Αρχάνες, Χουδέτσι, Μυρτιά - Γωνιά πολιτισμού στην ενδοχώρα της Κρήτης
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)
Κείμενο - Φωτογραφίες: Νίκος Γαλάνης

«Η Κρήτη είναι η σύνθεση που πάντα μου επιδιώκω·η σύνθεση Ελλάδας και Ανατολής. Ούτε Φραγκιά νιώθω μέσα μου ούτε καθαρή “αποσταγμένη” κλασικήν Ελλάδα· ούτε, καθόλου, το αναρχούμενο χάος και την άβουλη εγκαρτέρηση της Ανατολής. Κάτι άλλο, μια σύνθεση».

Νίκος Καζαντζάκης

Όρος Γιούχτας

Στα χέρια μου κρατώ ένα βιβλίο: Αναφορά στον Γκρέκο. Στο σκληρό του εξώφυλλο η μορφή του Καζαντζάκη να με παρατηρεί. Τα διαπεραστικά φλογοβόλα μάτια του με κοιτούν με εμφανή περιέργεια. Την ίδια περιέργεια έχω κι εγώ. Έχω επισκεφθεί πολλές φορές την τουριστική βόρεια ακτή του Ηρακλείου, όπως και την άγρια ξερή ερημική ομορφιά στον Νότο, αυτήν που βρέχεται από το Λιβυκό πέλαγος και μυρίζει Αφρική. Η ενδοχώρα ήταν πάντα ένα πέρασμα που έκρυβε επιμελώς μια άγνωστη ιστορία. Μια ιστορία πολιτισμού. Έναν αγώνα ανάμεσα στους ανθρώπους και τη γη. Έναν διάλογο μεταξύ μουσικής και επιβίωσης. Έναν διάλογο σαν αυτόν που έχω αρχίσει κι εγώ τόσην ώρα με τον Καζαντζάκη.

«Όμορφη που ’ναι η Κρήτη. Όμορφη! Ε και να ’μουνα αετός να την καμάρωνα απ’ την κορφή του αέρα!»

Σ’ αυτή την κορφή οδηγούμαι. Όρος Γιούχτας. Ανηφορίζω ασθμαίνοντας, μα οι μυρωδιές από το δίκταμο, τα πρινάρια, τον έβενο και τα βότανα με ξυπνούν. Γύπες κράζουν από πάνω μου, ενοχλημένοι από την παρουσία μου. Επιβλητικοί. Όπως και η θέα, όταν φτάνω στην κορυφή. Στον Βορρά, μεγαλοπρεπής η πόλη του Ηρακλείου, ο Χάνδακας ή Κάντια, ανάλογα τους κατακτητές της. Δυτικά στέκει ο Ψηλορείτης και στους πρόποδές του ελαιώνες και αμπελώνες, όπως και στα ανατολικά. Τις τελευταίες δεκαετίες τα ξακουστά αμπέλια της ενδοχώρας μειώνονται και αντικαθιστώνται από τις πιο εύχρηστες ελιές.

«Ένα παλιοκούτσουρο πετάει βλαστούς, κρέμουνται κάτι ξερά μπιχλιμπίδια, κι ο καιρός περνάει, ο ήλιος τα ψήνει, γίνουνται γλυκά σαν το μέλι και τα λέμε σταφύλια· τα πατούμε, βγάζουμε το ζουμί τους, το βάζουμε στα βαρέλια, βράζει μοναχό του, το ανοίγουμε του Αϊ-Γιώργη του Μεθυστή τον Οχτώβρη, και βγαίνει κρασί. Τι θάμα είναι πάλι αυτό; Το πίνεις το κόκκινο αυτό ζουμί κι η ψυχή μεγαλώνει».

Είναι απίστευτο πόσο απότομα κόβεται το βουνό και από τα 811 μέτρα υψόμετρο βλέπεις κατευθείαν κάτω τους πρόποδες. Ιστορίες αυτοκτονιών και δολοφονιών κρύβουν αυτοί οι βράχοι. Μαζί κρύβεται και μια ενέργεια μεταφυσική, που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Είναι ο λόγος που στον άγριο τούτο τόπο διάλεξαν οι Μινωίτες να κατασκευάσουν ένα από τα ξακουστά τους ιερά κορυφής, και σήμερα εκεί σεβαστικά ο επισκέπτης να αντικρίζει τον ναό του Αφέντη Χριστού. Πρώτη φορά βλέπω τετράκλιτη εκκλησία, από τις ελάχιστες που υπάρχουν ακόμα στον ελλαδικό χώρο. Συντροφιά στον Δία που, σύμφωνα με τον μύθο, κείτεται στο όρος αυτό δίνοντας τη μορφή του, καθώς κοιτάς το πιο ψηλό σημείο.

