Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Πάικο Στον τροπικό του… Κιλκίς
5.0/5 rating 1 vote
ΚΕΙΜΕΝΟ Ι ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Θάλεια Νουάρου


∆ρόµοι από κρασί, µετάξι και… χάλκινα οι παρυφές του Πάικου, και πιο ψηλά τ’ απάτητά του µονοπάτια. ∆ασωµένα ως την κορφή, ντυµένα µε φαράγγια, καταρράκτες και σµαραγδένιες λίµνες σε συνεπαίρνουν µε το δυσεύρετο ανάγλυφό τους. Θωρακισµένα από τα πολλά βλέµµατα, τα δάση του Πάικου φέρνουν στον νου τροπική ζώνη· καµωµένη από οξιά, πλάτανο και άγριους καστανεώνες...


Όταν ανοίγεις ένα µπουκάλι κρασί, ανοίγεσαι στον κόσµο που κρύβει µέσα του. Πόσο µάλλον όταν αυτόν τον κόσµο τον έχεις αντικρίσει. Με τα ωραία του τα αµπελοτόπια στις πλαγιές µε τους απαλούς λόφους, τα παλιά πατητήρια και τις αφηγήσεις για τρύγους άλλων εποχών. Το αµπέλι και η σηροτροφία ήταν οι δύο κύριες ενασχολήσεις των κατοίκων της Γουµένισσας, η δηµιουργία της οποίας τοποθετείται στις αρχές της οθωµανικής κατάκτησης. Γηγενείς κάτοικοι, απόγονοι των αρχαίων Παιόνων, αλλά και πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωµυλία απαρτίζουν τον αρχικό πυρήνα την κωµόπολης. Αναµεσά τους Ρόµηδες µε τα ξακουστά τους χάλκινα και αργότερα Πόντιοι πρόσφυγες που ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν µε την ανταλλαγή του ’22. Σπουδαία µουσική παράδοση, µπρούσκο κρασί και έκδηλη θρησκευτικότητα όλα όσα είχε να περηφανεύεται η περιοχή. Κι όµως έλειπε το πιο όµορφο. Το ίδιο το όρος Πάικο, στα σύνορα των νοµών Πέλλας και Κιλκίς: ονειρεµένες διαδροµές να αρµενίζει ο λογισµός σε ατόφια µακεδονίτικα τοπία, µια παρθένα αγκαλιά να βυθιστείς µες στις πυκνές φυλλωσιές, τα ξύλινα γεφύρια, τα νερά…


Κρασί από… µετάξι

Η παραγωγή ενός φρουτώδους και αρωµατικού κρασιού, του λεγόµενου «άριστου οίνου της Γκοµέντζας» µαζί µε τους νερόµυλους και, φυσικά, το µετάξι, έδωσαν στην πόλη αέρα αστικό. ∆εκατρείς αλευρόµυλους και έντεκα χιλιάδες στρέµµατα αµπελώνων µετρούσε η Γουµένισσα στις αρχές του προηγούµενου αιώνα, ενώ η «Χρυσαλίς», το µεγαλύτερο από τα τρία εργοστάσια εξαγωγής µεταξιού, απασχολούσε 420 άτοµα προσωπικό, γυναίκες ως επί το πλείστον. Ήταν «τα κορίτσια που τραγουδούσαν µες στα κουκουλάδικα», όπως όµορφα περιγράφει ο γείτονας Λουντέµης αναφερόµενος στην πόλη µε τη σκιερή πλατειούλα στην αγκαλιά του Πάικου. Σήµα κατατεθέν της η κρήνη που άφησαν κληρονοµιά οι Γάλλοι σύµµαχοί µας το 1918: «∆ιαβάτα, ενθυµού τον Γάλλον στρατιώτην». Το κτίριο του πρώην µεταξουργείου, αντιπροσωπευτικό δείγµα βιοµηχανικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα, στέκει σήµερα στιβαρό µα εγκαταλειµµένο στην είσοδο του οικισµού. 

