Πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου
4.7/5 κατάταξη (9 ψήφοι)
κείμενο: Θάλεια Νουάρου | φωτογραφίες: Θάλεια Νουάρου, Κωνσταντίνος Ντόκος

Μοιάζει σαν όλη η ιστορία του τόπου να γράφτηκε εδώ.
Σαν όλοι όσοι περάσαν ν’ αφήσαν κι από κάτι. Οπλοστάσια και τζαμιά, μεγάλους δρόμους νεοκλασικά και καφενεία. Στην αλλοτινή αγορά του Ναυπλίου, η Βενετσιάνικη γοητεία μπλέκεται σήμερα αρμονικά με τα τούρκικα τζαμιά και τον νεοκλασικισμό, συναντώντας τις πρώτες σελίδες του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Τα κτίρια είχαν τη δική τους ιστορία. Υπήρξαν οπλοστάσια, ανακριτήρια, σινεμά, βουλευτήρια, μουσεία, σχολεία. Συναντήθηκαν με μεγάλες επαναστάσεις και σύγχρονους πολιτικούς αγώνες. Η πλατεία ήταν γεμάτη. Είχε ρήτορες, ήρωες, μεγάλα καφενεία, σχολικές γιορτές κι αναφορογράφους. Είχε ερωτευμένους και νυφοπάζαρα. Τουρίστες, παιδιά, πλανόδιους μουσικούς, ανιματέρ, μετανάστες... Όπως σε κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή πλατεία.

Πόσα ονόματα… Η Piazza dei Armi των Βενετών έγινε Πλατάνου, Λουδοβίκου, Στρατώνος, Βασιλέως Γεωργίου και τελικά, Συντάγματος. Το τελευταίο της όνομα το πήρε το 1862, δεκαεννέα χρόνια μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση για την παραχώρηση συντάγματος. Περπατώ τη Βασιλέως Κωνσταντίνου, τον «Μεγάλο Δρόμο» που ξεκινά από το Δημαρχείο. Ο δρόμος ανοίχτηκε το 1832, την ίδια εποχή που απέκτησε η πλατεία τη σημερινή της μορφή, σε σχέδια των Βαλλιάνου και Βούλγαρη. Μαγαζιά, κοσμήματα, ακριβά ρούχα, κόσμος, πλακόστρωτο. Μια όμορφη αίσθηση σε κατακλύζει όπως σε ‘κείνες τις ωραίες πόλεις, που χαίρεσαι να τις περπατάς.
Φτάνω στην είσοδο. Αριστερά μου το Παλιό Τζαμί, το «Τριανόν» της πλατείας. Το κτίσμα αυτό, ένα απλό και λιτό τέμενος, χωρίς εντυπωσιακές διακοσμήσεις ή λεπτομέρειες, είναι του 14ου αιώνα κι αποτελεί ίσως το παλαιότερο σωζόμενο δείγμα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Από «Μεγάλο τζαμί», το 1687, γίνεται ρωμαιοκαθολικός ναός αφιερωμένος στη μνήμη του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας, που δώρισε ο αρχιστράτηγος Φραγκίσκος Μοροζίνι στο τάγμα των