Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Πάτρα Καρνάβαλου και Καραγκιόζη γωνία
4.8/5 κατάταξη (19 ψήφοι)
Κείμενο: Αλεξία Τούλιου Φωτογραφία: Νίκος Υφαντής

Θυμάμαι ένα μελαχρινό κοριτσάκι να κατεβαίνει με δρασκελιές τη μαρμάρινη σκάλα του σπιτιού της για να βρεθεί ξανά και ξανά στην παιδική χαρά, εκεί στη μεγάλη πλατεία, στα Ψηλαλώνια, δυο λεπτά δρόμος. Γυναίκα πια, θα ανέβω πάλι στην ξύλινη κούνια. Με τα μάτια κλειστά θα αναπολήσω εικόνες που χαράχτηκαν στην παιδική μου ψυχή.
Θα αναζητήσω μυρωδιές από ολάνθιστες αυλές και με το σιγανό λίκνισμά μου θα καλοδεχτώ στο πρόσωπό μου την πνοή όσων χάθηκαν για πάντα.
Λίγο να γλυκάνω την καρδιά πριν σας παρουσιάσω τον δικό μου τόπο, την Πάτρα.


Μάθημα: Πατριδογνωσία

Χτισμένη στους πρόποδες του Παναχαϊκού, βαπτισμένη από τον Αχαιό Πατρέα και καλοσχεδιασμένη ρυμοτομικά επί Καποδίστρια, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου. Κι ενώ όλοι θα υπολόγιζαν περισσότερο τα οικονομικά οφέλη του, η σπουδαιότητα κρύβεται αλλού. Πράγματι, οι εμπορικές συναλλαγές με τη Δύση οδήγησαν την πόλη σε ευμάρεια. Πόσο μάλλον όταν και η ίδια είχε ως έρεισμα το εμπόριο της σταφίδας, του άλλου «μαύρου χρυσού» που ενίσχυε ακόμη περισσότερο τον ρόλο του λιμανιού μέχρι το 1850, όταν πια η κρίση αποδεκάτισε τους τρανούς σταφιδέμπορους της περιοχής. Πέρα από το εμπόριο, η οικονομία βασίστηκε και στην τοπική παραγωγή, αφού για πολλά χρόνια λειτουργούσαν εργοστάσια απορροφώντας μάλιστα μεγάλο αριθμό ανθρώπινου δυναμικού, με πιο γνωστό την Πειραϊκή Πατραϊκή.
Πύλη από και προς τη Δύση, δεν άργησε να γίνει λίκνο πολιτισμού. Πρώτη υποδεχόταν και αφομοίωνε ιδέες, ανθρώπους, νοοτροπίες, ρεύματα ακόμη και μόδες, πριν καλά καλά περάσουν στον υπόλοιπο ελλαδικό κόσμο. Η επαφή αυτή αναπόφευκτα οδήγησε και στην εξωστρέφεια των κατοίκων της. Να φανταστεί κανείς πως την είσοδο κάποιου πλοίου ακολουθούσε και μια μικρή γιορτή.
Εκεί, στο σύμβολό της, τον φάρο στο παλιό λιμάνι, η μπάντα έπαιζε τον ξένο εθνικό ύμνο ενώ ένας ναύτης ύψωνε τη σημαία της χώρας του. Στις μέρες μας το λιμάνι έχει μεταφερθεί στη νότια πλευρά της πόλης, όπου ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να απολαύσει τη βόλτα του σ’ ένα μεγάλο πάρκο αναψυχής.
Η Πάτρα μπορεί να καυχιέται και για έναν ακόμη λόγο. Στα σπλάχνα της κυοφόρησε προσωπικότητες του πνεύματος, όπως τον Κωστή Παλαμά, το σπίτι του οποίου σώζεται στην οδό Κορίνθου. Μνεία πρέπει να γίνει και στον σπουδαίο καραγκιοζοπαίχτη Γιάνναρο, κατά κόσμο Γιάννη Μουρελάτο, που συνέβαλε στη μακρά παράδοση του θεάτρου σκιών στην πόλη. Πόλη του Καραγκιόζη… αλλά και τις αποκριάς – ίσως η πιο ιδανική περίοδος επίσκεψης στην Πάτρα, που υπόσχεται διαρκή διασκέδαση σε κάθε γωνιά της.

