Φαράγγι Βουραϊκού - Εκεί που ο άνθρωπος νίκησε τη φύση
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)
Κείμενο-Φωτογραφίες: Νίκος Γαλάνης

Βράδυ Κυριακής. Στην Αθήνα η υγρασία και η ζέστη αρχίζουν τις πρώτες παρουσίες τους, δείγμα για το καλοκαίρι που έρχεται. Κάνω εικόνα εμένα πάνω στη σανίδα του σερφ σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί, να δροσίζομαι, παλεύοντας να δαμάσω τα κύματα.

Τώρα βέβαια, το μόνο σερφάρισμα που κάνω είναι στις σελίδες των ειδησεογραφικών sites. Ανάμεσα στους τίτλους ειδήσεων, την προσοχή μου τραβά ένα αιώνιο απωθημένο. «Όπως κάθε δεύτερη Κυριακή του Μάη, έτσι και φέτος, 3.500 πεζοπόροι ολοκλήρωσαν την κατάβαση του Βουραϊκού σε μια διαδρομή απαράμιλλης φυσικής ομορφ…». Κλείνω το λάπτοπ, κατεβάζω από την ντουλάπα παπούτσια πεζοπορίας και μετράω με ανυπομονησία τα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Βάζω μπρος τη μηχανή και έξω, ίσα που έχει ξεκινήσει να χαράζει. Περίπου σε μιάμιση ώρα βλέπω τη γαλανόλευκη πινακίδα, που με ειδοποιεί πως έφτασα Διακοφτό, πατρίδα του μεγάλου ηθοποιού Διονύση Παπαγιαννόπουλου. Στρίβω αριστερά, παίρνω τον δρόμο για τα Καλάβρυτα κι από το επίπεδο της θάλασσας ανεβαίνω, όλο κι ανεβαίνω πιο ψηλά. Σε λιγότερο από μισή ώρα ορθώνεται μπροστά μου, μεγαλοπρεπές, το Μέγα Σπήλαιο, από τα πλέον γνωστά και ιστορικά μοναστήρια της χώρας. Σταματώ να ανάψω ένα κερί και να τεντώσω το κορμί μου, για την πεζοπορία που θα ακολουθήσει.

Η θέα σου κόβει την ανάσα. Σε υψόμετρο 924 μέτρων, στην πλάτη μου η οκταόροφη μονή κρέμεται από ένα άνοιγμα στον βράχο και μπροστά μου απλώνεται το φαράγγι του Βουραϊκού ποταμού. Το μοναστήρι καταστράφηκε πέντε φορές κι όμως στέκεται ακόμα αγέρωχο εκεί! Την πρώτη φορά το 840 από τους εικονομάχους, το 1460 και το 1640 από τους Οθωμανούς, το 1934 από πυρκαγιά και το 1943 από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής. Επόμενή μου στάση, το γραφικό χωριουδάκι της Ζαχλωρούς, ακριβώς από κάτω. Πριν αναχωρήσω, ένας μοναχός με πληροφορεί πως μια βοσκοπούλα από το χωριό αυτό, η Ευφροσύνη, βρήκε μια εικόνα της Παναγίας, φτιαγμένη από τον ίδιο τον ευαγγελιστή Λουκά, χωμένη μέσα σε μια σπηλιά, πλάι σε μια πηγή και έτσι χτίστηκε σε εκείνο το σημείο το μοναστήρι.

Μετά από λίγα λεπτά φτάνω στον σιδηροδρομικό σταθμό της Ζαχλωρούς. Εκεί μαθαίνω για μιαν άλλη «βοσκοπούλα», την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που υποδύθηκε την Αστέρω στην ομώνυμη ταινία του 1959 και γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στο φαράγγι. Πολύχρωμα ταβερνάκια και γραφικά καφενεία προετοιμάζονται για να υποδεχτούν τους διψασμένους και πεινασμένους πελάτες της ημέρας. Για μένα, εδώ ξεκινά η πεζοπορική διαδρομή μου. Πλάι στις γραμμές του τρένου και ενίοτε πάνω σε αυτές, βρίσκομαι περίπου στη μέση του επίσημου Ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4. Για να το διανύσεις ολόκληρο, πρέπει να περπατήσεις 23 χιλιόμετρα με αφετηρία τα μαρτυρικά Καλάβρυτα και τέρμα το Διακοφτό. Το εντυπωσιακότερο κομμάτι της διαδρομής, όμως, είναι από τη Ζαχλωρού και κάτω, οπότε πήρα την – εύκολη – απόφαση να περιηγηθώ μόνο σε αυτό.