«Κάπου κάπου γρικούσες ένα μωρό να κλαίει, ένα σκυλί να γαβγίζει, μια φωνή ανθρώπου, με ευτύς όλα πάλι βουβούνονταν και δεν άκουγες παρά τη φωνή του Θεού, τη σιωπή».

Αρχάνες

Ένα αρχοντικό χωριό απλώνεται στον κάμπο. Αρχάνες. Πολύχρωμες. Γεύσεις και αρώματα σε έναν καμβά χρωματισμένο από την παλέτα των ντόπιων. Ναι, καθώς πλησιάζω, το βλέπω ξεκάθαρα. Πράσινα παραθυρόφυλλα, κατακόκκινα κεραμίδια, ροζ βουκαμβίλιες σκαρφαλώνουν σε πορτοκαλοκίτρινα σπίτια. Καθαριότητα και αρχοντιά παντού. Ρακί και ντόπιο αρχανιώτικο πανάρχαιας ιστορίας κρασί προσφέρεται σε vintage καφενεία συνοδεία τοπικών μεζέδων, όπως το καπρικό. Ένας ολόκληρος οικισμός κομπάζει δικαίως για τα βραβεία που έχει λάβει ως πρότυπος. Μικρά μικρά μουσεία (ιστορικά, αρχαιολογικά, λαογραφικά) μαρτυρούν τη συνέχεια αυτού του τόπου. Τελευταίο εγχείρημα η ίδρυση μιας μεγάλης βιβλιοθήκης, που θα παραδοθεί σε λίγους μήνες. Τουρκογειτονιά, Ενετοί, Νικηφόρος Φωκάς, δυτικότροπα κτίρια, αρχαιο-ελληνικά ευρήματα, όπως το παλαιότερο πατητήρι 3.500 ετών. Αναδευτήρας πολιτισμών η περιοχή.

«Κρητική ματιά δε θα πει να διώξουμε τον δυτικό, ανατολικό, αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θα πει να συνθέσουμε όλα αυτά και προπάντων αυτό το καινούργιο που αναβρύζει μέσα μας, και να ζήσουμε μια νέα, πιο πλατιά, πιο γενναία και πιο υπεύθυνη αντίληψη της ζωής».

Χουδέτσι

Αφήνοντας πίσω μου τις Αρχάνες, προορισμός μου είναι η Μυρτιά, με την παράξενη παλιά ονομασία Βάρβαροι, πατρογονική εστία του Καζαντζάκη. Πρωτύτερα όμως δεν θα αρνηθώ μια επίσκεψη στο Χουδέτσι, διάσημο για το μουσικό φεστιβάλ του. Θέλω να δω πώς ένα χωριό που έχει δεν έχει τετραψήφιο αριθμό κατοίκων έφτασε να συγκεντρώνει πάνω από 40.000 επισκέπτες σε λίγες μέρες. Συναντώ τη Στέλλα Βασιλάκη, η οποία με ξεναγεί σε ένα παλιό αρχοντικό που σήμερα αποτελεί την καρδιά του μουσικού εργαστηρίου Λαβύρινθος. Το 1982 ο θρύλος πια Ιρλανδός Ross Daly ιδρύει ένα ζωντανό κέντρο ανταλλαγής πολιτισμού, διάσωσης μουσικής κουλτούρας. Σημείο αναφοράς τα δεκάδες όργανα που διασώζονται στο μουσείο του οικήματος, μα σημαντικότερη προσπάθεια είναι η έρευνα και εκμάθηση μουσικών τεχνοτροπιών απ’ όλο τον κόσμο, καθώς και η προβολή τους μέσα από τις μουσικές παρασκευές και τις συναυλίες που γίνονται όλο το καλοκαίρι. Δυστυχώς, πέρσι και φέτος δεν πραγματοποιήθηκε το Χουδέτσι Φέστιβαλ λόγω της τεράστιας… επιτυχίας του, όσο αντιφατικό και αν ακούγεται αυτό. Περπατώντας όμως στα πεζοδρομημένα σοκάκια του χωριού, μυήθηκα μέσα από τις περιγραφές της Στέλλας στη μαγεία των ημερών εκείνων, που σε κάθε γειτονιά, σε κάθε πόρτα ή παραθύρι άκουγες παρέες νέων ή μοναχικούς μουσικούς να γρατζουνάνε λαούτα και να χτυπούν κοντυλιές με τη λύρα τους.

«Υπάρχει και κάτι άλλο στην Κρήτη, υπάρχει κάποια φλόγα –ας την πούμε ψυχή–, κάτι πιο πάνω από τη ζωή κι από τον θάνατο, που είναι δύσκολο να το ορίσεις, δηλαδή να το περιορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνεια, το πείσμα, η παλικαριά, η αψηφισιά».

