Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Ολυμπος Καρπάθου
4.7/5 κατάταξη (6 ψήφοι)
κείμενο: Θάλεια Νουάρου | φωτογραφίες: Θάλεια Νουάρου

Το Ταξίδι

Η ιστορία ξεκινά πολλές γενιές πριν. Λέει, πως ο προ-προ-πάππους μου, γεννήθηκε στην Όλυμπο της ακριτικής Καρπάθου. Όταν ήταν είκοσι χρονών αγαπούσε κρυφά μια κοπέλα. Ένα βράδυ, οι συγχωριανοί του τον μέθυσαν και τον πάντρεψαν …νύχτα με μία σαραντάχρονη ζωντοχήρα με παιδιά. Την επόμενη μέρα, την πήρε κι έφυγαν όλοι από το νησί. Έφυγαν για πάντα, αφήνοντας ευχή και κατάρα στις επόμενες γενιές να μην πατήσει κανείς το πόδι του σε τούτον δω τον τόπο. Ήμουν η πρώτη από τους απογόνους που αποφάσισε να «σπάσει» αυτή την αξιοπερίεργη παρακαταθήκη.

Εικοσιμία  ώρες διαρκεί το ταξίδι από τον Πειραιά για τούτο το μακρινό ακριτικό τόπο της Δωδεκανήσου. Αύγουστος, και το καράβι γεμάτο από νεαρόκοσμο που εγκαταλείπει σταδιακά σε ένα-ένα από τα κυκλαδονήσια. Ίος, Σαντορίνη, Ανάφη, όσο περνούσαν οι ώρες, τα λιμάνια, τόσο λιγόστευαν οι επιβάτες. Δένοντας στην Κάσο – είχαμε ώρες να πιάσουμε λιμάνι- το καράβι σχεδόν αδειάζει. Δικός μας προορισμός δεν ήταν το λιμάνι της Καρπάθου, αλλά το απομακρυσμένο Διαφάνι στ΄ ανατολικά του νησιού. Τι είχα ακούσει για κείνο το μέρος; Ό,τι και οι περισσότεροι. Ότι οι άνθρωποι ζουν πίσω από τον πολιτισμό, ότι ντύνονται ακόμα με τις παραδοσιακές τους φορεσιές, ότι η ζωή μοιάζει να ΄ναι 50 χρόνια πίσω. Με τη θαλασσινή αύρα να μου καίει το πρόσωπο, μετά τόσες ώρες ταξιδιού συντροφιά με τον «γέρο και τη θάλασσα», έχω μπει στο κλίμα του πώς να εξαφανίζεσαι από τον οικείο σου πολιτισμό. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Διαφάνι

Κατεβαίνοντας στο λιμάνι, γυναίκες φορώντας την καλοκαιρινή, καθημερινή τους στολή, μας υποδέχονται. Είναι μια λευκή ρόμπα (η εσωτερική ‘πουκαμίσα’ της επίσημης στολής) με μαύρη πόδια και μαντήλα με κεντητά πολύχρωμα λουλούδια. Περπατήσαμε ως το ξενοδοχείο, που ήταν ψηλά σ’ ένα ύψωμα με θέα όλο το λιμάνι. Καμία ανάγκη για κλιματισμό. Σε αυτό το γυμνό, βορειοανατολικό κομμάτι της Καρπάθου, ανάμεσα σε τρία πελάγη, οι άνεμοι φυσάνε από παντού κι ένα δροσερό αεράκι σου ξυπνά το πρόσωπο, όταν έχει καύσωνα στη Αθήνα.
Κάπου εδώ ήρθε η ώρα να αναζητήσουμε τα βασικά. ‘ΑΤΜ για να σηκώσουμε χρήματα;’ ‘Δεν υπάρχει. Βέβαια μπορεί να σας εξυπηρετήσουν τα καταστήματα εδώ, εφόσον έχετε βίζα’. Μάλιστα. ‘Βενζίνη;’ ‘Δεν υπάρχει βενζινάδικο εδώ. Βέβαια τα μπακάλικο της γειτονιάς έχει πάντα μερικά μπετόνια για ώρα ανάγκης…’ Η πραγματική απόδραση που αναζητούσα ήταν πια γεγονός…