Φραγκισκανών. Το 1828 γίνεται αλληλοδιδακτικό σχολείο αρρένων κι από το 1831 και για μισό αιώνα, δημόσιο δημοτικό σχολείο. Υπήρξε ειρηνοδικείο και μητρόπολη, θέατρο και ωδείο. Για τους ντόπιους όμως θα μείνει για πάντα το «Τριανόν», το δημοτικό σινεμά της πόλης, που εγκαινιάστηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’30, κι έπαιζε καουμπόικα και αστυνομικά. Σήμερα φιλοξενούνται εδώ εικαστικές εκθέσεις και πολιτιστικά δρώμενα.
Στη δεξιά πλευρά του δρόμου το «Ελλάς». Εστιατόριο σήμερα, που στο παρελθόν φιλοξενούσε τη λέσχη της «καλής κοινωνίας» του Ναυπλίου κι έχει χρησιμοποιηθεί σαν ξενοδοχείο, δημόσια υπηρεσία αλλά και «μπαλκόνι» πολιτικών. Στο δρομάκι που συνεχίζει από το εστιατόριο, θα δω το σπίτι όπου το 1923 γεννήθηκε και έζησε ο συγγραφέας, πολιτικός και αγωνιστής Γρηγόρης Φαράκος. Από δω φαίνεται και η πίσω όψη του «Φαρμακείου», ένα πρώιμο νεοκλασικό κτίριο που λειτουργεί από το 1864. Δίπλα του, τα «Νούφαρα», ένα ψηλόλιγνο νεοκλασικό κτίσμα με σοφίτα και μεγάλο ισόγειο, που στέγαζε για δεκαετίες το περίφημο «Μεγάλο Καφενείο» του Σμυρναίου. Μικροί και μεγάλοι τσακωμοί για τα πολιτικά, πρέφα και ουζάκι. Όλοι οι διανοούμενοι κι οι αριστοκράτες του Ναυπλίου πέρασαν από δω. 
Παρακάτω ο γερό-πλάτανος, σήμα κατατεθέν του Ναυπλίου, που για χρόνια δάνειζε το όνομα του στην πλατεία. Εδώ λέει, αγόρευαν και συζητούσαν τα θέματα της Επανάστασης οι αγωνιστές κατά το ’21. Εδώ η Ψωροκώσταινα προσέφερε τα τελευταία της υπάρχοντα στο δάσκαλο του γένους Γεννάδιο, γοητευμένη από τα λόγια του για την ανάγκη να συμβάλλουν όλοι στις ανάγκες του έθνους. Εδώ αγόρευαν οι ρήτορες και οι πολιτικοί κι εδώ οι «αναφορογράφοι» σύντασσαν έναντι αμοιβής αιτήσεις κι αναφορές για την κυβέρνηση για λογαριασμό των αναλφάβητων… Θα καθίσω κάτω απ’ την παχιά σκιά του. Στο καφέ Κεντρικόν θα δω έναν μεγάλο πίνακα με μια παλιά φωτογραφία της πλατείας: «Ναύπλιον-πλατεία», και πάνω δυσανάγνωστες χειρόγραφες σημειώσεις. Γεμάτη από κόσμο, είναι τραβηγμένη από την πλευρά του Τριανόν κι αν εξαιρέσεις τα μαγαζιά, τις ομπρέλες και τις καρέκλες τους που αντικατέστησαν τα πυκνοφυτεμένα δέντρα, είναι ακριβώς όπως σήμερα. 

