Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: The request was denied.
Μαυροβούνι - Κίσσαβος Φθινόπωρο στο δάσος
5.0/5 rating 1 vote
Κείμενο: Αναστασία Βάσιλα, Φωτογραφίες: Τάσος Γεωργιόπουλος, Αναστασία Βάσιλα

«Ευτυχισμένος είναι
ο νους που τον
κεντρίζει η εναλλαγή
των εποχών, παρά ο ανέλπιδος έρωτάς του
για την άνοιξη»

Τζορτζ Σανταγιάνα

Αν και μεταφορικά, τα λόγια του Ισπανού φιλοσόφου μού φέρνουν στο μυαλό τον δικό μου ανέλπιδο και παράξενο έρωτα για το φθινόπωρο… Ανέλπιδο για μια εποχή που κρατάει πια τόσο λίγο, παράξενο καθώς κουβαλάει μέσα του τη μελαγχολία, την υποχώρηση της φύσης σε μια σιωπηλή, σχεδόν αφιλόξενη μορφή. Το φθινόπωρο έρχεται ήσυχα και διακριτικά... Δεν έχει την αυθάδικη εμφάνιση της άνοιξης, δεν ξεφυτρώνει απρόσκλητο σαν αγριόχορτο στην άκρη του δρόμου, δεν επιμένει αυτάρεσκα να σου τονίζει την παρουσία του, δεν πλημμυρίζει με λουλούδια τα πάρκα… Στην πόλη, μπορεί και να περάσει απαρατήρητο. Πρέπει να το αναζητήσεις στους λιγοστούς θάμνους που ίσως κοκκινίζουν κρυμμένοι σε κάποια υγρή γωνιά ενός παλιού σπιτιού, στα φύλλα απ’ τις μουριές των λεωφόρων, αν προλάβουν να κιτρινίσουν πριν τα ρίξει βίαια το πριόνι του δήμου, στη μυρωδιά από τα πρώτα κάστανα που οι λιγοστοί πια καστανάδες ψήνουν δίπλα στα βιαστικά μας περάσματα.
Όμως στα μονοπάτια και στα σκιερά δάση του μεγαλουργεί. Σαν συνεπαρμένος καλλιτέχνης χρωματίζει ασταμάτητα τον καμβά του, η υγρή ανάσα του σταλάζει δροσιά στα φύλλα, νοτίζει το χώμα και θολώνει τον αέρα κάνοντας τα δέντρα να χάνονται απ’ τη ματιά σαν μαγεμένα.