Η προκυμαία της Ολύμπου, το Διαφάνι, είναι μια ήσυχη βοτσαλωτή παραλία με μια μόνο προβλήτα για να δένει το πλοίο της γραμμής και τα τοπικά πλοιάρια. Μαθαίνουμε μάλιστα ότι μέχρι πρότινος δεν υπήρχε καν η δυνατότητα να δέσει εδώ καράβι από τον Πειραιά. Όταν δε, φυσάει αυτό εξακολουθεί να είναι αδύνατο. Όλυμπος και Διαφάνι, χωρίζονται από το υπόλοιπο νησί με έναν χωματόδρομο σαράντα χιλιομέτρων που φέρνει στο νου κάτι από… το γεφύρι της Άρτας. Επί χρόνια μελέτες και επιχορηγήσεις για να φτιαχτεί επιτέλους αυτός ο δρόμος, που οι ντόπιοι οδηγοί αποφεύγουν σαν το διάολο το λιβάνι. Ένας στενός και επικίνδυνος χωματόδρομος, γεμάτος στροφές, χωρίς καθόλου φωτισμό και με δυνατούς ανέμους να κάνουν τη διαδρομή περιπέτεια για δυνατούς ταξιδευτές. Δεν είναι να απορεί κανείς, γιατί η Όλυμπος, χωρίς λιμάνι και οδικό δίκτυο έμεινε τόσα χρόνια πίσω από τον υπόλοιπο κόσμο.
Κατά μήκος του λιμανιού, συναντάς γύρω στα τέσσερα - πέντε μαγαζάκια τα οποία ανάλογα την ώρα της ημέρας, γίνονται καφενεία, ταβέρνες και μπαρ. Οι επισκέπτες είναι κυρίως ξενιτεμένοι Ολυμπίτες και Ιταλοί που επιλέγουν σταθερά για τις διακοπές τους τον συγκεκριμένο προορισμό. Καθόμαστε στην ταβέρνα και μιλάμε με τους ντόπιους. «Το χειμώνα το Διαφάνι αδειάζει. Οι περισσότεροι κάτοικοι που κρατούν εδώ τα μαγαζιά ζουν στη Ρόδο και έρχονται μόνο για τη σεζόν του καλοκαιριού». Για συνέχεια μετά το φαγητό δεν χρειάστηκε να ψάξουμε. Στο Διαφάνι, ‘νύχτα’ όπως τη γνωρίζουμε τα καλοκαίρια στην Ελλάδα, δεν υπάρχει. Γι’ αυτό πρέπει να βιώσεις τη μέρα στο πετσί σου. Έτσι και κάναμε.