Μυρτιά

Με το σκληρό εξώφυλλο του βιβλίου να μου βαραίνει τα χέρια ενόσω συνεχίζω τον διάλογο με τον ποιητή, πλησιάζω στη Μυρτιά. Εκεί έχω τη χαρά να συναντήσω τη Μαριλένα Μηλαθιανάκη, γενική γραμματέα στο Μουσείο Καζαντζάκη και αληθινή κυρία, μια γνήσια Κρητικιά. Λες και έχει βαλθεί να μου το αποδείξει άμεσα, με φιλοξενεί στο σπίτι της στο Καταλαγάρι, προσφέροντάς μου ένα αυθεντικό κρητικό γεύμα. Γεύομαι τους κολοκυθανθούς, τα γεμιστά, τους ντολμάδες με τα αμπελόφυλλα.

«Χαρά μεγάλη να μπαίνεις σ’ ένα χωριάτικο κρητικό σπίτι· όλα γύρα πατριαρχικά, αιώνια: το τζάκι, ένα λυχνάρι κρεμασμένο δίπλα στο τζάκι, πιθάρια με λάδι και γεννήματα. Σα να τρώγω πρώτη φορά ψωμί· δεν είναι τούτο ψωμί, είναι αντίδωρο· πάει ίσια στο κόκαλο και το θρέφει».

Συζητάμε για τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, τον πολυτάραχο βίο του, τη στομφώδη γραφή του, τον αφορισμό που ποτέ δεν έγινε. Ανυπομονώ να δω από κοντά το Μουσείο που στεγάζει τόσο πολλά από την ενδιαφέρουσα ζωή του, τα ταξίδια του, τα βιβλία του. Φτάνουμε στο χωριό και πριν καν αντικρίσω το κτίριο που φιλοξενεί το Μουσείο, εντυπωσιάζομαι. Ολάκερο χωριό έχει μετατραπεί σε ένα αφιέρωμα στον ποιητή! Τεράστιες τοιχογραφίες με την εικόνα του ή αποσπάσματα έργων του, απομεινάρια τέχνης από τα φεστιβάλ «Ταξιδεύοντας», που πραγματοποιεί το μουσείο τα καλοκαίρια, γωνιές πολιτισμού με έργα γλυπτικής. Ένα υπαίθριο ολοζώντανο μουσείο για τον Καζαντζάκη. Η παρουσία του παντού, σαν να μην έχει φύγει εδώ και τόσα χρόνια.

«Οι Κρητικοί, αλήθεια, αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται τον θάνατο».

Το κτίριο όπου στεγάζεται το Μουσείο Νίκος Καζαντζάκης είναι το σπίτι του σκηνογράφου Γ. Ανεμογιάννη, ιδρυτή του μουσείου. Μέσα από μια κοπιαστική έρευνα χρόνων, όπως μου εξηγεί η Μαριλένα, προσωπικά αντικείμενα του συγγραφέα και πρώτες εκδόσεις βιβλίων ανεκτίμητης αξίας εκτίθενται με μοντέρνο και εύληπτο για τον επισκέπτη τρόπο. Ένα προσκύνημα στον μεγάλο Έλληνα. Οι συλλογές περιλαμβάνουν ακόμα φωτογραφίες, ιδιόχειρες επιστολές του, αντικείμενα από τα πολυάριθμα ταξίδια του, υλικό από τα θεατρικά του έργα και σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό. Κορωνίδα των προσπαθειών του μουσείου αποτελεί φυσικά το ετήσιο φεστιβάλ «Ταξιδεύοντας» από τα ομώνυμα βιβλία του συγγραφέα. Μέχρι στιγμής, το μουσείο έχει ταξιδέψει το κοινό του στην Ισπανία, την Αγγλία και την Ρουσσία (Ρωσία), ενώ για του χρόνου ετοιμάζει ταξίδι στην Άπω Ανατολή.

Αυτό βέβαια που σε εντυπωσιάζει είναι η ενεργός συμμετοχή όλων των κατοίκων του μικρού χωριού, που έχει μετατραπεί σε κέντρο πολιτισμού. Από τον πιο επιπόλαιο έφηβο μέχρι τη γηραιά κυρία με το μαντίλι στα λευκά της μαλλιά, παρατηρείς έναν τόπο που διψά για τέχνη, διψά για ζωή.

«Πώς σου φάνηκε η ζωή, παππού;» ρώτησα μια μέρα έναν γέρο Κρητικό, εκατοχρονίτη, γεμάτο παλιές πληγές, τυφλό. Ζεσταίνονταν στον ήλιο, κουκουβιστός στο κατώφλι της καλύβας του. Ήταν περήφανος στ’ αυτιά, όπως λέμε στην Κρήτη. Δεν άκουε καλά. Τού επανέλαβα την ερώτηση: «Πώς σου φάνηκε η μεγάλη σου ζωή, τα εκατό σου χρόνια, παππού;» «Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό» μου απάντησε. «Και διψάς ακόμη, παππού;» Σήκωσε απότομα το χέρι. «Καταραμένος αυτός που πια δε διψάει» φώναξε.