Μαυροβούνι, στη γιορτή των χρωμάτων

Με μόλις 1.054 μ. υψόμετρο, ανάμεσα στο Πήλιο, τον Κίσσαβο, τον κάμπο της Λάρισας και το Αιγαίο, το Μαυροβούνι είναι ένα ταπεινό, ελάχιστα γνωστό βουνό το οποίο δυστυχώς σπάνια επιλέγεται από τους αθηναϊκούς ορειβατικούς συλλόγους. Όμως είναι ένας πανέμορφος τόπος, που καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος του από πλατύφυλλα φυλλοβόλα και μεικτά δάση, ενώ στις ήπιες πλαγιές του βρίσκουν καταφύγιο σπάνια αρπακτικά πουλιά και άγρια ζώα, όπως ζαρκάδια, αγριογούρουνα, λαγοί, αγριόγατες και τα τελευταία χρόνια λύγκες και αρκούδες. Στην καρδιά του βρίσκεται το δασόκτημα του Πολυδενδρίου, ένα από τα πιο οργανωμένα δάση της χώρας μας με σηματοδοτημένα μονοπάτια, ποδηλατοδρόμους και χώρους αναψυχής, ένα πρότυπο βιώσιμης διατήρησης του δασικού πλούτου του τόπου.
Ανεβαίνοντας τον δρόμο προς τη Σκήτη, μία από τις πύλες του βουνού, το φθινόπωρο ήδη δίνει την πρώτη του υπόσχεση∙ μια πέτρινη πηγή κι ένα προσκυνητάρι στη σκιά ενός πλατάνου που αποχωρίζεται κιόλας τα χλωμά του φύλλα, είναι η πρώτη εικόνα που διαλέγουμε να πάρουμε μαζί μας. Λίγο πιο κει ένα πέτρινο μονότοξο γεφύρι, το γεφύρι του Αλαμάνου, χτισμένο το 1858, και τα ερείπια του κάστρου στην κορφή του λόφου πιο πέρα, μας θυμίζουν ότι πατάμε σε έναν τόπο γεμάτο ιστορία∙ η Σκήτη, η άλλοτε βυζαντινή Κενταυρόπολη, περικλεισμένη στα τείχη του Ιουστινιανού, η άλλοτε οχυρή θέση κατά των επιδρομών από βαρβάρους, Σλάβους και Σαρακηνούς, σήμερα απλώνεται γαλήνια στις πλαγιές του Μαυροβουνίου αγναντεύοντας τα δάση του που κυλάνε νωχελικά ως τη θάλασσα του Αιγαίου.
Περπατώντας στο μονοπάτι αφήνουμε το βλέμμα μας να πλανηθεί ελεύθερο, να περάσει πάνω από τις καταπράσινες πλαγιές και να φτάσει μακριά ως το πέλαγος που ασημίζει κάτω από τον απογευματινό ήλιο. Περνάμε από εκκλησάκια κουρνιασμένα στο δάσος, που περιμένουν θαρρείς κάποιον περαστικό να τα ζωντανέψει, βαδίζουμε κάτω από χρυσοκίτρινες καστανιές και χαζεύουμε τις αγκαθωτές φωλιές που μέσα τους κρύβουν τα κάστανα, χώνουμε τα πόδια στα πεσμένα φύλλα από τις αιωνόβιες βελανιδιές που σκιάζουν τον ήλιο από πάνω μας.
Το δάσος Πολυδενδρίου βρίσκεται πια μπροστά μας και η τοποθεσία του είναι χαρακτηριστική. Ένα ξέφωτο με εγκαταστάσεις πικ νικ, χάρτες, επεξηγηματικές ταμπέλες πάνω στα δέντρα, και τον ναό της Παναγίας του 16ου αιώνα στην άκρη του, σηματοδοτούν την είσοδό μας στο δάσος. Κυρίως όμως μας επιβεβαιώνει η μπάρα του Δασαρχείου, που απαγορεύει τη διέλευση οχημάτων μέσα στον πυρήνα του. Το βασικό μονοπάτι που το διασχίζει, έχει μήκος 30 χλμ. μέχρι το νότιο άκρο του και είναι ιδανικό για ποδήλατο. Μια άλλη φορά λοιπόν θα το επισκεφτούμε με τον κατάλληλο εξοπλισμό.
Προς το παρόν διαλέγουμε ένα μονοπάτι που φεύγει στα δεξιά μας και μας οδηγεί μετά από λίγο σε έναν πλινθόκτιστο ναό, της Κοίμησης Θεοτόκου, στο μοναδικό ίσως ξέφωτο του μονοπατιού, ένα μικρό κομμάτι γης που το έστρωσε λες η φύση με το καταπράσινο χαλί της για να αποθέσει το εκκλησάκι. Το μονοπάτι ελίσσεται ανάμεσα σε αμέτρητα είδη φυλλοβόλων, πορτοκαλί οξιές, καστανές δρυς, κίτρινα σφενδάμια και κοκκινωπούς θάμνους, που σαν να έχουν φορέσει το πιο καλό φθινοπωρινό τους ένδυμα για να συμμετάσχουν στη γιορτή χρωμάτων που κορυφώνεται μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας. Για ώρα είμαστε δέσμιοι της ομορφιάς τους και συνεχίζουμε απλώς να περπατάμε χωρίς να μας ενδιαφέρει πια ο προορισμός… Μόνο το σούρουπο, που σκεπάζει γοργά τον ουρανό, μας επαναφέρει στον ρεαλισμό και μας αναγκάζει να επιστρέψουμε στην «ασφάλεια» του ξενοδοχείου…

