Μπίλιοβο - Το λιθόχτιστο καλντερίμι
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)
Κείμενο - Φωτογραφίες: Νίκος Γαλάνης

Κυριακή, 7 το πρωί. Μου πήρε μισή ώρα να φτάσω από την Καλαμάτα στα Αλτομιρά, από την πολύβουη μεσσηνιακή πρωτεύουσα στο εδώ και δεκαετίες εγκαταλελειμμένο ορεινό χωριό της Μάνης.

Ο ανοιξιάτικος ήλιος είναι έτοιμος να ξεπροβάλλει από τη σκοτεινή πλευρά του Ταΰγετου. Ούτε ένας κάτοικος δεν ζει πια εδώ. Απόλυτη ησυχία, ή σχεδόν απόλυτη αφού κάπου κάπου ο πρωινός άνεμος φέρνει στα αυτιά μου ψαλμωδίες από την εκκλησία στα Σωτηριάνικα. «Και είδον ουρανόν καινόν και γη καινήν, ο γαρ πρώτος ουρανός και η πρώτη γη απήλθον, και η θάλασσα ουκ έστιν έτι». (Απ. 21,1)

Για να φτάσω εκεί, θα πρέπει να περπατήσω στο πιο καλοδιατηρημένο καλντερίμι της Ελλάδας, το ξακουστό Μπίλιοβο. Αφετηρία μου τα Αλτομιρά. Ένας έρημος, πια, διατηρητέος οικισμός, άντρο κλεφτών και ληστών στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, γόνος παλικαριών που έδωσαν τη ζωή τους για να ελευθερωθεί ο τόπος. Ένας από αυτούς μάλιστα, ο Αλτόμορος φέρεται να είναι και ο «νονός» του οικισμού με τα πέτρινα αρχοντικά, δείγματα εξαιρετικής μανιάτικης αρχιτεκτονικής, αφημένα σήμερα στην αδυσώπητη επίδραση του χρόνου. Το χωριό άρχισε να ερημώνει μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο, και ο τελευταίος του κάτοικος χρονολογείται στη δεκαετία του 1970. Κάποιοι λίγοι επιστρέφουν τα καλοκαίρια και με φασαριόζικα γλέντια και πανηγύρια θυμούνται και τιμούν τη γη των προγόνων τους.

Τελευταία στάση πριν το Μπίλιοβο, στην έξοδο του γραφικού αυτού χωριού, είναι οι πετρόχτιστες βρύσες. Γεμίζω το παγούρι μου με δροσερό νερό από τις πηγές του Ταΰγετου και ξεκινώ για το ιστορικό καλντερίμι. Περπατώ αρχικά πάνω στον ασφαλτόδρομο που έχει καλύψει τη χάραξη του παλιού μονοπατιού. Καθώς ο πανδαμάτωρ ήλιος αρχίζει την ημικυκλική διαδρομή του στον ουράνιο θόλο, ο ιερέας συνεχίζει το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας:

«Οι ουρανοί ανήκουν μόνο στον Κύριο, αλλά τη γη την εμπιστεύτηκε στους ανθρώπους». (Ψαλμός 115[113Β]:17)

Μου παίρνει ένα εικοσάλεπτο να φτάσω στο χωμάτινο μονοπάτι που οδηγεί στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου και το Μπίλιοβο. Προσπερνώ τον ναό και μια ξύλινη πινακίδα με σβησμένα ακατανόητα γράμματα, μάλλον με προειδοποιεί για την αρχή του καλντεριμιού.

Η θέα μπροστά μου κόβει την ανάσα. Όλος ο κάμπος της μεσσηνιακής Μάνης, καταπράσινο χαλί και ακριβώς μετά μια καταγάλανη ήρεμη θάλασσα, που κλίνεται από τη χερσόνησο της Πυλίας. Το μάτι μου φτάνει μέχρι το Πεταλίδι και την Κορώνη. Αρχίζω να κατηφορίζω. Από τα 850 μέτρα υψόμετρο θα πέσω στο τέλος της διαδρομής στα 350 μέτρα. Σχεδόν κατακόρυφα, σαν να κατεβαίνεις μια σκάλα! Η ψαλμωδία ακούγεται όλο και πιο καθαρά ενόσω ο βηματισμός μου εντείνεται.

«Σαν το χορτάρι είναι του ανθρώπου η ζωή, σαν το λουλούδι του αγρού, έτσι ανθίζει. Μα άνεμος πάνω του περνά και δεν υπάρχει πια κι ούτε που φαίνεται ο τόπος που βρισκόταν.» (Ψαλμός 103 [102]: 15)

Η χλωρίδα της περιοχής είναι πλούσια. Έλατα κρέμονται στις γκρίζες κορυφές, πάνω μου κέδροι, κυπαρίσσια, ευκάλυπτοι και μαυρόπευκα μου προσφέρουν τη σκιά τους, ενώ περπατώ ανάμεσα σε θάμνους, όπως πουρνάρια, σφενδάμια και χουμαριές. Οι αισθήσεις μου βρίσκονται στο ζενίθ, με κυρίαρχη την οσμή. Οι μυρωδιές από το τσάι, το δενδρολίβανο, το θυμάρι και τη ρίγανη μου γαργαλάνε τη μύτη.