Μετάξι, κρασί, τσίπουρο – η πόλη µια µοσκοβολιά, µε τους φροντισµένους της αµπελώνες και τα ολοπράσινα περιβόλια µε τις µουριές. Η αµπελουργία και η εκτροφή του µεταξοσκώληκα βάδιζαν βλέπεις µαζί σε µια αρµονική συγκαλλιέργεια. Τα ίδια τα σπίτια µάλιστα είχαν φτιαχτεί µε τρόπο ώστε να µπορούν να εξυπηρετούν και τις δύο αυτές καλλιέργειες. «Τέλη Μαΐου, όταν ουσιαστικά είχε τελειώσει η εκτροφή του µεταξοσκώληκα στα σπιτικά, πουλούσαν τα κουκούλια στα εργοστάσια και τότε άρχιζε ο βλαστικός κύκλος του αµπελιού… Μια αλυσίδα καταπληκτικά δοµηµένη, που είχε δώσει στον τόπο πλούτο και αίγλη...» µας εξηγεί ο Χρήστος Αϊδαρίνης. Εκτός από το παλαιότερο οινοποιείο της περιοχής διατηρεί και το µοναδικό πατητήρι, που σώζεται σήµερα στο υπόγειο του πατρικού του σπιτιού – ενός από τα πολλά αξιόλογα κτίσµατα της πόλης τα οποία δυστυχώς στην πλειονότητά τους δεν έχουν συντηρηθεί. Φτιαγµένο εξ ολοκλήρου από ξύλο καστανιάς, είναι χωρητικότητας 15 τόνων και έχει σκαλισµένη επάνω του την ηµεροµηνία 1852. Με το «καδί», που στην άκρη του είχε ακίδες προκειµένου να σπάει λίγο το σταφύλι, ξεφόρτωναν τα µουλάρια και τα αδειάζανε στο πατητήρι. «Σ’ αυτή την πασαρέλα το ακουµπούσανε» και σου δείχνει το κοίλωµα που έχει σηµαδέψει το ξύλο από τα πολλά αδειάσµατα… Παραδίπλα στο κελάρι, το παλιό µεγάλο βαρέλι όπου αποθήκευαν το κρασί. Από ξινόµαυρο και την τοπική ποικιλία νεγκόσκα, που καλλιεργούνται σε 4.000 στρέµµατα αµπελώνων, παράγεται σήµερα το κόκκινο µπρούσκο ΠΟΠ Γουµένισσας. Εντωµεταξύ τα καζάνια έχουν ανάψει: «Χθες βγήκε το τσίπουρο, σήµερα βγαίνει το απόρακο…» Μια κιθάρα ακουµπισµένη στον χτιστό καναπέ. Οικείος χώρος, παρεΐστικος. «Γλέντια στήνονται στα καζάνια, χθες µόλις ξεκινήσαµε, οργωνόµαστε σιγά σιγά…»