Όλυμπος

Το πρωί η χθεσινή ταβέρνα έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα ωραιότατο καφέ, γεμάτο κόσμο και φωνές. Ακριβώς από κάτω το λιμάνι στολίζει το συγκινητικό  γλυπτό της Ολυμπίτισσας, της γυναίκας που χαιρετά τον άντρα ή τον γιο, τον ναυτικό και τον ξενιτεμένο. Η παραλία ή το λιμάνι, όπως θέλει να το δει κανείς, είναι γεμάτο κόσμο και μικρά παιδιά. Εμείς θα ψάξουμε για τις γύρω παραλίες, τη Βανάντα και τον Παπα-Μινά, θα φάμε συμιακό γαριδάκι στην ταβέρνα -δεν υπάρχει καλύτερος ψαρότοπος από το Καρπάθιο πέλαγος- και θα αφήσουμε την Όλυμπο για αργότερα.
Φτάσαμε αργά το απόγευμα. Ανεβαίνοντας προς το βουνό της Ολύμπου οι άνεμοι μοιάζουν να χορεύουν το βαλς του καλοκαιριού. Η πρώτη εικόνα είναι αποστομωτική. Ένα οικισμός χτισμένος επάνω στο γκρεμό, με λευκά και πολύχρωμα σπίτια με ζωγραφιστές λεπτομέρειες. Από κάτω γκρεμός και θάλασσα, πιο πέρα οι χαρακτηριστικοί ανεμόμυλοι κι όλο αυτό το σκηνικό μόνιμα βυθισμένο μέσα σε μια δροσερή, ημιδιάφανη πάχνη από σύννεφα. Αφήνουμε τη μηχανή έξω από το χωριό που το περπατάς ολόκληρο μόνο με τα πόδια. Πρώτα σε υποδέχεται ένα όμορφο κατάλευκο ξωκλήσι με ζωγραφιστά σχέδια και το πρώτο μπακάλικο-καφενείο. Στον κεντρικό δρόμο του χωριού, την καλντέρα του, οι γυναίκες ντυμένες την παραδοσιακή φορεσιά πλέκουν, γαζώνουν και πουλούν. Μαντήλες και ποδιές, ρούχα, στιβάνια και σουβενίρ. Δεν σ’ αφήνουν να φύγεις αν δεν δοκιμάσεις κι αν δεν αγοράσεις τουλάχιστον μία μαντήλα ή έστω το κάτι τις σου. Φωτογραφίζω τις γυναίκες που έχουν μάθει για τα καλά τι εστί φακός. Κάποιες έχουν κουραστεί από τις φωτογραφήσεις και τις αποφεύγουν, δείχνοντας φανερά την ενόχλησή τους. Δεν είναι ό,τι καλύτερο να σ’ αντιμετωπίζουν σαν αξιοθέατο. Πόσο μάλλον όταν κάτω από την πλουμιστή μαντήλα και τη στολή, βλέπεις  γυναίκες του μόχθου, σκληρές κι ατρόμητες κυράδες, συχνά ταλαιπωρημένες με φανερά τα σημάδια του αγώνα για την επιβίωση.
Οι οικογένειες της Ολύμπου είναι παραδοσιακά μητριαρχικές κι οι γυναίκες δουλεύουν σαν ακριβώς να ήταν άντρες. Καταπιάνονται με τα πάντα. Έχουν περπατήσει φορτωμένες άπειρα χιλιόμετρα στη ζωή τους… Οι Ολυμπίτες, που λένε πως προέρχονται από Δωρικά φύλα, μες τους αιώνες παντρεύονταν μόνο αναμεταξύ τους, διατηρώντας ακόμη φυλετικά χαρακτηριστικά. Μοιάζουν σαν να ναι όλοι τους συγγενείς. Λέγοντας το επώνυμό μου, το οποίο δεν υπάρχει παρά μόνο σε αυτό το χωριό, δημιουργώ αναστάτωση. ‘Καλέ, ετρέχτε να ηδείτε μια έμορφην Ελυμ-μπίτισσα’. Η προφορά τους λένε πως κρατά ακόμη δωρικά χαρακτηριστικά.
Τα σπίτια του χωριού είναι κολλημένα το ένα δίπλα στ’ άλλο με οροφές σε διαφορετικά επίπεδα. Μέσα κρατάνε όλα το παραδοσιακό τους χρώμα. Μια σάλα με μια υπερυψωμένη, ξύλινη κατασκευή, που φιλοξενεί το κρεβάτι κι είναι όλη στολισμένη με πολύχρωμα πιάτα. Μπροστά από εκεί είναι η τραπεζαρία ενώ ξέχωρα στο σπίτι υπάρχει το μαγειρειό. Οι δρόμοι του χωριού ενώνονται συχνά με δεκάδες σκαλοπάτια. Πιο κάτω από την καλντέρα η κεντρική πλατεία με το βυζαντινό ναό της Κοίμησης και δυο σημαίες. Την ελληνική και αυτήν της Ολύμπου.