Αξιοθέατα

Αξιόλογες εμπειρίες επίσκεψης υπόσχονται το μυκηναϊκό νεκροταφείο στην περιοχή Βούντενη, το σύγχρονο αρχαιολογικό μουσείο με τον μεταλλικό του θόλο, την πισίνα και τα μοναδικά εκθέματα, αλλά και η χρυσαφένια πόρπη με τις μπλε ιριδίζουσες ακτινωτές ανταύγειες, που πλέον ενώνει τον χωμάτινο χιτώνα δύο κόσμων δίνοντας υπόσταση στη μεγαλόπνοη ιδέα του Χαρίλαου Τρικούπη: τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου. Το Ρίο από τη μία και τα Βραχνέικα από την άλλη, εκτός από ήρεμα νερά προσφέρουν διαμονή, καλό ψάρι και διασκέδαση.
Για τους λάτρεις του καλού κρασιού, μια επίσκεψη στον ναό του είναι απαραίτητη. Η οινοποιία Αχάια Κλάους στην περιοχή Πετρωτό, αρκετά έξω από την Πάτρα, είναι ένας παραμυθένιος κήπος με πέτρινους πύργους, μυστικά περάσματα και αμπελώνες. Έλληνες και ξένοι βασιλείς, μα και άνθρωποι του πνεύματος και των τεχνών, την έχουν επισκεφθεί επανειλημμένα. Για τους βασιλιάδες μάλιστα υπάρχει και αναμνηστικό αυτοκρατορικό κελάρι με το όνομα Δανιηλίδα. Κάποτε ο πρώτος ιδιοκτήτης, ο Γουσταύος Κλάους, καθώς δεν μπορούσε να αντέξει τον πρόωρο χαμό της αρραβωνιαστικιάς του Δάφνης, αποφάσισε να πνιγεί στις μαύρες λίμνες των ματιών της. Μέσα από το έρεβος και το αίμα ανέσυρε τον πιο γλυκό βαθύχρωμο θησαυρό, φάρμακο επούλωσης των πληγών του, τη Μαυροδάφνη, ένα από τα πιο γνωστά κρασιά στον κόσμο.
Μια πόλη σαν κι αυτή θέλω να τη διαβάσω σε επίπεδα. Στο πιο ψηλό έχει κουρνιάσει γλυκά το παρελθόν. Στο μεσαίο πραγματοποιείται ομαλά η μετάβαση από το χτες στο σήμερα, ενώ στο χαμηλότερο, το μέλλον ξέφρενα στριφογυρίζει μέχρι την αναπόφευκτη σύγκρουσή του με μοναχικό κάβο στην άκρη του λιμανιού.