Κίσσαβος, πολύχρωμη αγκαλιά

Το βράδυ μάς βρίσκει μπροστά στο τζάκι, με τα μάτια χαλαρωμένα από το σπινθηροβόλημα της φωτιάς και την ψυχή παραδομένη στο φθινοπωρινό όνειρο. Το μυαλό όμως δεν ησυχάζει καθόλου, αναρωτιέται για τις αυριανές διαδρομές στον Κίσσαβο – είναι άραγε δυνατόν να είναι οι εικόνες πιο όμορφες από τις σημερινές…
Μεγάλο μέρος της βορειοανατολικής πλευράς του βουνού –που παλιά ονομαζόταν Όσσα– έχει χαρακτηριστεί αισθητικό δάσος, κάτι που δίνει ελπίδες πως η φύση εδώ προστατεύεται και αφήνεται να μεγαλουργήσει. Έτσι το πρωινό ανηφορίζουμε από την Καρίτσα προς το καταφύγιο∙ ήδη από την τοποθεσία Αριόπρινο, οι οξιές αρχίζουν να κυριαρχούν στο τοπίο. Όσο ανεβαίνουμε ψηλότερα, το πράσινο δίνει τη θέση του στο πορτοκαλί, και στα μονοπάτια που φεύγουν αριστερά, το δάσος υψώνεται μπροστά μας διαμορφώνοντας μια πολύχρωμη αγκαλιά που μας καλεί να χαθούμε μέσα της. Κι εμείς ακολουθούμε το κάλεσμα και μπαίνουμε στη γεμάτη ήχους σιωπή του δάσους. Περνάμε στον μαγικό κόσμο του, κοιτάμε ολόγυρα εκστατικοί, όλα είναι ασάλευτα, δοσμένα στην ομορφιά του φθινοπώρου. Κάποιες στιγμές σταματάμε, δεν θέλουμε ούτε ο ήχος των βημάτων μας να διαταράξει αυτή τη μαγική ησυχία. Μόνο ο αέρας που ταξιδεύει ανάμεσα στις φυλλωσιές, το νερό που κυλάει παιχνιδιάρικα σε κάποιο μακρινό ρέμα, κάποιο νέο μανιτάρι που προσπαθεί να ξεπεταχτεί πάνω από τα ξερά φύλλα, το ρυθμικό κελάηδισμα από ένα πουλί που μάλλον δεν θα δούμε ποτέ… Μόνο αυτοί είναι οι ήχοι που αρμόζουν εδώ. Νιώθουμε τόσο μικροί μπροστά στο δάσος και ταυτόχρονα τόσο σπουδαίοι, που έχουμε τη νοημοσύνη για να εκτιμήσουμε την ομορφιά του.
Οι ώρες περνούν και πάλι χωρίς να το καταλάβουμε, την κούρασή μας τη νικά συνεχώς ο θαυμασμός και έτσι φτάνουμε απόγευμα πια στο φιλόξενο καταφύγιο Κάναλος στα 1.604 μ. Ένα στρογγυλό τζάκι σιγοκαίει στο κέντρο της όμορφης ξύλινης σάλας, ενώ οι άνθρωποι του ΕΟΣ Λάρισας μας υποδέχονται με χαμόγελο και προθυμία να μας κατατοπίσουν σχετικά με το βουνό. Όμως η εικόνα που φαίνεται από τα παράθυρα είναι αδύνατον να μας αφήσει για πολύ στη ζεστασιά του τζακιού
και της παρέας.
Στον εξώστη, η θέα είναι καθηλωτική∙ ο ήλιος, αδύναμος πια, βάφει χρυσά τα τελευταία λιγοστά φύλλα πάνω στα κλαδιά, μακραίνει τις σκιές των δέντρων μέχρι που αυτά χάνονται μέσα τους, χρωματίζει με απαλό ροζ τις απέναντι κορφές, σαν χάδι λίγο πριν τις εγκαταλείψει. Ένα πέπλο ομίχλης έρχεται τότε να τις τυλίξει, λες και θέλει να κρύψει από τα μάτια των θνητών τους μύθους που αιωρούνται γύρω τους, τους μύθους για τις Ορεάδες νύμφες που κατοικούν εδώ και βγαίνουν ακροπατώντας το σούρουπο φοβισμένες από τα τρομερά όντα, τους κύκλωπες που είναι «σαν βράχοι της Όσσας». Τους μύθους για τους ασεβείς Γίγαντες, τους γιους της Ιφιμήδειας, που αψηφώντας τη φύση τους ξεριζώνουν το όρος Πήλιο και το βάζουν πάνω στον Κίσσαβο, για να φτάσουν στον απρόσιτο Όλυμπο και να γκρεμίσουν τους θεούς. Τον θεό Άρη, πάντα διψασμένο για μάχη, να τους καταδιώκει και ξεγελασμένος να φυλακίζεται σε ένα μπουκάλι. Την Αρτέμιδα μεταμορφωμένη σε ελάφι να έλκει τα βέλη τους για τα κατευθύνει τελικά επάνω τους… και την Όσσα να απελευθερώνεται από την αιώνια προσπάθεια να φτάσει τον θεϊκό Όλυμπο...