Μονές και χάλκινα

Τι θα ΄ταν η Γουµένισσα χωρίς τα περιβόητα χάλκινα; Τα άφησαν, λέει, τα τούρκικα στρατεύµατα µέσα σε ένα χωράφι αποχωρώντας, ή τα έθαψαν οι Γάλλοι σύµµαχοι στο χώµα και εκεί τα βρήκαν ντόπιοι αγρότες, τα πήραν µαζί τους, τα επισκεύασαν κι έγιναν έτσι οι κοµπανίες των χάλκινων που έκαναν ξακουστή τη Γουµένισσα εντός και εκτός συνόρων. Τέτοιες ιστορίες µολογούν κάτοικοι της περιοχής για µια παράδοση που στη ∆υτική Μακεδονία ξεκινά κάπου εκεί κοντά, στις αρχές του 20ού αιώνα· και όµορφα που είναι να τις ακούς έτσι όπως σώθηκαν από στόµα σε στόµα. Άλλοι υποστηρίζουν πως τα χάλκινα ήρθαν από τη γειτονική Σερβία ή την Αυστρία και άλλα κράτη της βόρειας Ευρώπης. ∆υο τροµπέτες, ένα τροµπόνι, ένα κρουστό – νταούλι ή γκρανκάσα και φυσικά το (µη κρουστό) κλαρίνο συνθέτουν την ορχήστρα µε τον εκρηκτικό ήχο και το ιδιαίτερο χρώµα, που αποδεικνύει περίτρανα πως η µουσική δεν κλείνεται σε σύνορα, αφοµοιώνεται και εξελίσσεται γενιά µε τη γενιά. Οι οργανοπαίχτες είναι αυτοδίδακτοι µουσικοί –παίζουν από µικρά παιδιά– και συντροφεύουνε το γλέντι, τον γάµο, το πανηγύρι, τις τοπικές γιορτές. Μία από τις πιο ιδιαίτερες στιγµές της πόλης, όπου αξίζει να βρεθείς και να απολαύσεις τις µελωδίες των χάλκινων να χτυπούν σε πένθιµους ρυθµούς, είναι η κατανυκτική ποµπή µε τη λιτανεία της εικόνας της Παναγιάς. Έµβληµα της Γουµένισσας, η θαυµατουργή εικόνα γιορτάζεται τέσσερις φορές τον χρόνο και φυλάσσεται στη Μονή της Παναγιάς, τον πυρήνα, όπως λέγεται, απ’ όπου ξεκίνησε να αναπτύσσεται η πόλη. 

Έντονη η θρησκευτικότητα στη Γουµένισσα, το αντιλαµβάνεσαι και από τα µοναστήρια της περιοχής. Εδώ ο θεός δεν τσιγκουνεύτηκε τη θέα ούτε την πέτρα, το ξύλο, τους περίτεχνους τρούλους... Σηµαντικά προσκυνήµατα για τους πιστούς αποτελούν η Μονή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης µε το µεγαλόπρεπο καθολικό και η πετρόχτιστη µονή του Οσίου Νικοδήµου του Αγιορείτη στον Πεντάλοφο. Παρότι εδραιώθηκε µόλις το 1981, εντυπωσιάζει µε το µέγεθος και την παραδοσιακή µακεδονίτικη αρχιτεκτονική της. Ολόκληρη από πέτρα και ξύλο, ξεπροβάλλει σαν κάστρο µε τους δυο του πύργους να κοιτούν τον ουρανό. Η µονή, που είναι µετόχι του Αγίου Όρους, χτίστηκε από τους ίδιους τους 23 µοναχούς της, που αποτελούν ένα δυναµικό κοινόβιο που ζει µε αυτάρκεια. Εκτός από ξυλουργείο, η µονή διατηρεί εργαστήρι αγιογραφίας, µαζί και αµπέλια και περιβόλια, παράγοντας κρασί, τσίπουρο, µελισσοκέρι, τραχανά κι ένα σωρό καλούδια. Ακολουθώντας το δασωµένο µονοπατάκι ακριβώς από πίσω, θα βρεθείς στο ξωκλήσι του Αγίου Τρύφωνα. Μέσα του ο βράχος µε τα σκόρπια τάµατα από λογής λογής τα βραχιόλια φωτίζεται απαλά από το φως. «Κανείς δεν είπε τίποτα σε κανέναν, µόνο του ξεκίνησε… Φαίνεται πως σου βγάζει το ίδιο το µέρος την ανάγκη να αφήσεις κάτι», λένε οι µοναχοί, κι έχουν δίκιο. Ο άγιος µε το κλαδευτήρι ανά χείρας είναι πάντως προστάτης των αµπελουργών και ταξίδεψε στη Γουµένισσα µαζί µε τους πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωµυλία. Γιορτάζεται πανηγυρικά την 1η του Φλεβάρη συνοδεία βραστού µοσχαριού (το λεγόµενο κουρµπάνι). ∆εν θα µπορούσαν να απουσίαζαν τα χάλκινα…


