικισµού, και συγκεκριµένα στη θέση Συκιά, µεταξύ του όρµου των Φανών και της Σαλάγωνας. Οι Ολύµποι αποτελούν ένα από τα έντεκα µεσαιωνικά χωριά-φρούρια της Χίου, τα επονοµαζόµενα και Μαστιχοχώρια. Στην ευρύτερη περιοχή φωλιάζουν κάµποσες από τις πανέµορφες ακτές του νησιού, ενώ εδώ ευδοκιµούν και οι περίφηµοι χιώτικοι σκίνοι, που χαρίζουν το διάσηµο ως τα πέρατα του κόσµου µαγικό δάκρυ της Μυροβόλου. Μετά από κάµποσες στροφές της ασφάλτου διακρίνουµε στη µέση του πουθενά ένα ιδιαίτερο πέτρινο κτίσµα. «Αυτό πρέπει να ΄ναι» αναφωνεί κάποιος από την παρέα...

Όλα ξεκίνησαν το 1972, όταν η τότε κοινότητα Ολύµπων ζήτησε από την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία να εξερευνήσει έξι βάραθρα της περιοχής, γεγονός που πραγµατοποιήθηκε συστηµατικά το 1985. Η έρευνα έδειξε ότι τα πέντε από αυτά κλείνουν ή οδηγούν σε πολύ στενές σχισµές µετά από κατακόρυφη κατάβαση 25-35 µέτρων. Αλλά το «Καταφύδι» στην περιοχή «Συκιά» οδηγούσε έπειτα από κατάβαση 13 µέτρων σε ένα θαυµάσιο σπήλαιο µε πλούσιο διάκοσµο! Το 1990 ξεκινούν οι πρώτες µελέτες για την αξιοποίησή του, ενώ το 1999 αρχίζουν οι εργασίες, οι οποίες ολοκληρώνονται το 2002, και από τότε το σπήλαιο είναι ανοιχτό για το κοινό.
Το σπήλαιο αποτελείται από έναν κύριο θάλαµο διαστάσεων 30x30 µ. περίπου, ο οποίος προεκτείνεται σε ένα επίµηκες τµήµα που αναπτύσσεται προς βορειοανατολική διεύθυνση. Περιµετρικά τού κυρίως θαλάµου δηµιουργούνται «εσοχές», οι οποίες σε ορισµένες θέσεις διαµορφώνουν άλλους, µικρότερους θαλάµους. H συνολική του επιφάνεια είναι 940 τ.µ. Το δάπεδο του σπηλαίου βρίσκεται 12,50 µ. χαµηλότερα από την επιφάνεια του φυσικού εδάφους, στη θέση µιας οπής διαµέτρου 1x2 µ., που δηµιουργήθηκε µετά από πτώση ενός ογκόλιθου, καθώς αρχικά το σπήλαιο ήταν τυφλό. Η οπή αυτή αποτελεί σήµερα τη φυσική είσοδό του, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 100 µ. από το δρόµο που συνδέει τους Ολύµπους µε τον παραθαλάσσιο ναό της Αγίας ∆ύναµης, 1,5 χλµ. πριν από την οµώνυµη ακτή, έναν παραµυθένιο κολπίσκο µε γαλαζοπράσινα νερά. Η περιοχή είναι οµαλή, µε χαµηλούς λόφους, αυτοφυείς θάµνους και ήπια τουριστική ανάπτυξη. Το εξαιρετικά διατηρηµένο φυσικό περιβάλλον συνθέτει ένα φωτεινό, νησιωτικό, ήρεµο τοπίο. Το δάπεδο του σπηλαίου φθάνει σε βάθος 30-35 µ. από το επίπεδο της φυσικής εισόδου. Στην περιοχή της εισόδου, όπου ο φωτισµός είναι άπλετος, αναπτύσσεται στα τοιχώµατα χλωρίδα ενώ υπάρχουν σαφή δείγµατα ύπαρξης νυχτερίδων (γκουανό), οι οποίες εισέρχονται στο σπήλαιο για να διαχειµάσουν κατά τη χειµερινή περίοδο.