Περπατώντας πέρα από την πλατεία βγαίνεις ως τους ανεμόμυλους. Το τοπίο σου κόβει την ανάσα. Κάτω το πέλαγος ατρόμητο, απέραντο, βαθύ κι ο αέρας νιώθεις ότι θα σε πάρει μακριά. Κι είναι αυτός ο αέρας που φυσά από όλες τις πλευρές και σηκώνει τα ρούχα σου ψηλά. Από την άλλη πλευρά του οικισμού θα βρούμε τον παραδοσιακό φούρνο του χωριού, εδώ που ζυμώνεται καθημερινά το μαύρο χωριάτικο χαρακτηριστικό ψωμί της Ολύμπου. Σε μια ταράτσα πιο πέρα δυο γυναίκες απλώνουν τραχανά ή μακαρούνες. Ο ήλιος πια δύει, ένα ηλιοβασίλεμα ‘πιάτο’ μπροστά απ’ το Καρπάθιο πέλαγος.
Επιστρέφουμε στην πλατεία να πιούμε μια ρακή. Το γλέντι εδώ έχει ανάψει. Στο άκουσμα της λύρας, του λαούτου, της τσαμπούνας οι παρέες όλο και μαζεύονται. Το μενού έχει κατσικάκι στα κάρβουνα σε μορφή μεζέ και βραστά αμπελοφάσουλα. Στη μικρή βεράντα του καφενείου, με θέα την Όλυμπο, θα φάμε, θα πιούμε και θα τραγουδήσουμε. Θα γίνουμε όλοι μια παρέα.
Η μουσική παράδοση της Ολύμπου, είναι τόσο μεγάλη που μόνο με αυτή της Κρήτης μπορεί να συγκριθεί. Η τσαμπούνα κρατάει το ρυθμό κι η παραδοσιακή ολυμπίτικη λύρα με τις κουδούνες σολάρει, ενώ ο λυράρης είναι ταυτόχρονα και τραγουδιστής. Τα μουσικά σχήματα να είναι κατά βάση αυτοσχεδιαστικά. Ένα-ένα τα παιδιά του χωριού παίρνουν τη θέση του λυράρη. Εδώ παίζουν όλοι μουσική. Ο χορός δεν αργεί να ξεκινήσει. Πιάνονται όλοι με τα χέρια σταυρωτά, ή αγκαλιαστά όπως οι Ικαριώτες, και χορεύουν τους παραδοσιακούς ρυθμούς πάνω στην πέτρινη πλατεία.
Οι ντόπιοι στην παρέα, που έρχονται όλοι από το Αρκάνσας των ΗΠΑ, λένε ιστορίες από την ξενιτιά. ‘Με τίποτα δεν θα άλλαζα αυτόν τον τόπο, αυτήν εδώ τη θέα’ λέει ο Μινάς που διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής του και μόλις επέστρεψε από την Αμερική. Προσφέρεται να μας φιλοξενήσει για το βράδυ στον ξενώνα του. Το σπίτι αυτό, φτιαγμένο μέσα, στα πρότυπα του παραδοσιακού, έβγαινε ακριβώς επάνω στο γκρεμό, ανάμεσα στο χωριό και τη βαθιά θάλασσα. Με το που άνοιγες το παράθυρο, μια βαριά πάχνη από ένα παχύ, παγωμένο σύννεφο σε τύλιγε, κι ένιωθες κι εσύ διάφανος, αέρινος σαν κάτι να σε σήκωνε ψηλά στον αέρα. ‘Νάτουραλ σπα’ έλεγε ο Μινάς και φουσκωμένος από περηφάνια, γελούσε…

