Μετέωρα
5.0/5 κατάταξη (4 ψήφοι)
ΚΕΙΜΕΝΟ Ι ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Θάλεια Νουάρου

Μετέωρα
Τα γνωστά, τα άγνωστα…

Όλοι έχουμε περάσει και μια στιγμή σταθήκαμε να αγναντέψουμε τη θέα, να την απαθανατίσουμε σε μια φωτογραφία. Oι πιο πολλοί έχουν σταθμεύσει να προσκυνήσουν στο Μεγάλο Μετέωρο, συνήθως μέσα σε κάποιο πούλμαν – στάση για έναν πιο μακρινό
προορισμό. Ελάχιστοι τα έχουν περπατήσει. Να ’χουν αγγίξει το Αδράχτι, να έχουν σκαρφαλώσει βράχο τον βράχο, να ’χουν πατήσει σ’ όλες σχεδόν τις κορυφές. Να ’χουν να σου λέν’... Για περπατήματα νύχτα με φεγγάρι, για κατάλευκους χειμώνες και εκείνο το ρευστό πέπλο που τα σκεπάζει το φθινόπωρο. Για τη δύση του ήλιου, που κάθε φορά είναι αλλιώς. Παίρνουν άλλες μορφές και χρώματα ο βράχος, το σύννεφο, ο ουρανός. Ελάχιστοι, κι οι πιο πολλοί τους ξένοι…

Περπατώ στον βυθό μιας προϊστορικής λίμνης. Της απέραντης «θεσσαλικής θάλασσας», που πριν από εκατομμύρια χρόνια χύθηκε στο Αιγαίο. Κατακλυσμοί, σεισμοί και κανταποντισμοί, πανίσχυρες τεκτονικές δυνάμεις δημιούργησαν τη θεσσαλική πεδιάδα. Άμμος, λάσπη και ποταμίσιες πέτρες με σμιλευτή τους τον χρόνο, τη βροχή και τον άνεμο, που έπλασαν τούτη εδώ τη σπάνια λιθοπολιτεία. Ήταν το Αρχαίο Αιγίνιο, η πόλη των Τυμφαίων, με το πέτρινο δάσος από τιτανόλιθους στις όχθες του Πηνειού. Φύσει και θέσει οχυρή, οι Μακεδόνες θα την οχυρώσουν τελειότερα και θα την κάνουν απόρθητη έχοντας σαν ακρόπολη τον βράχο της Αγυιάς.
Μαζί μου ο Κώστας. Oρειβάτης κι αναρριχητής από παιδί, ξέρει τον κάθε βράχο με το όνομά του, τον έχει πατήσει. Πώς γεννήθηκαν τούτα τα ονόματα, ποια ιστορία μολογούν, πόσες μορφές, ψυχές και ψίθυρους από τους ασκητές των βράχων, πόση ενέργεια κλείνει στα σπλάχνα του ετούτος ο παράξενος κόσμος…

