Παναγιά Χοζοβιώτισσα Η καπετάνισσα της Αµοργού
5.0/5 rating 1 vote
κείμενο: Γεωργία Σούκουλη | φωτογραφίες: Γεωργία Σούκουλη

Στην Αµοργό, όταν λένε «µοναστήρι», εννοούν την
Παναγία τη Χοζοβιώτισσα... ∆ώδεκα αιώνες στέκει εκεί, σφηνωµένο στο βράχο, τόσο δυνατό και παράξενο
στη θωριά του, που «ασπρολογά σαν δράκου αυγό», όπως λέει η λαϊκή µούσα.

Η Παναγία
των Σκαλοπατιών

Είχα την τύχη να κατεβώ τρέχοντας το καλογερικό µονοπάτι –πολλά σκαλιά!– όταν έµαθα ξαφνικά ότι η πόρτα θα έκλεινε σε 10 λεπτά, και να ανεβώ τρέχοντας άλλα τόσα, φτάνοντας στο ναό κυριολεκτικά µε κοµµένη την ανάσα.
Ο εσπερινός είχε αρχίσει... Άναψα ένα κεράκι και βγήκα στο µπαλκόνι, προσπαθώντας να ηρεµήσω λίγο από τη γρήγορη ανάβαση. Το αρχιπέλαγος απλωνόταν απέραντο µπροστά µου... Οι λέξεις, φτωχές να περιγράψουν την αίσθηση, παραιτούνται τελικά. Είναι η ευλογηµένη στιγµή που σωπαίνεις πραγµατικά.
«Είναι παράξενο ετούτο το νησί», θυµόµουν τα λόγια του π. Νικόλαου, ιερέα από την Κρήτη, στο πρωινό κήρυγµα. «Μοιάζει µε καράβι, που ‘χει καπετάνιο τον Χριστό και καπετάνισσα την Παναγία τη Χοζοβιώτισσα».

Μπαίνοντας στο ναό, ό,τι ένιωθες πρωτύτερα υψώνεται σε υπερθετικό βαθµό. Πού να πρωτοκοιτάξεις και τι να πρωτοθαυµάσεις; Τις εικόνες, τα πλαίσια, τις κορνίζες, τα ξυλόγλυπτα, τις εσοχές των βράχων; Ένας πολύ µικρός χώρος που βρίθει από λεπτοµέρειες και καθεµιά από αυτές διηγείται µια ολόκληρη ιστορία. Το βαρυσήµαντο και το πολυσήµαντο... Τα µάτια µεθάνε µε την οµορφιά, δραπετεύουν από την ανοιχτή πόρτα στο απέραντο γαλάζιο, αναπαύονται για λίγο εκεί κι επιστρέφουν για να συνεχίσουν την εξερεύνηση. Και η ψαλµωδία κάνει την ατµόσφαιρα ακόµη πιο κατανυκτική.


Φως εσπερινόν
Φως ιλαρόν... ελθόντες επί την ηλίου δύσιν

Η Επιλύχνιος Ευχαριστία αποτελεί έναν από τους παλαιότερους ύµνους, που ψάλλεται από τα πρώτα εκείνα χριστιανικά χρόνια. Το άκουγε στο ίδιο σηµείο ο «βασιλεύς και αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Αλέξιος o Κοµνηνός», ο οποίος ανακαίνισε το µοναστήρι τον 11ο αιώνα. Το άκουγε ο Marco Sanuto, «δούκας της Νάξου, του Αιγαίου πελάγους και αρχιπελάγους», ο οποίος σεβάστηκε τη µονή επί Φραγκοκρατίας, τον 13ο αιώνα. Το άκουγε ο Γεννάδιος, ο οποίος διετέλεσε ηγούµενος στη µονή το 17ο αιώνα, αλλά και ο απλός λαός... όσο «απλός» µπορεί να θεωρηθεί ένας λαός που φέρει στους ώµους του το βάρος ενός πολιτισµού σαν τον κυκλαδίτικο. Το νιώθεις κι εσύ αυτό το βάρος, είναι διάχυτο παντού γύρω σου, δεν µπορείς να κάνεις διαφορετικά. Η Παναγία ντυµένη στα χρυσά και τα αργυρά, µας κοιτά από το θρόνο της, προετοιµάζοντας µυστικά για τον καθένα µας ένα µικρό θαύµα.

Ο εσπερινός τελείωσε. Ο πατήρ Φιλάρετος έσβησε τα κεριά και τα ασηµένια πολυκάντηλα και περάσαµε στο Αρχονταρίκι. Λουκουµάκι, δροσερό νερό και ψηµένη ρακή µε µέλι αποτελούν το παραδοσιακό κέρασµα του µοναστηριού. Και η οµορφιά της µίας λέξης, το πλεονέκτηµα της συζήτησης µε πνευµατικούς ανθρώπους. Εσείς εδώ βρίσκεστε στο «υπερώο», είπε ο π. Νικόλαος. Το συνυπέγραψα και παρακάλεσα τον ηγούµενο, π. Σπυρίδωνα ∆εναξά, να µοιραστεί µαζί µας την εµπειρία της διακονίας του στην Παναγία.