Σαρία

Δυο μικρά καΐκια πάνε κι έρχονται καθημερινά στο λιμάνι. Σε πάνε στη Βρουκούντα, το Τρίστομο ή τη Σαρία. Με το καΐκι του καπετάν-Μανώλη επιλέγουμε να πάμε στη Σαρία. Το μικρό ακατοίκητο νησάκι, μόλις ενάμισι μίλι από τη βόρεια Κάρπαθο, που κάποτε ήταν ενωμένο με το νησί. Το καραβάκι γεμίζει με κόσμο, που στην πλειοψηφία τους είναι Ιταλοί. Δίπλα μου, μια Γαλλίδα, ελληνικής καταγωγής, ήρθε μέχρι εδώ αποκλειστικά για να επισκεφθεί τη Σαρία όπου γεννήθηκε και έζησε ο δικός της παππούς. ‘Από εδώ ξεκίνησαν όλα. Το νησάκι αυτό έθρεψε όλη την άγονη και σκληρή βόρεια Κάρπαθο. Εδώ βοσκούσαν τα ζώα, εδώ καλλιεργούσαν τη γη. Τα ζώα ερχόντουσαν ως εδώ κολυμπώντας. Μέχρι το ‘50 στη Σαρία υπήρχαν 200 οικογένειες…’ μας εξηγεί ο καπετάν Μανώλης. Η Γαλλίδα κλαίει. Διάφανα τιρκουάζ νερά, βράχοι και εντυπωσιακές σπηλιές, μας συνοδεύουν στο στενό θαλάσσιο πέρασμα πλάτους μόλις 50 μέτρων, ώσπου δένουμε στη Σαρία.
Επισκεπτόμαστε το ερημοκλήσι της Αγιάς Σοφιάς. ‘Αν σκάψεις λίγο από κάτω βγαίνουν στην επιφάνεια αρχαία ψηφιδωτά’ μας λέει ο καπετάνιος και σκάβοντας λίγο το χώμα διαπιστώνουμε ότι έχει δίκιο! Τριγύρω, όπως και σε όλη την περιοχή βρίσκεις σκορπισμένες βάσεις από αρχαίους κίονες κι άλλα ψήγματα αρχαίων ιερών. ‘Τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, που ξεκινούν από τα νεολιθικά χρόνια, είναι πολύ σπουδαία’ μας εξηγεί ο καπετάνιος. Βρισκόμαστε στα Παλάτια Σαρίας, στη θέση που υπολογίζουν οι επιστήμονες ότι υπήρχε η αρχαία Νίσυρος, μια από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της βόρειας Καρπάθου. Απέναντι στους δύο λόφους βλέπουμε τα Σαρακήνικα, θολωτά κτίσματα του 10ου αιώνα που είναι όμοια με Συριακά και έχουν αποδοθεί σε αραβικά φύλα ή Σαρακηνούς πειρατές που ίσως ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού… Παίρνουμε το μονοπάτι προς το φαράγγι, που θα μας οδηγήσει στο Άργος, τον δεύτερο οικισμό της Σαρίας. Είναι ένας βατός ανηφορικός δρόμος που σε μισή περίπου ώρα σε οδηγεί σ’ έναν πέτρινο οικισμό με λιτά μισογκρεμισμένα κτίσματα με χωμάτινο έδαφος στο εσωτερικό τους. Ήταν σπίτια βοσκών, γεωργών και κτηνοτρόφων. Μέσα σε μια στέρνα από τις πολλές του οικισμού, γεμάτη δροσερό βρόχινο νερό ο καπετάνιος θα λούσει τα κεφάλια μας, να μας αποζημιώσει για τον κόπο της ανάβασης. Από τον Άγιο Ζαχαρία στην κορυφή του λόφου, η θέα του νησιού με τα βαθυγάλανο πέλαγος είναι εκπληκτική. ‘Μια που είστε νέοι’, λέει ο καπετάνιος,’ προτείνω να κατέβουμε από ένα συντομότερο μονοπάτι, λίγο πιο δύσβατο αλλά πολύ πιο ενδιαφέρον.’ Τον ακολουθήσαμε, κάνοντας μια κανονικότατη, ριψοκίνδυνη κατάβαση από τον απότομο κατηφορικό λόφο μέχρι την παραλία. Κάναμε μπάνιο στα καταπράσινα νερά της ακτής που είχε πρόσφατα τα σημάδια από το διήμερο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα που κάθε 27 και 28 Ιούλη δίνει πάλι ζωή σ’ ετούτο τον έρημο και ξεχασμένο τόπο.
Παίρνοντας τη βάρκα για την επιστροφή θα περιηγηθούμε στις εντυπωσιακές σπηλιές του όρμου της Αλιμούντας, βορειοανατολικά της Σαρίας. Θα χαρούμε αναρίθμητες βουτιές στα κρυστάλλινα νερά που καθαρότερα και πιο εντυπωσιακά σπάνια νομίζω ότι θα συναντήσεις. Σαλπάροντας στη γαλήνη της δύσης, θα πιούμε ούζα στο καΐκι, παρέα με τους Ιταλούς φίλους μας. Φτάνοντας στο Διαφάνι, νιώθαμε τόσο άδειοι και ταυτόχρονα γεμάτοι από την εμπειρία του ταξιδιού, που αποκοιμηθήκαμε στην παραλία…