Η σκήτη του Αγίου Πνεύματος

Πρωί, κι έχουμε ανέβει στο Καστράκι, τον όμορφο παραδοσιακό οικισμό της Καλαμπάκας με τα γραφικά σπίτια και τα ονομαστά φαγάδικα, στη σκιά των γκρίζων γιγάντων. Από την πλατεία του θα ξεκινήσουμε την πορεία μας για τον βράχο του Αγίου Πνεύματος, εδώ που τον 10ο αιώνα ασκήτεψε ο Βαρνάβας, πρώτος ερημίτης των Μετεώρων. Η ιστορία ξεκινά πολύ πιο πριν, όταν ήδη από τον 3ο αιώνα, οι πρώτοι ερημίτες και ασκητές χτίζουν τις καλύβες τους μέσα στις σπηλιές των βράχων, που μέχρι τότε χρησίμευαν ως κρησφύγετα των κατοίκων από τους διάφορους επιδρομείς. Αυτές ήταν οι λεγόμενες «Kαλίες», οι οποίες προμήνυσαν τις πρώτες μοναστικές κοινότητες, που μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού απαρτίζονταν από λαϊκούς. Με τον καιρό τα κοινόβια μετονομάστηκαν σε «Mονές», και κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, εποχή των εικονομαχιών, πολλοί βρίσκουν εντός τους καταφύγιο. Τότε είναι που η πόλη του Αιγινίου αποκτά νέο όνομα: Σταγοί, πιθανότατα από παραφθορά του ονόματος «στ’(ους) αγίους». Oι κατακτητές πολλοί –Ρωμαίοι, Γότθοι, Βούλγαροι και Σλάβοι, Φράγκοι, Καταλανοί, Όθωμανοί–, επιδίωκαν ωστόσο την ειρήνη, οπότε και φρόντιζαν να έχουν καλές σχέσεις με τους κατοίκους παρέχοντάς τους τα απαραίτητα προνόμια.
Όλα αυτά θα μου τα πει ο Κώστας περπατώντας, καθώς αφήνουμε πίσω μας τα τελευταία σπίτια και χωνόμαστε όλο και πιο βαθιά στη γη, να ριζώσουμε θαρρείς μέσα στον βράχο.
«Ψαμμιτικό κροκαλοπαγές, καθισμένο σε στρώματα στο βυθό της Τηθύος», θα μου πει, καθώς αγγίζω και παρατηρώ από κοντά την υφή των βράχων. Απέναντί μας η Ντούπιανη με τη σπηλιά του Παντοκράτορα, όπου ο Νείλος, με τον τίτλο του «Πρώτου της Σκήτης των Σταγών» ιδρύει το 1366 την ομώνυμη, ακατοίκητη σήμερα μονή. «Ντούπια» στα σλάβικα σημαίνει κοίλωμα, οπή – όλο και κάτι άφησαν βλέπεις πίσω τους οι κατακτητές. Το ίδιο το όνομα «Καλαμπάκα» στα τούρκικα σημαίνει «καλό φρούριο» και αυτή την ονομασία πήρε η πόλη των Σταγών μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Ο ρυθμός χαλαρός, σταθερός. Μικρές και μεγάλες ιστορήσεις αφορμή για στάση την κατάλληλη στιγμή, να μην κουραστείς, να πάρεις μια ανάσα, έχει και η πεζοπορία την τεχνική της.
Θα περάσουμε τα λεγόμενα «κομμάτια» ή «σπασμένα», έναν βράχο που κατακρημνίστηκε από σεισμό τη δεκαετία του 1950, κάνοντας εύκολη την πρόσβαση προς τον βράχο του Αγίου Πνεύματος, που μέχρι τότε γινόταν αποκλειστικά με αναρρίχηση. Αγαπημένη δραστηριότητα του Κώστα, σου μιλά γι’ αυτήν με πάθος. Αποτελεί, άλλωστε, μια πολύ παλιά υπόθεση για την περιοχή. Πολλές από τις σκήτες των βράχων απαιτούσαν κάποιου είδους αναρρίχηση για την προσέγγισή τους, ενώ μαρτυρίες μετέπειτα μοναχών αλλά και ίχνη αναβάσεων σε πολύ δύσκολους βράχους –όπως αυτός εδώ που ανεβαίνουμε τώρα με ευκολία– επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό. Λίγο πριν το διαμορφωμένο βραχομονοπάτι, οι πελώριοι βράχοι σκύβουν από πάνω σου σαν να σε σκεπάζουν, αφήνοντας έξω απ’ τη σκιά τους ένα μόνο κομμάτι ουρανού. Ενώ παίρνουμε το ανηφορικό μονοπατάκι για τη σκήτη, ο Κώστας ονοματίζει τους απέναντι βράχους…
Η σκήτη όπου είναι χτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος ήταν επίσης ένας φυσικά διαμορφωμένος βράχος, που λαξεύτηκε από βοσκούς με καλέμι και ξίδι ως διαβρωτικό, ώστε αρχικά να χρησιμοποιείται ως μαντρί. Η επιλογή της θέσης δεν ήταν τυχαία, αφού εδώ, μέσα από μια φυσική νεροφαγή, κυλούσε πολύτιμο νερό και ακριβώς από κάτω της λαξεύτηκε μια στέρνα για τη συγκέντρωσή του. Ανήμερα του Αγίου Πνεύματος γίνεται πανηγύρι με φαγοπότι κι οι ντόπιοι συχνά διανυκτερεύουν στο ωραίο πλάτωμα που σχηματίζει εδώ ο βράχος. Θα ανέβουμε κι άλλο ως την καμπάνα, στον ώμο του βράχου, για να καθίσουμε να απολαύσουμε τη θέα σε ακτίνα 360 μοιρών! Οι Κουμαριές, ο βράχος της Σουρλωτής και το Πυξάρι, πίσω οι χιονισμένες κορφές του Κόζιακα και της Τριγγίας και στο φόντο, πέρα βαθιά, ο αργυροδίνης πάντοτε Πηνειός. Πέρα απ’ τον σταυρό με το μαντίλι που οι ντόπιοι αλλάζουν κάθε χρόνο, ο από κάτω μας κόσμος φαντάζει μικρός σαν να τον χαζεύεις από πτήση. Βρισκόμαστε στα 500 μέτρα υψόμετρο κι οι ιστορήσεις θέλουν τον τσάρο των Σέρβων Ντουσάν να τοποθετεί εδώ, στην κορφή, έναν μεγάλο μεταλλικό σταυρό, χωρίς ποτέ να βρεθούν σημάδια ασφάλισης για αναρρίχηση στον κάθετο, επιβλητικό βράχο! Για τον Κώστα, πάντως, και τους απανταχού αλπινιστές, η κατάκτηση της κάθε κορφής είναι συνώνυμο της ελευθερίας. Πώς γίνεται να το αμφισβητήσεις…