Ο ηγούµενος
π. Σπυρίδωνας

«Εγώ ως παιδί ήµουν ζωηρός, ανήσυχος σαν επαναστάτης. "Παναγία µου, ή κάνε το άνθρωπο ή πάρε το!" έλεγε η µητέρα µου. Κι εγώ έλεγα: "Θα γίνω παπάς ή γύφτος σιδεράς". Κι όπως φαίνεται, η προσευχή της εισακούστηκε κι έγιναν και τα δύο, όχι µε την έννοια του θανάτου, γιατί εκείνη εννοούσε "πάρ’ το στον άλλο κόσµο", αλλά µε την καλή έννοια, υπό τη σκέπη της. Μετά έβλεπα τη δυσκολία που αντιµετώπιζαν οι ιερείς να βρουν σύζυγο και πήρα την απόφαση να στραφώ στο µοναχισµό. Ήρθα στη µονή στις 17 Ιουλίου του 1971, την ίδια µέρα µε τον π. Φιλάρετο. Μας πήρε η Παναγία παιδιά και µας έκανε άντρες…»

«Η ζωή εδώ είναι µια λειτουργική διακονία αγάπης και προσφοράς στον άνθρωπο», συνεχίζει ο π. Σπυρίδωνας. «Το µοναστήρι είναι τόπος προσευχής αλλά είναι και λιµάνι και ιατρείο και σχολείο. Όµως, όπως εµείς, που παρά τις δύσκολες συνθήκες, πάντα θα έχουµε ένα ποτήρι δροσερό νερό να κεράσουµε τους επισκέπτες, έτσι ζητάµε και από εκείνους να σεβαστούν το χώρο. Ένα χώρο που είναι ποτισµένος µε δάκρυα και ιδρώτα... Χίλια διακόσια χρόνια στέκει εδώ το µοναστήρι! Από τον κόσµο ζει! Εµείς ζητάµε να ‘ρχονται οι άνθρωποι εδώ να προσεύχονται αλλά µε τον δέοντα σεβασµό – και ο σεβασµός ξεκινά από την εµφάνισή σου, από την ευπρέπεια της ενδυµασίας σου!»

Του αρέσει να µιλά µε τον κόσµο, να τον ακούει, να τον συµβουλεύει. «Όταν δίνεις, δεν είναι µόνο δόσιµο, παίρνεις κιόλας», λέει χαρακτηριστικά. Ανεβοκατεβαίνει ακούραστος τα «βαριά» σκαλοπάτια κι ας πονάει το πόδι του... Η αδελφή Ειρήνη, ηγουµένη στον Άγιο Γεώργιο τον Βαρσαµίτη, τον συµβουλεύει: «Το πονεµένο µπροστά, σας µιλάω εκ πείρας, να πατάτε πρώτα το πονεµένο…»

Παναγιά η
«Ταξιδιώτισσα»

Φεύγοντας µε πήρε µαζί της στο µοναστηράκι της, λίγα χιλιόµετρα παρακάτω, το οποίο είναι µετόχι της Χοζοβιώτισσας. Ένα τοπίο λουλουδιασµένο, ήρεµο, γεµάτο οµορφιά και απαλοσύνη µε το τρεχούµενο νερό –ρέον ύδωρ– µέσα στον ιερό ναό.
Λίγες µέρες αργότερα, σε ένα από τα υπέροχα εκείνα ταράτσα-καφέ της Χώρας, ανακάλυψα τυχαία το βιβλίο της Λίλας Μαραγκού «Παναγία η Χοζοβιώτισσα» απ’ όπου σταχυολόγησα λίγα επιπλέον στοιχεία για το πιο σηµαντικό –ίσως– µνηµείο του βυζαντινού πολιτισµού στις Κυκλάδες.
Σύµφωνα µε µία παράδοση, η εικόνα έφτασε στην Αµοργό από τα Χόζοβα της Παλαιστίνης τον 8ο-9ο αιώνα, την περίοδο της Εικονοµαχίας. Την έφεραν κατόπιν υποδείξεως της Παναγίας κάποιοι µοναχοί από την Ιεριχώ, οι οποίοι µόλις είδαν το τοπίο, ενθουσιάστηκαν, λόγω της οµοιότητας µε το τοπίο που περιβάλλει τη Μονή Κοζιβά. Έτσι της δόθηκε επίσης το προσωνύµιο «Παναγία η Ταξιδιώτισσα», ενώ µία σµίλη που καρφώθηκε στο βράχο µε θαυµατουργό τρόπο, υπέδειξε στον πρωτοµάστορα το σηµείο όπου επιθυµούσε η Παναγία να χτιστεί ο ναός της. Η σµίλη έµεινε όλους αυτούς τους αιώνες καρφωµένη εκεί, µέχρι το 1952 που έπεσε, λίγο πριν από το µεγάλο σεισµό που ισοπέδωσε το νησί – ευτυχώς χωρίς ανθρώπινα θύµατα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αρχιτεκτονική της µονής, τη µελέτη της οποίας έχει κάνει ο Μανώλης Κορρές. Το κτίριο έχει µήκος 40 µ. και πλάτος που δεν ξεπερνά τα 5 µ. Στο εσωτερικό µοιάζει µε λαβύρινθο, χρειάζεσαι οδηγό για να πας π.χ. από την τράπεζα στο αρχονταρίκι, και είναι τόσο έντονη η αίσθηση του βράχου –ακόµα και στα λαξευµένα σκαλοπάτια–, που διαρκώς έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι έξω από το χρόνο.