Το µαγικό βουνό

Η φύση πάντως που κυβερνά τούτες της πλαγιές του Πάικου είναι σίγουρα ευλογηµένη. Το βουνό, που στα δυτικά του περικλείεται από την κοιλάδα του «πλατύροου» Αξιού, το διασχίζουν πυκνά δάση, ρεµατιές, λιβάδια, γάργαρα νερά. Ένα βουνό φιλόξενο, εύκολο να το περπατήσεις, ακόµα κι αν δεν είσαι πεζοπόρος. Πολλές επιλογές για βατές ή/και σύντοµες διαδροµές σε µεταφέρουν απευθείας σε σκηνικά παραµυθιού. «Έχω πάει σε πολλά µέρη σε ολόκληρο τον κόσµο, πουθενά όµως δεν βρήκα αυτό που αντίκρισα εδώ», θα µου πει ο Ντέρεκ ενθουσιασµένος. Είναι από την Ολλανδία και µαζί µε τη σύζυγό του Μαρία Μουρούζη είναι ιδιοκτήτες του ξενώνα «∆ηµοσθένης» στη Γουµένισσα. Χρόνια ποδηλάτες αναζητούσαν το µέρος που θα φιλοξενούσε τα όνειρα τους και φαίνεται ότι το βρήκαν εδώ. Σηµατοδοτούν µονοπάτια, οργανώνουν πεζοπορίες, ποδηλατάδες βουνού, γιορτές και δραστηριότητες στο δάσος, δίνοντας την ευκαιρία σε κόσµο από την Ελλάδα και την Ευρώπη να γνωρίσει το Πάικο, να νιώσει εκ των έσω τις οµορφιές του βουνού. Και αυτές είναι πολλές. 