Το τρένο, ο Οδοντωτός, όπως είναι γνωστός, σφυρίζει για τελευταία φορά και ανηφορίζει για τον τελικό του προορισμό, τα Καλάβρυτα, ενώ εγώ κινούμαι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το όνομά του το πήρε από τον οδοντωτό άξονα, που τοποθετήθηκε ανάμεσα στις σιδηροτροχιές. Η μεγάλη κλίση της γραμμής δεν επιτρέπει την κυκλοφορία ενός συμβατικού συρμού και έτσι με τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού το τρένο μπορεί να ανέβει από το επίπεδο της θάλασσας στον σταθμό των Καλαβρύτων σε υψόμετρο 750 μέτρα. Το πλάτος των γραμμών είναι το μικρότερο σε όλη την Ευρώπη, μόλις 75 εκατοστά.

Ξεκινώντας, παρέα μου είναι ο ήχος του Βουραϊκού ποταμού. Όχι κελαρυστός και γλυκανάλατος, μα τραχύς και ορμητικός. Διαβρώνει, παρασέρνει, αποσαθρώνει. Οι αρχαίοι τον αποκαλούσαν Ερασίνο, μα στις μέρες μας ονομάστηκε Βουραϊκός, από την κόρη του Ίωνα και της Ελίκης, τη Βούρα, έρωτα του μυθικού ήρωα Ηρακλή. Άλλωστε, αυτός ήταν υπεύθυνος κατά τη μυθολογία για τον σχηματισμό του φαραγγιού. Έκοψε με τα τεράστια και δυνατά του χέρια το βουνό στα δύο, για να μπορέσει να φτάσει στη θάλασσα και την πολυαγαπημένη του πριγκίπισσα. Το ποτάμι ξεκινά δειλά δειλά από το χωριό Πριόλιθος στις πλαγιές του Ερύμανθου και του Χελμού, περνά τα Καλάβρυτα και χύνεται μέσα από ένα εντυπωσιακό ταξίδι 40 χιλιομέτρων στον Κορινθιακό κόλπο.

Οι πέτρες και τα χαλίκια γύρω από τις γραμμές του τρένου καρφώνουν τα παπούτσια και κουράζουν τα πέλματά μου σε κάθε μου βήμα. Λύση βρίσκω πατώντας πάνω στις ξύλινες τάβλες, που συγκρατούν τις ράγες ενωμένες. Είναι σε τέτοια απόσταση μεταξύ τους, όση και ο βηματισμός μου. Προχωρώντας, οι εικόνες γύρω μου γίνονται όλο και πιο εντυπωσιακές. Δεκάδες μέτρα από πάνω μου ορθώνεται ένα κροκαλοπαγές τείχος από πετρώματα, ιζήματα και αποθέσεις εκατομμυρίων χρόνων του ποταμού. Η σύσταση των πετρωμάτων του φαραγγιού με τη βοήθεια του νερού έχουν διαμορφώσει καταρράχτες, σπήλαια με σταλακτίτες-σταλαγμίτες, φυσικά τούνελ. Στα κάθετα τοιχώματα του φαραγγιού διασώζονται σπάνιες φυτοκοινωνίες μοναδικών ειδών, χαρακτηριστικές των βραχωδών βιοτόπων της ανατολικής Μεσογείου, όπως η καμπανούλα των βράχων, φτέρες και αρωματικά βότανα.

Διασχίζοντας το μονοπάτι με προσοχή, φτάνω ίσως στο εντυπωσιακότερο σημείο της διαδρομής. Είναι η θέση «Πόρτες». Δυο γιγάντιες μεταλλικές πόρτες που άνοιγαν παλιά, ώστε να περάσει το τρένο και ύστερα έκλειναν, για να απαγορεύουν τη διέλευση των ντόπιων κατοίκων. Οι πόρτες φυλάνε την είσοδο της μεγαλύτερης σήραγγας της διαδρομής. Ανάβω τον φακό, που κουβαλώ μαζί μου, και εισβάλλω στο σκοτεινό τούνελ. Το φως του φακού με βοηθά να προχωρήσω αλλά και προειδοποιεί τον οδηγό του τρένου, αν συναντηθούμε. Μη φοβάστε, ο Οδοντωτός πηγαίνει στα επικίνδυνα σημεία με ταχύτητα 5-6 χλμ την ώρα και οι οδηγοί κορνάρουν συνεχώς. Γνωρίζουν, ότι δεκάδες περιπατητές επιλέγουν το συγκεκριμένο μονοπάτι και είναι προσεκτικοί, εξάλλου δεν έχει σημειωθεί ποτέ κάποιο ατύχημα στην υπεραιωνόβια ζωή του.