Ο Μ. Κορρές γράφει: «...οι οκτώ όροφοι που την απαρτίζουν δεν είναι υπερκείµενοι, δεν συναντώνται δηλαδή πουθενά, και συνδέονται µεταξύ τους µε κλίµακες στενές, πέτρινες κτιστές ή λαξευµένες στο βράχο. Τον εσωτερικό περίπλοκο δαιδαλώδη χώρο της µονής χαρακτηρίζουν οι καµάρες και τα τόξα, άλλα παραδοσιακά βυζαντινού τύπου κι άλλα οξυκόρυφα, εύγλωττη µαρτυρία της ανακαίνισης της µονής στα χρόνια της Ενετοκρατίας».

Παλαιότερα, στη θέση της τσιµεντένιας σκάλας που βρίσκεται στην είσοδο της µονής, υπήρχε µια ξύλινη κινητή πόρτα, ενώ η σιδερένια εξακολουθεί να κλειδώνει µόνο από µέσα, ακόµη και σήµερα. Τέλος, «από τη µαρτυρία των οικοδοµικών υλικών» µπορούµε να σκιαγραφήσουµε την εικόνα του περιβάλλοντα χώρου, όπως ήταν παλιά:

«Από τη µαρτυρία των οικοδοµικών υλικών συµπεραίνουµε την παρουσία δάσους στην άδεντρη σήµερα περιοχή του Μοναστηριού [...] ένα είδος αγριοκυπαρισσιού που ως τη µεγάλη πυρκαγιά του περασµένου αιώνα αποτελούσε το κύριο υλικό για τη στέγαση των σπιτιών στην Αµοργό».

Τα κειµήλια της µονής

Ανάµεσα στα σπουδαία κειµήλια της µονής συγκαταλέγεται το ασηµένιο εξαπτέρυγο µε χαραγµένο το όνοµα του Αλέξιου Κοµνηνού, αυτοκράτορα του Βυζαντίου, και η σµίλη του πρωτοµάστορα, που αναφέραµε παραπάνω. Όµως ακόµη και το σπαθί, αφιέρωµα ενός αξιωµατικού, κλέβει τις εντυπώσεις κι ας παραµένει ανώνυµος ο δωρητής του. Για την ιστορία της βιβλιοθήκης της µονής δεν υπάρχουν στοιχεία. ∆εν γνωρίζουµε ούτε πότε ούτε ποιος δηµιούργησε τον πρώτο πυρήνα της, µόνο ότι ήταν πλούσια σε αρχαίους κώδικες, ευαγγέλια, περγαµηνές και σιγίλια. Πολλά από αυτά δυστυχώς κλάπηκαν από αρχαιοκαπήλους, όπως συνέβη το 1933 και σε άλλα ελληνικά µοναστήρια. Και πάλι ωστόσο όσα διασώθηκαν είναι πολύτιµα και σηµαντικά – Λόγοι του Μ. Βασιλείου του 11ου αι., Ευαγγελιστάρια µε ποικιλόχρωµα αρχικά γράµµατα του 13ου αι., χειρόγραφοι µουσικοί κώδικες κ.ά. Υπάρχουν επίσης εκκλησιαστικά και λειτουργικά άµφια υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας, τα περισσότερα έργα του 18ου και του 19ου αιώνα. Ακόµη και σκεύη λαϊκής τέχνης, όπως τα «δοσά» (πήλινα δοχεία πολλαπλής χρήσης), η πινακωτή, η σταφυλοµηχανή κ.ά., τα οποία αποτελούν πολύτιµες ψηφίδες για την ανασύσταση του λαϊκού µας πολιτισµού.
Τέλος, αξίζει να σηµειωθεί ότι η συµβολή της Μονής στην πνευµατική ζωή του τόπου εκτείνεται και έξω από τα στενά όριά της, και εδώ στην Αµοργό λειτούργησε το 1828, µε πρωτοβουλία της Ιεράς Μονής Χοζοβιωτίσσης, το πρώτο οργανωµένο Σχολείο στη Χώρα, το πρώτο Γυµνάσιο της ελεύθερης Ελλάδας.

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:


    Το µοναστήρι γιορτάζει στις 21 Νοεµβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, οπότε γίνεται µεγάλο πανηγύρι που το τιµούν κάθε χρόνο πολλοί ντόπιοι αλλά και ξένοι προσκυνητές.

Χάρτης