Μια γεύση απ’ τα παλιά

Στην Άνω Πόλη, όπως λέγονται οι γειτονιές που απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα γύρω από το κάστρο, δεσπόζει ο ένας και μοναδικός αυτοκράτορας, ο Παντοκράτορας, ο πρώτος καθεδρικός ναός της πόλης, αντίγραφο της Αγίας Σοφίας. Χτισμένος στα ερείπια ενός άλλου βασιλιά, του Ολυμπίου Διός, δεν ξεχνά να τον τιμάει έλκοντας κεραυνούς στις κορφές των τρούλων του. Θαρρείς πως του πάει μόνο η καταχνιά του χειμώνα, ειδικά όταν βρέχει, τότε που «στάζει χαλκό η φωνή του», όπως εύστοχα θα τραγουδήσει ο Νίκος Ξυδάκης.
Ο χτύπος του ρολογιού θα σου δείξει τον δρόμο εκεί πίσω από το παλιό Δημοτικό Νοσοκομείο, έργο του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν, για να βρεις το κάστρο να σκαρφαλώνει πάνω στον μικρό λοφίσκο του Παναχαϊκού, που καταλήγει στο δασύλλιο της πόλης. Μέσα στο κάστρο τμήματα αγαλμάτων, ένας ακρωτηριασμένος Ρωμαίος και μια άγνωστη κεφαλή γενειοφόρου άνδρα συνθέτουν το στοιχειό της Πάτρας. Για άλλους παίρνει τη μορφή της πανέμορφης Πατρινέλας, ιστορικού προσώπου, φύλακα αγγέλου των Πατρινών, που σεργιανάει τα βράδια δίχως άστρα και εκλιπαρεί φωνάζοντας «μη με αρπάξεις»... Ιστορίες και θρύλοι που οι κάτοικοι της γειτονιάς δεν θα διστάσουν να εξομολογηθούν αδιαφορώντας για το πέρασμα του χρόνου, του δικού τους αλλά και του δικού σου, γιατί γνωρίζουν πως αυτό το δημιούργημα, ο αφόρητος χρόνος, δεν υπάρχει. Ο κάματος της βόλτας θα βρει βάλσαμο στο τσίπουρο που σου προσφέρουν οι στοιχισμένες ταβέρνες μέχρι τις σκάλες της Αγίου Νικολάου. Η θέα από εκεί σε αποζημιώνει αφού ταξιδεύει τη ματιά σου πέρα στην υπόλοιπη Ελλάδα. 193 σκαλιά για να βρεθείς στην εκκλησιά του Αγίου Νικολάου, 193 σκαλοπάτια που τη νύχτα ντύνονται μπλε βελουδένια για να αγκαλιάσουν κάθε μοναχική ύπαρξη.
Από την κάτω πλευρά, στην οδό Γερμανού υπάρχει η πλατεία Αγίου Γεωργίου, μέρος ιστορικής σημασίας αφού εκεί δόθηκε ο όρκος για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Δίπλα της ως συνέχεια του Ρωμαϊκού Σταδίου το Ρωμαϊκό Ωδείο, τμήματα της παλιάς ρωμαϊκής αγοράς. Παλαιότερο το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού διατηρεί ακόμη την αίγλη του και φιλοξενεί θεατρικές και μουσικές παραστάσεις διάσημων καλλιτεχνών.
Τα ανακαινισμένα αρχοντικά-νεοκλασικά αναβιώνουν το κύρος των περασμένων. Ψηλοτάβανα τόσο όσο να χωράει η περηφάνια και ενίοτε ο υπέρμετρος εγωισμός μας, μαρμάρινες σκάλες, ακριβή διακόσμηση και εσωτερικές κρυφές αυλές. Αν τύχει και το μάτι σου διακρίνει πίσω από τις καγκελόπορτες, μιας και η αγριότητα των καιρών τα έχει αναγκάσει σε οχύρωση, αν τύχει λοιπόν και δεις κάποια αυλή, θα ακούσεις σίγουρα παιδικά ποδοβολητά πάνω στα μωσαϊκά και θα δεις φρέσκια λεμονάδα να χύνεται στα κρύσταλλα, κι αν όλα αυτά συνοδεύονται από το άρωμα της γαζίας, τότε σίγουρα θα σου ξυπνήσει μνήμες από ζεστά κυριακάτικα πρωινά.
Γύρω τριγύρω υπάρχουν ακόμη οι παραδοσιακές ταβέρνες με τις πιστές γνώριμες φιγούρες που δεν προδίδουν ποτέ την παρέα των δρύινων βαρελιών. Μια ιδιαίτερη ταβέρνα βρίσκεται σε μια άλλη συνοικία της Πάτρας στην Αγία Αικατερίνη, μια περιοχή που λειτουργεί περισσότερο ως αυτόνομο χωριό, αφού αγνοεί χρόνο, νόμους και κανόνες. Μέσα στην άναρχη δόμηση των λευκών χαμηλών σπιτιών κάπου κρυφά, μιας και πουθενά δεν υπάρχει ταμπέλα, βρίσκεται από το 1932 ο θρυλικός καφενές του Κόττα. Τη χρυσή δεκαετία του 1980, λιμουζίνες στριμώχνονταν μες στα στενά για μια βραδιά στου Κόττα. Τίποτα δεν τους σταματούσε. Αν τύχαινε κι έβρεχε, πριονίδι στρωνόταν για να χορέψουν απλοί πολίτες ως σπουδαίες προσωπικότητες. Ένας αυθεντικός Τσαρούχης δώρο του ζωγράφου κοσμεί τον τοίχο για να θυμίζει σε όλους πόσο ευχαριστήθηκε το ζειμπέκικό του εκεί. Μια φωτογραφία του Μπρεσόν και συλλογές από σπάνιους δίσκους ρεμπέτικου ολοκληρώνουν τέλεια τη διακόσμηση.