Στο «Κεντρικόν», οι Ναυπλιώτες μαζεύονται να δουν τον αγώνα. Τα καφέ προσφέρουν βάφλες, παγωτά και λουκουμάδες. Χαζεύω το κτίριο Βίγγα. Ένα ιστορικό κτίσμα της πλατείας που κατασκευάστηκε το 1878 στο οικόπεδο του Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Μετά την απελευθέρωση η Ελληνική κυβέρνηση παραχώρησε στους μεγάλους αγωνιστές της επανάστασης οικόπεδα και σπίτια γύρω απ’ την πλατεία. Εδώ τυπώνονταν η «Αργολίς», έκδοση και ιδιοκτησία Βίγγα. Κατά την κατοχή οι Ιταλοί το χρησιμοποίησαν ως «Καραμπινιέρα», δηλαδή κρατητήριο, και μετά το ‘45 στεγάστηκε εδώ η λέσχη Αξιωματικών. Σήμερα το κτίριο ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού και αναστηλώνεται καθώς βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση. Από τα σπίτια των αγωνιστών του 1821, σώζεται και το σπίτι του Νικηταρά, ιδιοκτησία σήμερα Μελισσηνού.

Ο μεγάλος πλάτανος ρίχνει τα κλαδιά του μέχρι το απέναντι κτίριο, που στεγάζει το Αρχαιολογικό μουσείο του Ναυπλίου. Ένα από τα σπουδαιότερα βενετσιάνικα κτήρια της πόλης, που χτίστηκε το 1713 από τον Αυγουστίνο Σαγρέδο, τον «Καπετάν Γκενεράλη» των Αναπλιωτών, ως «Αρσενάλε», δηλαδή οπλοστάσιο, κι οριοθετούσε την πλατεία σε εκείνη την πρώτη της μορφή. Χτισμένο όλο με λαξευτή πέτρα, δεν σε ξαφνιάζει διόλου το εντυπωσιακό του μέγεθος αλλά και η απλότητά του, που προφανώς υπαγόρευε η στρατιωτική του χρήση. Στους τοίχους του υπάρχουν ανάγλυφοι λέοντες, σήμα κατατεθέν των Ενετών, αλλά και ανθρωπόμορφες βρύσες, στους εξωτερικούς τοίχους, που άλλοτε έτρεχαν νερό. Η στρατιωτική του χρήση συνεχίστηκε και πολύ αργότερα. Εδώ είχε την έδρα του το 8ο Σώμα Πεζικού και μέχρι το 1929 στεγαζόταν η Στρατιωτική Λέσχη. Στην κατοχή, οι Γερμανοί το χρησιμοποίησαν ως χώρο ανακριτικών γραφείων.
Σαν αρχαιολογικό μουσείο λειτούργησε από το ‘33, με διακοπή στα χρόνια της κατοχής, και το 2009 εκσυγχρονίστηκε κι εμπλουτίστηκαν τα εκθέματά του. Η έκθεση περιλαμβάνει σήμερα πλούσια συλλογή 2000 αντικειμένων από τις Μυκήνες, την Ναυπλία, την Τίρυνθα, την Ασίνη, τα Δεντρά, την Μιδέα και αλλού, καλύπτοντας ένα μεγάλο ιστορικό φάσμα που φτάνει από τους προϊστορικούς χρόνους ως την Ύστερη Αρχαιότητα. Ο μοναδικός ψυκτήρας της Τίρυνθας, ο τάφος της Ερμιόνης, νεολιθικά εργαλεία, αγγεία, ειδώλια και πινακίδες Γραμμικής Β’ είναι μερικά από τα εκθέματα που συναντάς στις αίθουσές του. Δεσπόζουσα θέση κατέχει ο Παναθηναϊκός αμφορέας, που αποτελούσε το έπαθλο των νικητών στους  Παναθηναϊκούς Αγώνες και που κάθε τέσσερα χρόνια μεταφέρεται στην εκάστοτε πόλη όπου διεξάγονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ανάμεσα στα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου, η μοναδική στην Ελλάδα «πανοπλία των Δενδρών», και ο «άρχοντας της Ασίνης». Την είσοδο του κτιρίου κοσμεί η φωτογραφική έκθεση του Νικόλαου Τομπάζη.