Μετά τη σήραγγα ακολουθούν οι φοβερές εναέριες γέφυρες. Ταμπελες προειδοποιούν για προσεκτική διέλευση των πεζών. Πιάνομαι από τα σκουριασμένα κάγκελα στην άκρη και περπατώ με ελαφριά βήματα πάνω σε σιδερένιες αυτοσχέδιες σανίδες. Ταυτόχρονα, μέσα μου μια εσωτερική φωνή εύχεται, να μην συναντηθώ τη συγκεκριμένη στιγμή με το τρενάκι! Από κάτω μου, το απόλυτο κενό. Στα 30-40 μέτρα βάθος, ο Βουραϊκός με τη βουή του, μου δίνει κουράγιο να συνεχίσω. Με το που πατάω ξανά χώμα και χαλίκι, συναντώ μια παρέα Γάλλων και Ιταλών πεζοπόρων. Για να συνεννοηθούμε, πρέπει να φωνάζουμε, τέτοια είναι η ένταση του ήχου του ορμητικού ποταμού. Έχουν εντυπωσιαστεί με το πώς ο άνθρωπος κατάφερε και κατασκεύασε σιδηροδρομική γραμμή μέσα σε ένα δύσβατο φαράγγι. Καθώς τους αποχαιρετώ, σκέφτομαι τους συμπατριώτες τους, που πριν 130 χρόνια βοηθούσαν στο ίδιο ακριβώς σημείο που μιλάμε, χρησιμοποιώντας την εμπειρία τους από παρόμοια έργα στις Άλπεις.

Κατηφορίζοντας, τα κάθετα τοιχώματα του φαραγγιού σαν τεράστιες οθόνες προβάλλουν τη γεωλογική εξέλιξή του. Περνώντας μέσα από αλλεπάλληλες λαξεμένες στον βράχο στοές, με μικρά ανοίγματα, μέσα απ’ τα οποία μπορεί να δει κανείς στα πεταχτά απέναντι, σπηλιές με απίστευτους σταλαγμίτες, ασυγκράτητοι τρομακτικοί καταρράκτες, εγκαταλελειμμένα πετρόχτιστα σπιτάκια με τηλέγραφο, που σε γυρίζουν πίσω στο χρόνο, βράχια που τα γλύφει το γάργαρο νερό. Τρικλιά, Νιάματα, Μικροχελιδού είναι μερικοί παλιοί οικισμοί, που τώρα πια χρησιμεύουν ως σταθμοί του τρένου. Το έδαφος αρχίζει και γίνεται ομαλό, τα βράχια δίνουν τη θέση τους σε ελαιώνες και λεμονιές. Τώρα πια ξέρω, ότι πλησιάζει το τέλος.

Πράγματι, φτάνω στην πόλη του Διακοφτού. Εκεί, ο σιδηροδρομικός σταθμός φιλοξενεί την πρώτη αμαξοστοιχία, τον «Μουτζούρη», όπως τον έλεγαν, εξαιτίας του μαύρου καπνού που έβγαζε από τα σωθικά της ατμομηχανής του. Ανεβαίνω στο σύγχρονο ηλεκτροκίνητο βαγόνι. Νιώθω σαν τον βασιλιά Γεώργιο, τον πρώτο επιβάτη του Οδοντωτού στα εγκαίνια της γραμμής τον Μάρτη του 1896. Ξεκούραστα θα με γυρίσει πίσω στη Ζαχλωρού. Ευλογώ τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον μεγάλο Έλληνα πρωθυπουργό, που οραματίστηκε τη σιδηροδρομική σύνδεση των απομονωμένων Καλαβρύτων με το Διακοφτό και τη θάλασσα. Μετά από 7 χρόνια επίπονων εργασιών λόγω του δύσβατου μέρους και των πενιχρών μέσων της εποχής, το όνειρό του πραγματοποιήθηκε. Καθώς το τρένο ανηφορίζει και βγάζει τα δόντια του, παρατηρώ το ποτάμι. Ήρεμο και γλυκό, καθαρό και γάργαρο, είναι γαλήνια συντροφιά. Αγριεμένο και βίαιο, θορυβώδες και τρομακτικό, προκαλεί το φόβο και το δέος. Νομίζεις πως θα τα σαρώσει όλα και θα τα παρασύρει μέχρι τη θάλασσα. Το βέβαιο είναι πως παρέσυρε εμένα στη γοητεία του και ανυπομονώ πότε θα ξαναγυρίσω…