Όλοι θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια το δημοτικό τραγούδι, για τα δυο βουνά που συνεχώς μαλώνουν το ποιο να ρίξει τη βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι. Πιο χαμηλός και ταπεινός ο Κίσσαβος, πάντα εμφανίζεται αδύναμος στη σύγκριση μαζί του∙ ο Κίσσαβος ρίχνει βροχή κι ο Όλυμπος το χιόνι... Όμως ο ρομαντικός ποιητής θέλησε τα δυο βουνά να ερωτευτούν και να γίνουν ένα: Τέτοια νυχτιάν εδιάλεξεν ο Όλυμπος στην Όσσα να δείξει την αγάπη του, να πει τον έρωτά του… Η όμορφη Όσσα τελικά μαγεύει το αγέρωχο βουνό και από την ένωσή τους γεννιέται ο οπλαρχηγός του Ολύμπου: …και δεν επέρασε καιρός, χρόνοι πολλοί και μήνες π’ ακούστηκε σε μια βοή μεσ’ στ’ Άγραφα, στην Πίνδο, τ’ αρματωλού το πάτημα του φοβερού Βλαχάβα, και να φωνάζουν αητοί, να σκούζουνε γεράκια: «Ανοίξτε, λόγγοι, να διαβεί, μεριάστε τα κλαριά σας και θα περάσει το στοιχειό, ο δράκοντας της Όσσας!», λέει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημά του «Τα δυο βουνά».
Στα σπλάχνα του Κίσσαβου έβρισκαν πάντα καταφύγιο οι κλέφτες και οι αρματωλοί, οι καταδιωκόμενοι από τους κατακτητές και οι ομάδες των αντιστασιακών. Κρύβονταν στις σπηλιές και χάνονταν στα δυσπρόσιτα φαράγγια του. Σήμερα κάποια από αυτά ακόμα παραμένουν απρόσιτα για όσους δεν έχουν ειδικές γνώσεις και τεχνικό εξοπλισμό. Όμως είναι τόσο πολλά αυτά που μπορεί να χαρεί ο απλός επισκέπτης στον ανατολικό Κίσσαβο…
Οι φυσικές ιαματικές πηγές «Κόκκινο νερό», ένα κόκκινο ποτάμι που ρέει χρωματισμένο από τον σίδηρο των πετρωμάτων που συναντά στις υπόγειες διαδρομές του μέχρι να αναβλύσει εδώ, ανάμεσα σε αρωματικά φυτά και πολύχρωμα αγριολούλουδα. Είναι ένα ιδιαίτερο φυσικό φαινόμενο, αλλά και μια μοναδική πηγή σωματικής αναζωογόνησης, ευεξίας και άμεσης επαφής με τη φύση.
Οι παραλίες της Βελίκας και του Αγιόκαμπου, πλατιές και ήσυχες, με γκρίζα και λευκή αμμουδιά και διάφανα γαλανά νερά, που ακόμη και μες στην καρδιά του φθινοπώρου σε δελεάζουν να βουτήξεις στον κρυστάλλινο κόσμο τους. Κοντά στη Βελίκα, τα σπιτάκια COB φτιάχνονται από πηλό και άχυρο, αλλά κυρίως με ομαδικότητα, συνεργασία και πολλή αγάπη για τον άνθρωπο και για τη φύση
που τον φιλοξενεί…
Στο τέρμα ενός διαμορφωμένου μονοπατιού που αναπτύσσεται μέσα σε οργιώδη βλάστηση βρίσκεται ο καταρράκτης της Σωτηρίτσας. Δύο μικροί καταρράκτες πέφτουν ανάμεσα από σκούρα, τραχιά βράχια, ενώ ο ήλιος μπαίνει μόνο από ένα μικρό άνοιγμα ίσα για να παιχνιδίσει με το νερό και να αποκαλύψει τις σκοτεινές σπηλιές που κρύβονται πίσω από το υγρό παραπέτασμα. Τα ανέγγιχτα χωριά, η Μελίβοια, η Καρίτσα, το Μεγαλόβρυσο, το Μεταξοχώρι, άλλα με θέα στη θάλασσα κι άλλα χωμένα στο πυκνό δάσος, άλλα στριμωγμένα πλάι σε ρέματα κι άλλα γύρω από μια απλόχωρη πλατεία κι έναν πλάτανο, όλα όμως με τη «μυρωδιά του χωριού», σε προσκαλούν να περπατήσεις στα σοκάκια τους, να γευτείς τον αέρα τους και να κλέψεις λίγες στιγμές από την απλή και ήρεμη ζωή τους.

Αφήνεις τη φαντασία σου ελεύθερη να πλανηθεί και κλείνοντας τα μάτια προσπαθείς να κρατήσεις την ανάμνηση της ομορφιάς που σε περιβάλλει. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο από το προσπαθήσεις να δεχτείς αυτή τη σιωπηλή αρμονία να εισχωρήσει στην ψυχή σου, σαν μια τελευταία ανάσα πριν πάρεις τον δρόμο της επιστροφής. Πώς να φύγεις από τη φύση, αυτή στην οποία προορίζεσαι να ζεις, για να γυρίσεις σε ένα περιβάλλον τόσο αταίριαστο με τη βαθύτερη ουσία σου; Το μόνο που σου δίνει κουράγιο είναι η υπόσχεση που θα δώσεις στον εαυτό σου φεύγοντας, πως σύντομα θα ξαναγυρίσεις, ίσως για περισσότερο καιρό, ίσως νωρίτερα από το επόμενο φθινόπωρο, ίσως αυτή τη φορά για να μείνεις για πάντα εδώ…

Χάρτης