Σε απόσταση αναπνοής απ’ τη Γουµένισσα, στον δρόµο για την Κάρπη, βρίσκεσαι άξαφνα να διασχίζεις ένα πυκνό δάσος, µε τα νερά να σε κυκλώνουν από παντού. Είσαι στα «∆υο Ποτάµια» όπου δύο παραπόταµοι του Αξιού ενώνονται σε έναν, τον Σείριο ή Μαυροπόταµο, σχηµατίζοντας καταρράκτες. Ένας φυσικός χώρος αναψυχής, όµορφα διαµορφωµένος µε ξύλινα γεφύρια, παγκάκια και πλακόστρωτα. Μια πανέµορφη τοποθεσία γεµάτη πλατάνια, δρυς και τον ήχο των ορµητικών γρανιτένιων νερών που σε παρασύρουν να τα ακολουθήσεις. Πιο κει διαδοχικοί καταρράκτες σχηµατίζουν ένα µικρό φράγµα και χώρο διαµορφωµένο για κολύµπι. Και όσο κι αν δεν σου κάνει καρδιά να αφήσεις την πανέµορφη φθινοπωρινή διαδροµή που σε φέρνει από τη Γουµένισσα στο οροπέδιο των Μεγάλων Λιβαδιών, θα πρέπει να σταθµεύσεις. Όχι µία αλλά πολλές φορές. Για να δεις τους ντόπιους να µαζεύουν το κάστανο, να περπατήσεις τα λιθόστρωτα της Καστανερής, να ατενίσεις τη Χαράδρα του Στραβοπόταµου, να απολαύσεις αστείρευτους δασικούς δρόµους, να διασχίσεις το Πριµατάρι… πρώτη ιδέα για το τι ακολουθεί...
Στην Καστανερή, οι γυναίκες διαλέγουν τα κάστανα. «Εδώ τα µεγάλα, εκεί τα µικρά...» Στο καφενείο του χωριού θα κεραστούµε µια γράπα, όπως ονοµάζουν οι ντόπιοι το τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο. Μια βεράντα µε θέα η πλατεία του χωριού, που είναι µε διαφορά το οµορφότερο της περιοχής. Λιθόστρωτες ανηφοριές µε καλοδιατηρηµένα πέτρινα σπίτια και κεραµιδένιες στέγες αγναντεύουν τη φύση, που οργιάζει. Εδώ βρίσκεται το µεγαλύτερο καστανόδασος της χώρας µε 2.000 στρέµµατα αγριοκαστανιάς και άλλα 2.500 µπολιασµένα δέντρα. Από το κάστανο ζει φυσικά ολόκληρο το χωριό αλλά και από την πατάτα, που φηµολογείται ότι είναι από τις καλύτερες στη χώρα. Πρέπει να τη δοκιµάσεις… βραστή στο καφενείο µε τη συνοδεία της απαραίτητης «καυτερής» ή τηγανητή στη µοναδική ταβέρνα του οικισµού. Όµορφοι άνθρωποι, µε κείνο τον αέρα τον βουνίσιο, κάποιοι µετανάστες στη Γερµανία, µιλούν µεταξύ τους µια διάλεκτο που δεν την καταλαβαίνουµε. «∆εν είναι βλάχικα, Βλάχοι είναι παρακάτω, στα Λιβάδια», µας λένε. «Είναι ένα γλωσσικό ιδίωµα της περιοχής, κάτι σαν τα ποµάκικα. Έχει µέσα τούρκικα, βουλγάρικα, ελληνικά…» ∆ιόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι το 1928 στην περιοχή της Γουµένισσας έχουν καταγραφεί 8 διαφορετικά γλωσσικά ιδιώµατα µε δεύτερο το σλαβοµακεδονικό, τη λεγόµενη «απαγορευµένη» γλώσσα. Μετανάστρια από τη Γερµανία και η γλυκύτατη πρόεδρος του χωριού που ήρθε εδώ «για να βάλει τάξη», όπως λέει χαριτολογώντας. Ανάµεσα σε άλλα οργανώνει τις γιορτές χιονιού, «Κόλντα Μπάµπο» όπως χαρακτηριστικά τις ονοµάζει, ένα τριήµερο χριστουγεννιάτικο γλέντι µε ζεστό κρασί και την πατροπαράδοτη φασολάδα. Στη γειτονική Γρίβα γιορτάζεται τούτο τον καιρό –τέλη του Οκτώβρη– και η γιορτή του κάστανου µε µπρούσκο κρασί, τραγούδι, χορό και καστανοκεράσµατα.