Σιγά σιγά μπαίνω στο κυρίως μέρος του καλντεριμιού. Τρία χιλιόμετρα όπου το μονοπάτι απλώνει σαν το φίδι το κορμί του. 83 στροφές (οι περίφημες τραβέρσες) διαδέχονται η μία μετά την άλλη, θαυμαστό έργο με πάνω από έναν αιώνα ζωής. Το 1904 άρχισε η κατασκευή του με τη βοήθεια μηχανικών και κυριότερα την προσωπική εθελοντική εργασία των ντόπιων κατοίκων. Πετροχτιστάδες λάξευαν την πέτρα για χρόνια, ώστε να ενωθούν τα απομονωμένα Αλτομιρά με τα Σωτηριάνικα και τον κάμπο της Αβίας. Το βλέπεις και δεν το πιστεύεις πώς οι άνθρωποι με τις τότε γνώσεις, υλικά και μηχανήματα έφτιαξαν ένα θαυμαστό έργο που αντέχει ακόμα παρά την ηλικία του. Το Μπίλιοβο, όπως είναι προφανές, είναι λέξη σλάβικης προέλευσης προερχόμενη από το bilo που σημαίνει βουνοκορφή. Σκέφτομαι πόσος ιδρώτας κύλισε κάτω από τον καυτό ήλιο, με το σφυρί και το καλέμι ώστε να πάρουν οι λίθοι το κατάλληλο σχήμα και να κατασκευαστεί αυτό το ανθρώπινο μνημείο. Αισθάνομαι δέος από την ανθρώπινη παρέμβαση αλλά και τη θέα που απολαμβάνω μέσα από το δασωμένο λούκι που κατηφορίζω.

«Καί ενεφύσησε, φησίν, είς τό πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής. Ζωτικήν, φησίν, ενέργειαν το εμφύσημα εχαρίσατο τω εκ γής πλασθέντι.» (Εις την Γένεσιν 53,103).

Τα λόγια του ιερέα καλύπτονται από τις κουδούνες ενός κοπαδιού. Δεκάδες κατσίκια και τράγοι χρησιμοποιούν το μονοπάτι την ίδια ώρα με εμένα. Αυτά ανεβαίνουν κι εγώ κατεβαίνω. Η συνάντηση μας θυμίζει πρώτο ραντεβού. Στην ατμόσφαιρα κυριαρχεί η αμηχανία, ο θαυμασμός και οι ελεγκτικές ματιές. Χαίρομαι που το μονοπάτι παίζει ακόμα σημαντικό ρόλο στη ζωή του τόπου και δεν έχει ξεχαστεί στη λήθη του χρόνου. Πλησιάζω στο τέλος του φαραγγιού και των στροφών. Ανοίγεται μπροστά μου ο κάμπος, προσπερνώ τα πρώτα χωράφια και μαντριά. Το τέλος του καλντεριμιού οδηγεί σε αγροτικούς χωμάτινους δρόμους. Λίγο πριν τα Σωτηριάνικα, περπατώ σε άσφαλτο πάλι και οι αστράγαλοί μου είναι χαρούμενοι για αυτό!

«Και επεθεώρησεν ο παντογνώστης Θεός όλα όσα εδημιούργησε, και είδεν ότι τα πάντα ήσαν εξαιρετικώς καλά, το καθένα με τον σκοπόν και την χρησιμότητα του.» (Εις την Γένεσιν 53,103).

Μπαίνοντας στο χωριό, μόλις έχει τελειώσει και η Λειτουργία. Με σταματάει ο κυρ-Ηλίας, παππούς 92 χρονών. Διόλου δεν με εκπλήσσει η απορία του «τίνος είμαι εγώ.» Του εξηγώ πως ήθελα να διανύσω το Μπίλιοβο και χαίρεται. Μου αποκαλύπτει πως όσο αυτός ζει, το μονοπάτι υπήρχε και γινόταν χρήση του από τους ντόπιους μέχρι να ανοίξει ο αμαξωτός δρόμος που οδηγεί στα Αλτομιρά. Μου αναφέρει τα αδέρφια Σταυριανέα από τα Σωτηριάνικα και τους Κοζομπόληδες από τα Αλτομιρά. Σύμπραξη ντόπιων οικογενειών για το καλό του τόπου. Με λύπη του παραδέχεται πως οι νέοι έχουν φύγει για την Καλαμάτα και την Αθήνα,  «είχαμε τρία δημοτικά σχολεία» μου φωνάζει καθώς κουνά το χέρι δείχνοντας προς το κέντρο του χωριού. Θέλω να μάθω κι άλλα, όμως μου αποκαλύπτει πως πρέπει να μαζέψει δεντρολίβανο για να μαγειρέψει το ταπεινό νηστίσιμο μεσημεριανό του, φακές. Στα λόγια και στο πρόσωπό του διαγράφεται το ίδιο το Μπίλιοβο. Οι βαθιές ρυτίδες του μου θυμίζουν τους παλιούς πελεκητάδες και τις τραβέρσες του καλντεριμιού, ενώ η τιμιότητα και απλότητα των λόγων του, την ιστορικότητα και την τέχνη μιας άλλης παλιάς – ξεχασμένης (;) – εποχής.