«Ογλάς», οι φυλακές των μοναχών

Θα κατεβούμε και θα κυκλώσουμε τον βράχο ακολουθώντας βόρεια κατεύθυνση ώστε να δούμε από κοντά τις λεγόμενες «φυλακές των μοναχών» – ένα θεόρατο κατακόρυφο σπήλαιο με πολλές φυσικές κοιλότητες, όπου κατέφευγαν όπως λέγεται οι μοναχοί από τα γύρω μοναστήρια προκειμένου να αυτοτιμωρηθούν, να εξιλεωθούν, να μετανοήσουν… Ερειπωμένες ξυλοκατασκευές, σφηνωμένες στις σπηλαιώσεις, μαρτυρούν κάτι από τη ζωή εκείνων των απόκοσμων στυλιτών που έκαμαν πατρίδα τους τον βράχο. Δίπλα από το σπήλαιο μια ακόμη αναρριχητική διαδρομή, από τις πιο προκλητικές, σου κόβει την ανάσα. Από τούτο το σημείο έχεις θέα σε όλο το βόρειο συγκρότημα των Μετεώρων, από αντίστροφη οπτική. Δεξιά προς αριστερά μας η Μονή Ρουσσάνου με τα κρεμαστά γεφυράκια, χτισμένη στην κορφή του κατακόρυφου στύλου, η Μονή Βαρλαάμ, ο Πλατύλιθος με το Μεγάλο Μετέωρο και εμπρός τους ο Άγιος Νικόλαος ο Αναπαυσάς. Σκέφτομαι τότε που η ανάβαση σε τούτες τις μονές γινότανε με την ανεμόσκαλα ή –ακόμα χειρότερα– με το δίχτυ, ένα μάτσο τρύπες δεμένο με σχοινιά, να τρέμεις και να νικάς τον φόβο, καθώς το ανέβασμα έμοιαζε να κρατά αιώνες…
Κι άλλους μύθους ιστορεί ο Κώστας για το πώς χτίστηκαν τα μοναστήρια, ενώ αναρωτιέσαι πραγματικά πώς ανέβηκαν τα υλικά –τόση πέτρα– στ’ απρόσιτα αυτά βράχια με τα μέσα της εποχής. Και κάπως έτσι, οι μύθοι αρχίζουν να φαντάζουν πιστευτοί!
Πέρα στο βάθος, δεξιά, η Ψαρόπετρα, ο βράχος απ’ όπου εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν καθίσει να αγναντέψουν νωχελικά το ηλιοβασίλεμα, κι από κει θα το κοιτώ κι εγώ γύρω στις 5 το απόγευμα...