Βρουκούντα

Η δεύτερη αρχαία πόλη της Καρπάθου, η Βρουκούντα (αρχαία Βρυκούς), βρίσκεται ερημωμένη στα βορειοδυτικά του νησιού. Οι κάτοικοί της την εγκατέλειψαν τον 7ο αιώνα μ.Χ, προκειμένου να γλυτώσουν τις επιδρομές των πειρατών. Την προσεγγίζεις είτε με το καΐκι, είτε μέσω του μονοπατιού που ξεκινά από το χωριουδάκι της Αυλώνας, βορειότερα της Ολύμπου. Φτάνουμε στο οροπέδιο της Αυλώνας, με τα απέραντα χωράφια και τα λιγοστά, απομακρυσμένα σπίτια. Από το καφενείο  του χωριού, παίρνουμε εφόδια -τυρί, ψωμί και ντομάτα-. ‘Τίποτα δεν είναι βρε παιδιά, σιγά το πράγμα. Εμείς αυτό το κάμουμε δυο και τρεις φορές τη μέρα… Να πάτε είναι πολύ όμορφα, πιο ωραία παραλία από της Βρουκούντας δεν υπάρχει στο νησί.’ Μας λέει μια περαστική γριά Ολυμπίτισσα, ζωσμένη στους ώμους με το βαρύ φορτίο της. Βρίσκουμε τη ‘μεγάλη συκιά’ απ’ όπου ξεκινά η διαδρομή και περπατάμε. Μέσα από βράχους και ξερολιθιές, στον ήλιο του απομεσήμερου περπατούσαμε προς το άγνωστο, με το τοπίο να φαντάζει παντού ίδιο. Ένας σκληρός κι άγονος τόπος, πέτρα, την πέτρα, κάτω από τον καυτό ήλιο, σε μια έκταση που έμοιαζε με ατέλειωτη έρημο δίχως όαση, κι η θάλασσα πουθενά...
Με τα πολλά τη θάλασσα την αντικρίσαμε στο τελευταίο μισάωρο της διαδρομής. Η θέα της μας έδωσε κουράγιο. Περιπλανηθήκαμε στους τάφους και κατηφορίσαμε ως τη βραχώδη ερημική ακτή με μοναδικούς θαμώνες μια οικογένεια με νεογέννητα γαϊδουράκια να ζητούν απεγνωσμένα τροφή. Παραλία όπως την εννοούσαμε εμείς δεν υπήρχε. Μόνο βράχια στο έλεος του βοριά και το καραβάκι που σάλπαρε πίσω στο Διαφάνι και ευχόμουν να μας έπαιρνε μαζί του. Βουτήξαμε και περπατήσαμε ως τον Άη Γιάννη, το κατάλευκο εκκλησάκι στο άκρο της ακτής που βρίσκεται χτισμένο επάνω από μια παλιότερη σπηλαιοεκκλησιά δίπλα ακριβώς από τη θάλασσα. Κατεβήκαμε τα 100 σκαλοπάτια και τρυπώσαμε στο σπήλαιο. Εδώ, κάθε 29 του Αυγούστου γίνεται το πανηγύρι του Άη – Γιάννη. Ντόπιοι και επισκέπτες έρχονται με τα πόδια και τις βάρκες ως εδώ, τελούν τη λειτουργία, τρώνε κοκκινιστό κατσίκι που ψήνεται στα καζάνια και ύστερα ξεκινούν τις μαντινάδες, τα τραγούδια της τάβλας και το χορό. Διανυκτερεύουν εδώ, επάνω στην ύπαιθρο και την επόμενη παίρνουν το δρόμο της επιστροφής.
Κινήσαμε για πίσω. Ακόμη δύο ώρες ανηφοριά στην ξέρα, ακόμη δυσκολότερη η επιστροφή. Σε εκείνον το αρχαίο δρόμο, πορεία προς τη Βρουκούντα, νομίζω πως ένιωσα πιο κοντά με τη φύση του ανθρώπου που φτιάχτηκε να τιθασεύσει τη γη με τις λιγοστές δυνάμεις και τη μεγάλη του ψυχή. Σκέφτηκα πολλές φορές τη γριά Ολυμπίτισσα. Σκέφτηκα πολλές φορές να γυρίσουμε πίσω. Αντέξαμε με πείσμα μέχρι το τέλος. Κι αυτό ήταν που είχε σημασία.