Από το χτες στο σήμερα

Η μετάβαση στο ενδιάμεσο επίπεδο πραγματοποιείται μέσα από σκάλες. Πέτρινες, παλιές με σκαλοπάτια ρυτιδιασμένα. Κάθε ρυτίδα και μια ιστορία, μια σκέψη, μια αγάπη... Ίσως η πιο ρομαντική μεριά της πόλης να είναι οι σκάλες της Πατρέως. Καταφύγιο ερωτευμένων ζευγαριών, που σαν σουρουπώσει θα δώσουν κι αυτά αιώνιες υποσχέσεις υπό τον χαμηλό φωτισμό των στρογγυλών φαναριών. Από κάτω μια καμάρα που επιτρέπει τον πεζόδρομο της Ηφαίστου να απλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη. Σαν την περάσεις, θα νιώσεις ένα μικρό ρίγος. Κάποιοι τη θέλουν χωροχρονοπύλη και λένε πως αν είσαι διαυγής σε νου και σε ψυχή κι ακούσεις τον λευκό ήχο του διαστήματος, τότε είσαι έτοιμος να περιπλανηθείς σε παράλληλο σύμπαν. Ποιος ξέρει άραγε. Η Ηφαίστου έχει κάτι απ’ τα παλιά και κάτι απ’ το σήμερα. Όταν ο καιρός δίνει σήμα για μπουνάτσα, πολύχρωμα τραπεζοκαθίσματα στήνονται στη σειρά και ευθύς ένα μωσαϊκό από φοιτητικά γελάκια, μυρωδιές ούζου και ήχους από πιρουνάκια ξετυλίγεται ως τις σκάλες Γεροκωστοπούλου. Είναι ευτυχία οι νέοι άνθρωποι σ’ έναν τόπο κι εμείς το ξέρουμε αυτό καλά. Κάποτε σε αυτήν τη μεριά υπήρχε και η παλιά αγορά της Πάτρας, το Μαρκάτο. Ακόμη όμως και σήμερα θα δεις να αντιστέκονται σθεναρά στην οικονομική και πολιτιστική κρίση παντοπωλεία εποχής, οινοποιεία, σιδεράδικα κ.ά.