Ο Άγιος Γεώργιος ο Μαντηλάς

Η μέρα, βλέπεις, στα Μετέωρα φαντάζει μεγάλη κι είναι στ΄ αλήθεια αναρίθμητα τα μονοπάτια που μπορεί να πάρει κανείς για να βαδίσει, να σκαρφαλώσει, να αναρριχηθεί, να νιώσει ένα με τον βράχο. Δυστυχώς, τα πιο πολλά άγνωστα, δίχως σήμανση, αφού ακόμα κι αυτές οι δραστηριότητες μοιάζουν μάλλον μη επιθυμητές στις μοναστικές κοινότητες. Παρά το γεγονός μάλιστα ότι η αναρρίχηση απαγορεύεται αυστηρά στους βράχους που κατοικούν οι μονές και οι αναρριχητές σέβονται αυτόν τον περιορισμό. Αιτία για όλα αυτά η «ιερότητα του χώρου», ενώ προσπαθώ να σκεφτώ κάτι ιερότερο από αυτό που δεν είναι άλλο από την ίδια τη φύση (μας), ενός είδους μετουσίωση, μια θεία κοινωνία. Από εδώ πάντως μπορείς να προσεγγίσεις τη Δρακοσπηλιά και τη Μονή Βαρλαάμ και να συνεχίσεις μέχρι το Μεγάλο Μετέωρο. Εμείς θα τραβήξουμε άλλη πορεία ώστε να κυκλώσουμε ολόκληρο τον βράχο του Αγίου Πνεύματος, που στα δυτικά του φωλιάζει η σπηλιά του Αγίου Γεωργίου του Μαντηλά.
Πολύχρωμα μαντίλια ανεμίζουν στη σπηλιά, και αιτία το μαντίλι κάποιου φερετζέ, που μια Τουρκάλα κάποτε έταξε στον άγιο για να κάνει καλά τον άντρα της. Ανήμερα του αγίου, οι ντόπιοι, μέσω μιας απαιτητικής αναρρίχησης, ανεβαίνουν στη σπηλιά για να αλλάξουν τα παλιά μαντίλια, προσφέροντάς νέα ως τάματα για καλή υγεία. Έχουμε ολοκληρώσει έναν περίπατο τριών περίπου ωρών στα ύψη και τα βάθη των Μετεώρων. Κι ήταν τόσες οι εικόνες, οι εναλλαγές του τοπίου, τόσες οι σκέψεις, τα αισθήματα κι οι ιστορήσεις, που ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα…

Το μονοπάτι της Αγίας Τριάδας

Ο Κώστας με προτρέπει να πάρω ένα ακόμη μονοπάτι. Έχω χρόνο κι είναι μόνο μισή ωρίτσα ανάβαση. Από την Κόκα-Ρόκα, την πλατεία της πάνω πόλης της Καλαμπάκας, ξεκινά η διαδρομή για τη μονή της Αγίας Τριάδας, που ανάμεσα σ’ άλλα ξεχωρίζει για την εντυπωσιακή της είσοδο – ένα πέτρινο τούνελ λαξευμένο στο βράχο. Ήταν μία από τις πιο δυσπρόσιτες μονές κι είναι στ’ αλήθεια γλαφυρές οι αφηγήσεις των περιηγητών για την ανάβαση μοναχά με λαξευτά και ξύλινα κλιμάκια! Ένα φιδίσιο μονοπάτι διασχίζει ολόκληρο το φαράγγι, που ’χει μήκος 1.100 μέτρα και βάθος 110, και περπατιέται με σχετική ευκολία… Πάνω από τις φυλλωσιές των δέντρων, η θέα του θεόρατου Άλτσου ή Άλυσσου, με την απρόσιτη για χρόνια κορυφή του, γεμάτη μύθους, θρύλους και… λάφυρα, και στο βάθος οι χιονισμένες οι κορυφογραμμές του Κόζιακα. Θα τα βρω λίγο πιο δύσκολα απ’ όσο φανταζόμουν, μόνος είναι αλλιώς, θέλει κουράγια η ανηφοριά. Μια πέτρα είναι εκεί να ξαποστάσεις, στο βάθος ακούς φωνές, σε λίγο δεν θα ’σαι μόνος πια. Είναι η Βασιλική και ο Γιώργος, φοιτητές ξυλογλυπτικής στη μοναδική σχολή ξυλογλυπτικής στην Ελλάδας, που ίσως να μην μπορούσε να είναι κάπου αλλού. Θέλει μεράκι, υπομονή, πειθαρχία, λεπτότητα και κόπο αυτή η τέχνη και το τοπίο τούτο της ταιριάζει απόλυτα. Θα ανέβουμε μαζί ως τη μονή και μαζί θα συνεχίσουμε... Μοιάζει να μοιράζεται η κούραση, όταν περπατάμε μαζί... Νιώθει πολύ τυχερή η Βασιλική, που της έτυχε να ζήσει σ’ αυτό εδώ το μέρος. Η ενέργειά του τη μαγεύει και την αναστατώνει. Κι ενώ οι παλιοί δεν τα πάνε και τόσο καλά με τις πεζοπορίες –δεν γνωρίζουν τον τόπο τους–, τα νέα παιδιά έχουν ξεκινήσει πάλι και περπατάνε. Όμορφα νέα, όμορφα παιδιά! Σε δέκα μόλις λεπτά μπορούμε να περπατήσουμε μέχρι τον Άγιο Στέφανο, να ξεκινήσουμε το αγνάντεμα της δύσης από κει. Κι ύστερα να επιστρέψουμε πίσω από τον κεντρικό δρόμο, να βρούμε κι άλλα μονοπάτια για αύριο.