Με µια σακούλα κάστανα ανά χείρας αναχωρούµε ανυπόµονα για τα επόµενα στριφογυριστά χιλιόµετρα. Τριγύρω µας, παντού καστανιές, µα και κέδροι, πεύκα, δρυς, ιτιές, οξιές, σηµύδες… Τα δέντρα γέρνουν πάνω απ’ το κεφάλι σου, οι ηλιαχτίδες χοροπηδούν στις φυλλωσιές… Κοντά στην Καστανερή, ο Προφήτης Ηλίας και το πάρκο µε τις καστανιές, ένας καταπράσινος χώρος δασικής αναψυχής µπροστά στο οµώνυµο ξωκλήσι. Μια ειδυλλιακή τοποθεσία για να µαζέψεις κάστανα, να κάνεις κούνια αγναντεύοντας την αντικρινή κορφή της Τζένας, να ανασάνεις άλλον αέρα.
Πιο κάτω ο ήχος των νερών σε καλεί να σταµατήσεις πάλι. Το ξύλινο παρατηρητήριο στα δεξιά σου το επιβεβαιώνει. Είσαι στη θέση Πριµατάρι, στο καλύτερο σηµείο απ’ όπου µπορείς να αγναντέψεις το φαράγγι του Στραβοπόταµου. Ή και να το διασχίσεις, περνώντας οκτώ φορές πάνω από ξύλινα γεφυράκια. Τριάµισι χλµ. είναι όλη η διαδροµή αλλά και µισής ώρας χαλαρό περπάτηµα στην κατηφοριά, µέχρι την πρώτη γέφυρα, είναι αρκετή για να βυθιστείς στην άγρια οµορφιά του φαραγγιού µε τις πανύψηλες οξιές, τόσο πυκνές που νιώθεις να κρύβουν τον ουρανό πάνω από το κεφάλι σου. Σκέτη µαγεία!
Είναι και άλλα τα µονοπάτια ή οι δασικοί δρόµοι που µπορεί να πάρει κανείς κατά µήκος της διαδροµής. Όρεξη να ‘χεις να χάνεσαι στα απέραντα δάση, να µεταφέρεσαι αλλού, να ξεχνάς κάθε επαφή σου µε τον χρόνο… Η θέση Βαλεόρβο, ένα εγκαταλειµµένο καταφύγιο µέσα στο δάσος, µοιάζει µε κινηµατογραφικό σκηνικό όπου ο χρόνος σταµατά και παίρνουν νόηµα µόνο οι µορφές που σχηµατίζουν τα σπασµένα τζάµια, τα παλιά στρώµατα, η ξεχασµένη µασίνα... Έξω, υπάρχει διαµορφωµένος ξύλινος χώρος για τσιµπολογήµατα µέσα στο δάσος και άφθονος χώρος για παιχνίδι και ανάπαυλα. Το σηµείο είναι προσβάσιµο µε ΙΧ κι εδώ καταλήγει και το µονοπάτι από το Πριµατάρι. Μπορείς να το πάρεις κι από δω!
Μ΄ αυτά και µ΄ αυτά βρίσκεσαι να διασχίζεις το οροπέδιο των Μεγάλων Λιβαδιών µε το γυµνό απέραντο τοπίο – θαρρείς σε ελευθερώνει από τα µάγια του δάσους. Σε παίρνει µαζί του στο διάχυτο φως, στα γαλάζια, στα κίτρινα, σε άλλες διαστάσεις. Από τον οικισµό των Λιβαδιών ξεκινά και ο δρόµος –αυστηρά για 4Χ4– που µετά από 10 χλµ. οδηγεί στους καταρράκτες του Σκρα και το φαράγγι Κοτζά-Ντερέ. Είναι µοναδική ευκαιρία να δεις από κοντά το ονοµαζόµενο και Μεγάλο Ρέµα, το θαύµα του Πάικου, που κινείται ανάµεσα σε παλιούς σιδηροδρόµους, γκρεµισµένες γέφυρες και υπολείµµατα γαλλικών νοσοκοµείων. Και η φύση να σε συντροφεύει.
Στο βλαχοχώρι των Λιβαδιών δεν µένει πια κανείς. Τουλάχιστον τον χειµώνα. Και παραµένουν αδειανά τα ολοκαίνουρια πλακόστρωτα, τα φροντισµένα φώτα κι αυτά όµως σκοτεινά…