Στο δρομάκι που συνεχίζει από το μουσείο βρίσκεται το λεγόμενο Βουλευτήριον ή Βουλευτικό όπως το αποκαλούν οι Ναυπλιώτες, η πρώτη βουλή των Ελλήνων που λειτούργησε κατά τα έτη 1824-25 και 1827-28. Το εντυπωσιακό αυτό κτίριο ήταν το δεύτερο τζαμί της πλατείας, ο «τεκές του αγά πασά Δελβινιώτη», που έκτισε όπως λεν για την εξιλέωση της ψυχής του. Εδώ το 1834, έγινε η περίφημη δίκη του Κολοκοτρώνη, ενώ σήμερα στεγάζεται παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου.
Μπροστά από το Βουλευτικό, το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, έργο του αρχιτέκτονα Νικόλαου Ζουμπουλίδη. Με επιρροές από τα μυκηναϊκά μέγαρα, χτίστηκε το 1936 κι απηχεί την τελευταία στροφή της δεκαετίας του ’30 προς το νεοκλασικισμό. Λέγεται πάντως ότι το κτίριο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα. Όπως μαρτυρά το μαρμάρινο γλυπτό που στέκεται δίπλα από την είσοδό του, στη θέση αυτή βρισκόταν το σπίτι της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Μιας ηγετικής μορφής του αγώνα κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Στο σπίτι αυτό οργανώθηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση. Από εκείνα τα μπαλκόνια η «Παπαλέξαινα» εμψύχωνε τους Ναυπλιώτες να ξεσηκωθούν. Και χρόνια μετά, από τούτα εδώ τα μπαλκόνια έδωσαν τις μεγάλες προεκλογικές τους μάχες οι πολιτικοί αρχηγοί της μεταπολίτευσης. Δίπλα, ένας ανάγλυφος λέοντας υποδηλώνει ξανά την ενετική παρουσία στην πλατεία.
Μια μικρή πουλάει μπαλόνια για τα πιτσιρίκια. Δυο μουσικοί στήνουν τα όργανά τους. Τα παιδιά, που όλο και πληθαίνουν τους κοιτούν. Στα μπαλκόνια των ωραίων νεοκλασικών οι γυναίκες πίνουν τον καφέ τους. Θα ανέβω κι εγώ να χαζέψω πανοραμικά την πλατεία. Σ’ ένα από τα σπίτια θα συναντήσω και έναν ζωγραφικό πίνακα που την απεικονίζει. Είναι αρκετά σύγχρονος, ίσως της δεκαετίας του ’70, με προοπτική προς το Τριανόν. Έχει το φαρμακείο, το «Ελλάς» και τα σημερινά «Νούφαρα» με μια ελληνική σημαία, που προφανώς δηλώνει τη χρήση του ως δημόσιο κτίριο. Η πλατεία έχει κόσμο, παιδιά, ποδήλατα, δέντρα κι ένα αυτοκίνητο. Δεν είναι έργο κανενός σπουδαίου ζωγράφου, είναι όμως ακόμα ένα τεκμήριο, άλλη μια χρονική έκφραση της ιστορικής πλατείας. 

Πιάνω πάλι τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο κόσμος πολύς. Έξω από ένα κτίριο, μάλλον καφέ ή μπαράκι, ένα πολύχρωμο πικάπ σε λειτουργία μου κινεί την περιέργεια. Διαβάζω «Λάθος» και μπαίνω μέσα. Βρίσκομαι σε ένα σύγχρονο, πρωτότυπο μουσείο με …λάθος κατασκευές. Ανεβαίνω στην ανάποδη ζυγαριά με το δείκτη που πάει προς τα πίσω, ρίχνω τη στάχτη μου στο αναποδογυρισμένο τασάκι, χαζεύω τα ρολόγια που τους έχουν αφαιρεθεί οι αριθμοί κι οι δείκτες, εκτός από αυτόν που μετρά τα δευτερόλεπτα. Ο ιδιοκτήτης με ξεναγεί στη συλλογή. Οι κατασκευές έχουν όλες τους μια χρήση, ένα νόημα, έναν συμβολισμό.
Πίσω στην πλατεία, το φεγγάρι σκάει πάνω από το Βουλευτικό. Πόσοι ερωτευμένοι έχουν περπατήσει σε τούτο το πλακόστρωτο. Πόσα παιχνίδια, παρέες, φιλίες κι αλητείες. Πόσες φωτογραφίες. Παιδιά πετούν φωτεινά ελικοπτεράκια στον ουρανό, που γεμίζει φωτεινά σήματα. Στο Τριανόν μια έκθεση αγιογραφίας έχει ανοίξει τις πόρτες της υποδοχής. Βγαίνω ξανά στο «Μεγάλο δρόμο». Χαζεύω τα κομπολόγια, τα βραχιόλια, τα ρούχα, τον κόσμο, τα παγωτά, τα υποδήματα…

Πλατεία είναι ο χώρος που συναντιούνται το χθες με το αύριο, το είναι με το φαίνεσθαι και το εγώ με το εμείς. Έτσι κι εδώ. Στην πλατεία Συντάγματος. Μια από τις εξήντα διασημότερες πλατείες της Ευρώπης, που φιγουράρει περήφανα ανάμεσα στη χάρτα των μεγάλων ευρωπαϊκών πλατειών.

Χάρτης