Ο γύρος των μονών

Ποια να ’ναι η πιο όμορφη μονή; Η Αγία Τριάδα; Ο γαλήνιος Άγιος Στέφανος, καταφύγιο του Παύλου Μελά, με την ειρηνική εσπερινή του θέα; Η Μονή Ρουσσάνου, που ορθώνεται σαν γιγάντιο μανιτάρι πάνω απ’ το κεφάλι σου με τα μελίσσια και τις φροντισμένες τριανταφυλλιές; Για τη Μάρω Θεοδώρου, κεραμίστρια και καθηγήτρια στη σχολή ξυλογλυπτικής, είναι ο Άγιος Νικόλαος με τις περίφημες αγιογραφίες του ζωγράφου Θεοφάνους. Για τη Βασιλική, είναι ο Άγιος Νικόλας ο Αναπαυσάς και για τον κύριο Τάσο, ωραιότερη είναι η περίφημη Μονή Βαρλαάμ, το δεύτερο σε επισκεψιμότητα μοναστήρι των Μετεώρων, όπου ο ίδιος βγάζει ένα μεροκάματο ως μικροπωλητής. Για τους περισσότερους πάντως είναι το Μεγάλο Μετέωρο, η μεγαλύτερη μονή της μετεωρίτικης μοναστικής πολιτείας, που ίδρυσε περί το 1344 ο μοναχός Αθανάσιος, καταδιωγμένος από το Άγιο Όρος. Ή ιστορία της, η πανέμορφη άγρια θέα, το εσωτερικό του καθολικού της αλλά και τα μεγάλης καλλιτεχνικής και θρησκευτικής αξίας εκθέματα που φιλοξενεί την καθιστούν τη μεγαλύτερη σε επισκεψιμότητα μονή.
Όλα τελικά τα μοναστήρια τα περπατήσαμε. Σε όλα ανεβήκαμε, ήταν να γίνει η αρχή. Κι απ’ την Ψαρόπετρα αγναντέψαμε τη δύση, μαζί με Γάλλους, Γιαπωνέζους, Ρώσους και τεμπέλικους γάτους. Μαγευτήκαμε, χαθήκαμε, φανταστήκαμε μορφές, απέκτησαν ανθρώπινη υπόσταση οι βράχοι. Σαν να ταξιδέψαμε για λίγο σε έναν άλλο κόσμο. Βράδιασε κι έβαλε ψύχρα, μα δεν σ’ αφήνει τ’ Αδράχτι –φτερό από πέτρα που χορεύει στον άνεμο–, δεν σ’ αφήνει το φως, τα δυο φωτάκια των μονών, ο χωροχρόνος. Να ‘ταν οκτώ οι ώρες που περπατήσαμε απόψε; Να ’χε λέει και φεγγάρι. Εκεί θα ήμασταν ακόμα!
Στο Καστράκι πια αποφασίζουμε να γυρίσουμε με οτοστόπ. Συνηθίζεται στα Μετέωρα με τόσο τουρισμό.
Το βράδυ πίνουμε στο καφενείο του Φουρτούνη. Τσιπουράκι και μεζέ, μπιρίτσα ο Κώστας. Απλά πράγματα, παραδοσιακά, από μια παρέα νέων παιδιών που ‘χουν κρατήσει ένα καφενείο τόσο όμορφο, όπως τότε. Και όλη η Καλαμπάκα μαζεύεται εδώ…