Η γαλάζια λίµνη

Υπάρχουν πολλοί δρόµοι που οδηγούν στους Καταρράκτες του Σκρα και τη σµαραγδένια λίµνη της Κούπας, τα διαµαντάκια του Πάικου. Το δάσος, που θυµίζει ζούγκλα, φιλοξενεί πλατάνια, φουντουκιές, σκλήθρα κι αµέτρητους κισσούς, ένα ολόκληρο σύµπλεγµα καταρρακτών, σπηλιές µε σταλακτίτες και µια αληθινή γαλάζια λίµνη!

Κατεβαίνοντας τα ξύλινα σκαλοπάτια, µια παρέα επιστρέφει κατάκοπη. Μα δεν µπορεί, σκέφτοµαι λίγο αργότερα, αυτό το µέρος είναι παράδεισος! Τα σκαλιά γίνονται πλακόστρωτο µονοπατάκι, που διασχίζει µικρά ξέφωτα µέχρι να φτάσει στο κεντρικό µονοπάτι, το οποίο οδηγεί στη λίµνη και τους καταρράκτες. Τα νερά πολλά και σ’ αυτό το σηµείο το µονοπάτι έχει πληµµυρίσει, αλίµονο, θα γίνει αφορµή για αποχώρηση... Πατάς λίγο µέσα στα νερά, ακολουθείς τον ήχο τους, τα σηµάδια, τις ταµπέλες… Σύντοµα βρίσκεις τους πρώτους καταρράκτες µε το ξύλινο γεφυράκι – πληµµυρισµένο κι αυτό, µια σύνθεση χάρµα οφθαλµών. Επιστρέφεις πίσω στο βασικό µονοπάτι και άξαφνα αναφωνείς! Που είδες τη λίµνη και είναι πιο όµορφη απ’ όσο φανταζόσουν. Κάποτε οι φωτογραφίες κρύβουν κάτι απ’ την αλήθεια, κάποτε δεν είναι αρκετές να περιγράψουν το θέαµα. Η Σµαραγδένια λίµνη της Κούπας, η γαλάζια λίµνη του Πάικου παίρνει το εξωτικό χρώµα της από τα ασβεστολιθικά πετρώµατα του βυθού της. Ξύλινα γεφύρια οδηγούν στην απέναντι όχθη, περνώντας πάνω από τους καταρράκτες που χύνονται στα νερά της. Θέλεις να παίξεις, να βουτήξεις στα νερά, θέλεις να µείνεις εδώ για πολύ…
Κι ενώ νοµίζεις πως όλα τέλειωσαν –δεν το λες και λίγο– έχει κι άλλο! Γιατί τους καταρράκτες για τους οποίους ξεκίνησες δεν τους έχεις δει ακόµα! Πίσω στο κεντρικό µονοπάτι, δέκα µέτρα παραπέρα θα δεις το φαντασµαγορικό θέαµα των καταρρακτών που πέφτουν από ύψος 5 µέτρων, µπροστά από τη µικρή σπηλιά που σχηµατίζεται πίσω τους. Μπορείς να µπεις µέσα και να δεις πώς φαίνονται τα νερά από πίσω, να αγγίξεις τους σταλακτίτες του βράχου. Τον χειµώνα, λέει, οι καταρράκτες παγώνουν και το θέαµα κόβει την ανάσα. Η εµπειρία να διασχίζεις το δάσος του Σκρα είναι συνώνυµη της ηδονής. Ευγνωµονείς την τύχη που σε έφερε εδώ. Φεύγεις χαρούµενος, γεµάτος, φωτεινός…
«Καλωσήρθατε στο ηρωικό Σκρα». Το χωριό όπου δόθηκε η οµώνυµη µάχη του 1918 σε υποδέχεται. Με την όµορφη πλατεία στη σκιά του γερο-πλάτανου και το µουσειάκι µε τα όµορφα αντιπολεµικά µηνύµατα του Στρατή Μυριβήλη: «Η υδρόγειος έγινε πια ένα κουβάρι αγκαθωτό σύρµα…»


Μια βόλτα στη ∆οϊράνη

Τα καλύτερα, ωστόσο, η Μακεδονία µάς τα φύλαγε για το τέλος. Η διαδροµή από το χωριό Σκρα, στον µεθοριακό Αρχάγγελο κι έπειτα πίσω στα Μεγάλα Λιβάδια και την Καστανερή ήταν τελικά η οµορφότερη όλων. Στο βάθος να ποζάρει στιβαρή, θεόρατη η Τζένα. ∆έος! Την άνοιξη, που ανθίζουν οι κερασιές, οι εικόνες είναι µυθιστορηµατικές. Μέσω αυτής της διαδροµής µπορείς να φτάσεις µέχρι την Αριδαία και τα λουτρά Πόζαρ. Ανεξάντλητη η Μακεδονία... Νότια, τα λασπόλουτρα της Πικρολίµνης, το σπήλαιο του Αϊ-Γιώργη στο Κιλκίς. Ειδοµένη - Εύζωνοι - µεθοριακοί σταθµοί - διαδροµές χωµάτινες. Ποντοηρακλειά - Μεταµόρφωση - Ειρηνικό - Ακρίτας. Απέραντοι σπαρµένοι λόφοι, όµοιοι ζωγραφικοί πίνακες, συναντούν το σύνορο του νερού. Η λίµνη ∆οϊράνη µοιράζεται στα δύο. Από δω τα Χίλια δέντρα, οι λιγοστοί ψαράδες και το καφενείο του «Κρητικού» στις Μουριές, όλα µαζί αναπολούν: τους φοιτητές, τα παιδιά, τις ρακές, τα τρένα, τον χειµώνα εκείνο που η λίµνη είχε παγώσει... Πλέον και την όµορφη προβλήτα µε το σπιτάκι των ψαράδων... «Τα πήρε όλα η λίµνη, τα σήκωσε, πολλά τα νερά, πληµµύρισε ο τόπος…» Θέλει φροντίδα η λίµνη, µα δεν φαίνεται πως νοιάζεται κανείς. Φωτογραφίζω τα ψηλόλιγνα δέντρα, τα παιδιά που ψαρεύουν στην προβλήτα. Κλαδιά που επιπλέουν, ξύλινα γεφύρια, το όµορφο µουσειάκι της λίµνης που µοιάζει να µη λειτούργησε ποτέ… Μια οµορφιά απόκοσµη, λίγο θλιµµένη. Αναρωτιέµαι πώς να ήταν τα πράγµατα παλιά… Και η απάντηση ήρθε απροσδόκητα, διά στόµατος Ηρακλή Φασσουράκη: «Οµίχλη, ρακές, φοιτητές, λίµνη σύνορο, δεκαετίες γεµάτες όνειρα κι έρωτα – ζάλη, βαρδάρης, αγκαλιές, τρένα που πάνε κι έρχονται… Ακόµα µαγικά απέναντι… Σύνορο; Τι είναι αυτό; Σερβία τότε, βαλκάνια ψυχή, ενωµένη. Ατενίζαµε το µέλλον ξαπλωµένοι αγκαλιά στις όχθες της ∆οϊράνης να προφυλαχτούµε απ’ τον Βαρδάρη, αν και είχαµε ανεβάσει γράδα απ’ τη ρακή του φίλου από τον Νότο…»