Το μέλλον στο παρόν

Κατηφορίζοντας θα βρεθούμε στο κέντρο της πόλης, στην πλατεία Γεωργίου. Αν και πλήθος κόσμου την διασχίζει καθημερινά, λίγοι γνωρίζουν πως πρόκειται για ένα ιδιαίτερο ενεργειακό πεδίο, το οποίο ενδυναμώνουν τα δύο περίτεχνα αντικριστά σιντριβάνια. Φύλακες ενός μοναδικού υδάτινου θησαυρού οι Γρύπες αφήνουν να ξεχυθεί ορμητικά απ’ το στόμα τους το εξαγνιστικό νερό. Στην κορυφή του ενός, ένας αυλοφόρος καλεί τις μούσες και η υδροχόος στην άλλη κορυφή προτρέπει τους ανθρώπους να ξεκουραστούν και να ωφεληθούν από την πηγή έμπνευσης. Μια ιεροτελεστία υπό τη θεϊκή σκιά του Απόλλωνα, του δημοτικού μας θεάτρου, έργο του Τσίλερ και μικρό αντίγραφο της Σκάλας του Μιλάνου. Όλη αυτή η μυσταγωγία δεν συνάδει καθόλου με την ενοχλητική βουή των αυτοκινήτων.
Στα δέκα βήματα είμαστε στον πεζόδρομο της Ρήγα Φεραίου. Αν θέλεις να κρυφτείς από κάποιον συντοπίτη σου, τότε την αποφεύγεις. Πληθώρα καφέ έχουν πάρει τη θέση των εμπορικών, που ένα ένα αργοπεθαίνουν. Ολημερίς βολτάρουν πέρα δώθε για να ξεχαστούν με κουβεντούλα, με τη μελωδία πλανόδιων μουσικών, ίσως με κάποιο δρώμενο. Όμορφο μέρος γεμάτο ζωή κι αν τερματίσεις αριστερά, θα βρεθείς στον μεγαλοπρεπή ιερό ναό του Αγίου Ανδρέα. Τουρίστες έρχονται καθημερινά για να προσκυνήσουν ή να θαυμάσουν τη μεγαλύτερη εκκλησία των Βαλκανίων. Σιμά του ο μικρός ναός, πιο κατανυκτικός για μένα, γιατί η ευλάβεια δεν έχει ανάγκη μεγαλεία. Και πιο δίπλα, η ιερή υπόγεια πηγή, ο μαρτυρικός τόπος του αγίου.
Το τρένο που περνάει μπροστά μου μου επιτρέπει τη διακεκομμένη μέσα απ’ τα παραθυράκια του θέα προς τη θάλασσα, μα σαν φύγει πια, ο νέος φάρος, φτιαγμένος από τη σάρκα του παλιού, ορθώνεται εμπρός για να μου δείξει τον δρόμο. Και πάντα ο σωστός δρόμος είναι η φυγή της θάλασσας ή έστω μια πολύτιμη συμβουλή από τους ψαράδες στην ανακαινισμένη ιχθυόσκαλα.
Σίγουρα η πόλη έχει κι άλλες πολλές όμορφες γωνιές, που θα έπρεπε να αναφερθούν, κι ένα θαλάσσιο μέτωπο που εκτείνεται από την ακτή Δυμαίων έως την πλαζ. Ωστόσο, αυτή η βόλτα δεν θα άξιζε τόσο πολύ, αν δεν συνοδευόταν από ένα μοναδικό ηλιοβασίλεμα. Η ύπαρξη απέναντι των δύο παράξενων μορφολογικά βουνών της Αιτωλοακαρνανίας, της Βαράσοβας και της Παλιοβούνας, καθώς και το μικροκλίμα του Πατραϊκού κόλπου δημιουργούν αυτό το θέαμα. Από την άλλη, ένας ρομαντικός άνθρωπος δεν χρειάζεται εξηγήσεις και αιτίες για να παρακολουθήσει σιωπηλός έναν ακόμη εφήμερο θάνατο του ματωμένου ήλιου στα νερά του Πατραϊκού.