Σταυρός - το μονοπάτι της Αγυιάς

Ο Κώστας θέλει να μας πάει με τη Βασιλική για ανάβαση στον περίφημο Σταυρό, ψηλά στον βράχο της Αγυιάς. Από τις πιο δύσκολες, μα συνάμα κλασικές ορειβατικές διαδρομές, απαιτεί σκοινί και σκαρφάλωμα (scrambling) και οπωσδήποτε να τα πηγαίνεις καλά με τα ύψη, αφού ανεβαίνεις στα 630 μέτρα από τη γη. Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες, μα είναι κι η Βασιλική που το ΄χει όνειρο να ανέβει στον Σταυρό…
Θα πάμε. Από το παλιό Καστράκι, θα διασχίσουμε την «παλαιόστρατα», το παλιό μονοπάτι που ένωνε κάποτε το Καστράκι με την Καλαμπάκα. Στη μέση, θα σταθμεύσουμε να χαζέψουμε τη θέα του οικισμού αλλά και να δούμε τα «Αμπάρια», τεράστιες φυσικές σπηλαιώσεις των βράχων που τις χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ως αποθήκες. Στον Άγιο Νικόλαο, το σημείο όπου ο δρόμος τελειώνει, θα φορέσουμε τον απαραίτητο εξοπλισμό, «πάνω απ’ όλα η ασφάλεια», θα πει ο Κώστας, και θα πάρουμε τα ξύλινα φαρδιά σκαλοπάτια που σε 15 περίπου λεπτά θα μας οδηγήσουν στο εκκλησάκι της Παλιάς Παναγιάς. Έτσι θέλει να κάνει ο Κώστας όλα τα μονοπάτια των Μετέωρων, αν ποτέ κατορθώσουν να τα διαμορφώσουν, μου εξομολογείται. Και πάνω που λες συνήθισες το γυμνό του βράχου, καταπράσινο τώρα το τοπίο σε σκεπάζει. Από το εκκλησάκι θα συνεχίσουμε να ανεβούμε στο περίφημο «Αδράχτι». Το αγγίζεις, σου φαινόταν πιο όμορφο από μακριά, μα το αγγίζεις, καθώς η θέα, αποκαλυπτική, αποζημιώνει για την προσπάθεια. Συνεχίζουμε για λίγο ακόμη την ανάβαση, το τοπίο επιβλητικό, ο βράχος συμπαγής, κάθετος, θεόρατος, με το ζωνάρι του στη μέση –ίσα που καταφέρνεις και πατάς– κι από πίσω στην κορφή του ο περίφημος Σταυρός και τα απομεινάρια της αρχαίας ακρόπολης. Δέος, οπωσδήποτε, και κάποιος φόβος που σε σταματά. «Δεν υπάρχει η θέα που θα δεις από εκεί πάνω», επιμένει ο Κώστας... Είναι πανέμορφο να ξεπερνάς τα όριά σου, σε κάνει άλλον άνθρωπο, για λίγο να νιώθεις σαν θεός. Είναι όμως υπέροχο και να μπορείς να τα ορίζεις...
Τον Σταυρό θα τον χαζέψω λίγο αργότερα από τα χαμηλά, όπως ορθώνεται πάνω στον πελώριο βράχο, στο προσκεφάλι της Κοίμησης της Θεοτόκου, το «καμάρι» των ντόπιων στην παλιά πόλη της Καλαμπάκας. Αποτελεί το αρχαιότερο διατηρημένο μνημείο της περιοχής και μία από τις ωραιότερες σωζόμενες παλαιοχριστιανικές εκκλησιές στην Ελλάδα. Χτισμένη αρχικά κατά τον 1ο αιώνα επάνω σε αρχαίο ναό, αφιερωμένο στον Απόλλωνα, δέχθηκε αλλεπάλληλες επεμβάσεις διατηρώντας όμως μέχρι σήμερα εντοιχισμένα μάρμαρα της αρχαιότητας, άμβωνες και παλαιοχριστιανικά ψηφιδωτά.

Πίσω στου Φουρτούνη, τα παιδιά έχουν σχολάσει. Ακόμη ένα τσιπουράκι για να χαρούμε τη χειμωνιάτικη λιακάδα, που μας προσφέρεται απλόχερα. Καθώς αποχωρώ, σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι να ερμηνεύσεις εντέλει τα Μετέωρα. Γι’ αυτό και δεν τους αξίζει μονάχα ένα πέρασμα. Είναι σαν να ’χουν επίπεδα, πολλαπλές αναγνώσεις, βάθος πεδίου... Σαν να παλεύεις να βρεις απαντήσεις γνωρίζοντας ότι αυτές ίσως και να μην υπάρχουν. Σαν να συναντιέται το θεϊκό με το ανθρώπινο, η γη που σε στηρίζει κι ο ουρανός που σ’ αγκαλιάζει. Που σε καλεί να ανέβεις λίγο ψηλότερα. Κι ας φοβάσαι.

Χάρτης