Πέντε οινοποιεία, όλα επισκέψιμα, βρίσκονται εδώ για να σε ταξιδέψουν στις γεύσεις και τα αρώματα που δίνουν στα κρασιά της Γουμένισσας οι πλαγιές του Πάικου. Στο οινοποιείο Αϊδαρίνη φιλοξενούνται πολύ συχνά εικαστικές εκθέσεις γνωστών καλλιτεχνών. Όλο και κάτι αφήνουν εδώ: ζωγραφικά έργα, πρωτότυπες κατασκευές από ξύλο και μέταλλο, πανέμορφα σκιάχτρα, όλα φιλοτεχνημένα με απορρίμματα... Στο νεότερο και υπερσύγχρονο οινοποιείο Χατζηβαρίτη, δοκιμάσαμε οίνους βιολογικής γεωργίας. Στα «Δυο ποτάμια» στο παλιό πεδίο βολής, μες στις φυλλωσιές τρυπώνει και το οινοποιείο του Τίτου Ευτυχίδη.
Στον δρόμο για τη Γρίβα μπορείτε να επισκεφθείτε και τον μοναδικό εναπομείναντα νερόμυλο, τον οποίο έχει αναπαλαιώσει και διατηρεί ο ιδιοκτήτης του κ. Γρηγόρης Γιαπατζής.
Ήταν ο μεγαλύτερος της περιοχής και από το 1860 άλεθε άλευρα, ενώ διέθετε και πρέσες για την εξαγωγή σησαμέλαιου.
Καλό φαγητό γευτήκαμε στο «Τζάκι» και στον Βαγγέλη στην πλατεία της Γουμένισσας. Εξαιρετικό το ντόπιο λουκάνικο. Αν είστε τυχεροί, στα χωριά της περιοχής θα δοκιμάσετε και αγριογούρουνο. Το κυνήγι μόλις ξεκίνησε…
Στο παρασκευαστήριο παραδοσιακών προϊόντων «Οι Γουμένισσες» θα βρείτε πρωτότυπα κεράσματα χωρίς συντηρητικά: γλυκά του κουταλιού από κάστανο, ασπροκέρασο, αγριόσυκα και κανθαρέλα (άγριο μανιτάρι), αρωματικό κυδωνόπαστο, φρέσκες μαρμελάδες, σπιτική μουστάρδα και «πιπερνιές» με μελιτζάνα ή ντομάτα. Αγορές και διαδικτυακά:
www.oigoumenisses.gr

Χάρτης