Η επιστροφή

Τελευταία μέρα στο Διαφάνι δοκιμάσαμε τις παραδοσιακές μακαρούνες. Παρότι δεν μου έκανε καμιά εντύπωση ένα πιάτο που σαν βάση του είχε το καμένο κρεμμύδι, ομολογώ ότι ήταν το πιο θεσπέσιο και ντελικάτο πιάτο που είχα δοκιμάσει ποτέ. Με εκείνο το μεθυστικό άρωμα από το καβουρντισμένο χωριάτικο βούτυρο να δένει ιδανικά με τη γλύκα του κρεμμυδιού και την αλμύρα της ντόπιας μυζήθρας.
Τελευταίες ώρες στο λιμάνι θα δοκιμάσω κι εγώ την παραδοσιακή ολυμπίτικη φορεσιά. Η διαδικασία του ντυσίματος είναι μια πραγματική ιεροτελεστία. Μέσα στην παραδοσιακή σάλα του σπιτιού μια γυναίκα με ντύνει. Μου φορά τα απανωτά εξαρτήματα της στολής που μοιάζει να μην τελειώνουν ποτέ. Κάλτσες, βράκες, πουκαμίσες, πανωφόρια, φουρά, ποδιές κι άλλες ποδιές, ζώνες, μαντήλες, κοσμήματα και στο τέλος τα βαριά χειροποίητα στιβάνια. Η στολή ήταν τόσο βαριά που με δυσκολία μπορούσα να κινηθώ. Περπάτησα έτσι όλη την προκυμαία βγάζοντας φωτογραφίες με τις Ολυμπίτισσες φίλες μου. ‘Τώρα είσαι μια πραγματική Ελυμ-μπίτισσα…’, μου ‘λεγαν και γελούσαν καμαρωτά.

*Για την ιστορία ο προ-προπάππους μου έκανε τρεις γάμους και πολλά παιδιά. Η πρώτη του γυναίκα απεβίωσε κι οι άλλες δυο μονάσανε.
Βρίσκονται θαμμένες στα μοναστήρια του Μερσινιδίου και των Οινουσών της Χίου.

Χάρτης