Η περιοχή του σπηλαίου συνίσταται από ασβεστόλιθους του Ιουρασικού (195-140 εκ. χρόνια πριν). Ο σταλακτιτικός και σταλαγµιτικός του διάκοσµος είναι πολύ αξιόλογος. Σε ορισµένες θέσεις, µάλιστα, η ανάπτυξή του είναι εντυπωσιακή, δηµιουργώντας µεγάλα συµπλέγµατα από κολόνες ύψους αρκετών µέτρων. Η θερµοκρασία του διατηρείται σταθερά στους 17οC χειµώνα καλοκαίρι, και το επίπεδο της υγρασίας είναι στο 95%.
Η τεχνητή είσοδος που διανοίχθηκε για την εύκολη πρόσβαση των επισκεπτών, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι ένα µεγάλο παραλληλόγραµµο όρυγµα που περιτρέχεται από κεκλιµένο διάδροµο, στο τέλος του οποίου ξεκινά µια κυκλική σκάλα που καταλήγει σε µια βαριά σιδερένια πόρτα. Η είσοδος στο σπήλαιο γίνεται οργανωµένα κατά οµάδες και µόνο µε συνοδεία. Για την προστασία του σπηλαίου αλλά και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των επισκεπτών, τα γκρουπ δεν περιλαµβάνουν περισσότερα από 25 άτοµα κάθε φορά.
Κόβουµε τα εισιτήριά µας και παίρνουµε ένα αναψυκτικό µέχρι να έρθει η ώρα που ο συνοδός θα µας ξεναγήσει στα έγκατα της χιώτικης γης. Απολαµβάνουµε τη θέα των γύρω λόφων και την ανοιχτωσιά του Αιγαίου προς τη µεριά των Κυκλάδων, που διακρίνονται στον ορίζοντα όταν οι καιρικές συνθήκες είναι ιδανικές.
Ο συνοδός µάς εξηγεί τον κώδικα επαφής µας µε το χώρο. ∆εν φωνάζουµε ούτε αγγίζουµε το διάκοσµο, ενώ το φλας απαγορεύεται. Η πόρτα ανοίγει και περνάµε σε ένα µικρό θάλαµο µε άλλη µία πόρτα στο τέλος του. Για τη διαφύλαξη του µικροκλίµατος, οι δύο πόρτες δεν πρέπει να είναι ταυτόχρονα ανοιχτές. Η δεύτερη πόρτα ανοίγει και… ωωω! Μια τεράστια καταστόλιστη αίθουσα απλώνεται µπροστά µας.
Ο χαµηλός φωτισµός και µια ακτίνα-κολόνα φωτός που εισέρχεται από µια τρύπα στην οροφή –τη φυσική είσοδο του σπηλαίου– µας καθηλώνουν, αισθανόµαστε σαν να βρισκόµαστε σε κάποιο παραµυθένιο σκηνικό όπως αυτό του «Άρχοντα των δακτυλιδιών». «Το µέγιστο βάθος του σπηλαίου είναι 52 µέτρα και η έκτασή του περίπου ένα στρέµµα…» πληροφορούµαστε από τον οδηγό, ενώ κάποια επιπλέον φώτα ανάβουν και αποκαλύπτουν τα χρώµατα του χώρου και των σχηµατισµών. Το κοκκινο-καφέ κυριαρχεί σχεδόν παντού αλλά σε πολλά σηµεία σπάει από κατάλευκες, αστραφτερές λεπτοµέρειες.