Από τον φάρο και πίσω, ανεβαίνω τον πεζόδρομο με τις νεραντζιές, την Τριών Ναυάρχων. Βόλτα ήρεμη την ημέρα, όχι όμως και τα βράδια, όταν ο κόσμος μαζεύεται στα μαγαζάκια της, που βρίσκονται εκατέρωθεν. Ανάμεσα σε όμορφα κτίρια καταλήγει στις δίδυμες σκάλες της. Αναμφίβολα ένας ψυχαναγκαστικός θα τα έβρισκε σκούρα στην επιλογή ανάβασης. Δίπλα τους τα ερμητικά κλεισμένα καταφύγια πολέμου προκαλούν μια απαγορευτική περιέργεια να τα εξερευνήσεις. Με το που ανεβαίνεις τις καμπυλωτές σκάλες, θα νιώσεις μικρούλης μπροστά στο επιβλητικό μέγαρο, οικία του Κωνσταντίνου Γκολφινόπουλου, τη γνωστή Αλάμπρα. Είμαστε πάλι στα Ψηλαλώνια, στην παλιά μου γειτονιά, στο πάνω επίπεδο, εκεί ακριβώς όπου άρχισα. Αν και ακόμη υπάρχουν οι «σηματοδότες» που μαρτυρούν την ταυτότητά της, όπως η Αλάμπρα, το ηλιακό ρολόι, το άγαλμα του Παλαιών Πατρών Γερμανού, το ανακαινισμένο σιντριβάνι, ακόμη και το δέσιμο περιμετρικά από τις καφετέριες, ο τόπος για μένα νέκρωσε, πέθανε, όπως οι πανύψηλοι φοίνικες από το φονικό σκαθάρι, που κάποτε έστεκαν ακοίμητοι φρουροί στη σκακιέρα της πλατείας να τη φυλάνε σαν μονάκριβη βασίλισσα τούτης της πόλης.
Θυμάμαι έναν καφενέ που στην κεφαλή του εναλλασσόταν η κωμωδία με το δράμα, η φαντασία με τον έρωτα. Ένα παλιό θερινό σινεμά, η Ούφα, εκεί που πίστεψα για πρώτη φορά στον Superman, καθώς η λάμψη του απομακρυνόταν στον νυχτερινό ουρανό. Στον Σταυριανό, λοιπόν –τούτο το όνομα είχε αυτός ο καφενές– τη μέρα οι νέοι φιλοσοφούσαν για τη ζωή, έπαιζαν μπιλιάρδο και τάβλι κι εγώ έτρεχα τα μεσημέρια να φωνάξω τ’ αγόρια της οικογένειας. Τα βράδια άναβαν τα φώτα στην πλατεία και ο Στέφανος περιχαρής και πάντα γρήγορος, μετέφερε τον δίσκο με τα καλούδια της κυρα-Πανωραίας. Τώρα είναι κλειστό με μόνη εξαίρεση την εκμετάλλευσή του από μια τηλεοπτική σειρά που οι περισσότεροι γνωρίζουν. Αν έχεις γεννηθεί σε τούτο τον τόπο, ξέρεις τι σημαίνει να σιωπούν τέτοια μέρη… Πεθαίνει η ανεμελιά, φιμώνεται η αγνή χαρά στην υποκρισία της επιβαλλόμενης διασκέδασης. Ακόμη και ο παιδότοπος έχει αλλάξει, όπως και η διαπαιδαγώγηση, και είναι πια περιέργως προστατευτικά επικίνδυνος. Εκεί έφαγα τα μούτρα μου, έπαιξα γυαλένια με τους φίλους μου, είχα τα πρώτα μου μπουγέλα, τα πρώτα μου φλερτ. Κι αν, όπως λέν’, πατρίδα είναι τα παιδικά σου όνειρα, τότε δεν έχω πια... πατρίδα.
Κρατώ την αλυσίδα της κούνιας πιο σφιχτά και με ορμή φτάνω στον ουρανό, όσο κι αν με βαραίνουν οι αλλαγές, θα παρηγορηθώ σαν θυμηθώ τους στίχους του τραγουδιού από εκείνη την τηλεοπτική σειρά που μου στέρησε πολλές φορές γλυκά τον ύπνο μου. Ναι, «στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε... ακόμη κι αν είναι στ’ όνειρά μας». Λόγω τιμής.

Χάρτης