Η διαδροµή µέσα στο σπήλαιο ορίζεται από ανοξείδωτους διαδρόµους και σκάλες ενώ περιλαµβάνει κι ένα µικρό λιθόστρωτο µονοπάτι. Περιηγούµαστε ανάµεσα στους «Κάκτους», τη «Μέδουσα», τους «Σπηλαιοανθρώπους», το «Αρµόνιο», ονόµατα που έδωσαν οι πρώτοι σπηλαιοξερευνητές σε µερικούς χαρακτηριστικούς σχηµατισµούς. «Οι παραπετασµατοειδείς σταλακτίτες δηµιουργούνται από τη ροή του νερού στα επικλινή τοιχώµατα και την αλλεπάλληλη απόθεση ανθρακικού ασβεστίου κατά µήκος της διαδροµής του» ήταν η απάντηση στην απορία µας για τις πέτρινες κουρτίνες που κρέµονται από την οροφή.
Σε ορισµένα σηµεία της οροφής, παρατηρούµε απουσία σταλακτιτικού υλικού. Προφανώς εδώ ο σταλακτιτικός διάκοσµος έχει αποκολληθεί κι έχει πέσει, ενώ µικροί σταλακτίτες έχουν αρχίσει να δηµιουργούνται εκ νέου. Σε αρκετές θέσεις του δαπέδου εξάλλου βρίσκουµε πεσµένα τεµάχια από σταλακτιτικό διάκοσµο της οροφής. Σε µερικά από αυτά έχουν ήδη αναπτυχθεί αξιόλογα σταλαγµιτικά συµπλέγµατα, που σηµαίνει ότι οι συγκεκριµένοι σταλακτίτες έχουν αποκολληθεί πολύ παλιά. Οι πλευρές του σπηλαίου είναι και αυτές σε µεγάλο βαθµό καλυµµένες από ασβεστιτικό διάκοσµο. Η χρονολόγηση διαφόρων δειγµάτων ανθρακικών υλικών (σταλαγµιτικών ιζηµάτων) του σπηλαίου από το Εργαστήριο Πυρηνικής Φυσικής «∆ηµόκριτος» έδειξε ότι το αρχαιότερο από αυτά δηµιουργήθηκε πριν από 230 χιλιάδες χρόνια.
Συνεχίζοντας όλο και πιο βαθιά, φτάνουµε στα 30 µέτρα από την επιφάνεια του εδάφους. Στεκόµαστε µπροστά σε έναν µικρό, αφώτιστο θάλαµο. Από δω και πέρα εκτείνεται µια µακριά και στενή αίθουσα µήκους 30-40 µέτρων, στην οποία δεν έχουν πρόσβαση οι επισκέπτες. Το τµήµα αυτό είναι πολύ στενό σε κάποια σηµεία. Είναι επίσης και το πιο «ζωντανό» κοµµάτι του σπηλαίου, άρα και το πιο ευαίσθητο. Αν είχε επιχειρηθεί διάνοιξη, κατασκευή διαδρόµων, φωτισµός κ.λπ., αυτό θα είχε καταστραφεί. Αλλά και η ίδια η παρουσία τόσων ανθρώπων σε τέτοιο χώρο θα είχε προξενήσει σηµαντικές αλλοιώσεις και υποβάθµιση, γι’ αυτό και αποτελεί προστατευόµενη περιοχή.
…Αφουγκραζόµαστε τη σιωπή, µόνο κάποια σταγόνα που χτύπα το δάπεδο ακούγεται πού και πού. Θαυµάζουµε τα περίτεχνα στολίδια που σµίλεψε το νερό στο βράχο, τα χρώµατα, το στραφτάλισµα των κρυστάλλων. Αρχίζει η ανάβαση από άλλη διαδροµή µέσω του κοχλία – µιας γυριστής σκάλας. Παρατηρώντας τη µεγάλη αίθουσα και τους ογκώδεις σχηµατισµούς από άλλη πλευρά, φτάνουµε στον εξώστη, όπου συγκεντρωνόµαστε για να περάσουµε όλοι µαζί στο θάλαµο της εισόδου, µε τις δύο πόρτες που δεν πρέπει να ανοίγουν ταυτόχρονα...

Χάρτης