Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Σπάρτη Η πόλη που γεννήθηκα… …µα που ουδέποτε γνώρισα.
5.0/5 κατάταξη (2 ψήφοι)
κείμενο: Μάρω Κουρή | φωτογραφίες: Μάρω Κουρή

Έφυγα από εκεί µόλις λίγων µηνών και βρέθηκα τώρα, να την εξερευνώ µε ανείπωτη περιέργεια.
Φυσικό δεν είναι να ψαχουλεύεις µέσα σου
συναισθήµατα και ρίγη καθώς περπατάς, µετά από
σαράντα χρόνια, στη γειτονιά όπου γεννήθηκες;
Kι έχοντας και δυο παιδιά που σου ζητάνε να τους πεις...

Η Σπάρτη έχει και αυτή, όπως όλη η χώρα, φαινόµενα ανατρεπτικά. Mε έναν αριστερό δήµαρχο, πρωτοφανές φαινόµενο για ένα δήµο ανέκαθεν δεξιό – κάτι που δεν το λέω εγώ, αφού δεν τον γνώρισα, αλλά το λένε οι περισσότεροι νεο-Σπαρτιάτες και µάλιστα µε ενθουσιασµό. ∆εύτερον, η πόλη είναι οµολογουµένως όµορφη και από τις ελάχιστες στην Ελλάδα που δεν είναι χαοτικές, αντιθέτως, θυµίζει ευρωπαϊκή κωµόπολη. Είναι γνωστή άλλωστε για την πολεοδοµική της τάξη. Το τρίτο που δεν γνώριζα για την πόλη µου, είναι ότι έχει εξαιρετικούς ανθρώπους. Κι όπου συναντάς ενδιαφέροντες ανθρώπους, αυτοµάτως βρίσκεσαι και σε µερακλίδικα στέκια. Από πρωτότυπα, διαχρονικά πατσατζίδικα ποιότητας, µέχρι γαλλικά µπιστρό, σκηνές µε παραδοσιακή live µουσική και γκουρµέ πιάτα, αλλά και τσιπουράδικα-αντικερί. Η πόλη που κοιτά προς τις επιβλητικές κορυφογραµµές του θεϊκού Ταϋγέτου και της Πυραµίδας, η οποία παίζει ένα τρελό κρυφτό µε τα σύννεφα και το ουράνιο τόξο!

Η εξερεύνηση ξεκίνησε µε τους φίλους µου, τον Αντώνη ∆ουκόγιαννη, που µαζί µε την οµάδα του Ξηροκαµπίου οργανώνει δρώµενα στο θέατρο του βουνού, πάνω από το χωριό Ξηροκάµπι. Ο Αντώνης µε την υπέροχη σύντροφό του ∆ήµητρα και την κόρη τους µε περίµεναν απ’ το πρωί στο «Vasilangelo», ένα ηλιόλουστο στέκι που δηµιουργήθηκε από τη Βασιλική και τον Άγγελο, απέναντι από µια παιδική χαρά, στη γαλήνια άκρη της πόλης. Το ζευγάρι ήρθε από την Αθήνα και εγκαταστάθηκε εδώ φτιάχνοντας ένα χώρο Τέχνης, Παιχνιδιού και Επικοινωνίας για όλες τις ηλικίες µε εργαστήρια ζωγραφικής, αγιογραφίας, σκακιού, σε γυαλί, πέτρα, βότσαλο κ.λπ., από καλλιτέχνες της Λακωνίας που δεν ήξεραν πώς και πού να προσφέρουν τις γνώσεις τους. Ο χρόνος κυλά κεφάτα και οι άνθρωποι που εργάζονται µε χειροποίητα κοσµήµατα, φωτιστικά, γλυπτά πωλούν σε φιλικότατες τιµές. Και µε συνοδεία από βραδιές ανέκδοτων, καραγκιόζη, µουσική, ροφήµατα και τσιπουράκι.
Εδώ µε σύστησαν στον αξιόλογο αρχιτέκτονα Γιώργο Γιαξόγλου, ο οποίος µε «πήρε από το χέρι» για να µου δείξει το µοναδικό µα ερειπωµένο –εδώ και τριάντα χρόνια– µέσα στη φύση, ξενοδοχείο Ξενία, που φθάνει τα εβδοµήντα έτη. Κόσµος και κοσµάκης ανυποµονεί να το δει να «ξανανιώνει» και να φιλοξενεί πάλι τουρίστες που θα σαγηνεύονται από τη θέα του Ταΰγετου, από τον πυκνόφυτο λόφο, µέσα από τα πεύκα και τους ευκάλυπτους όπου είναι χτισµένο το κτίριο, στο κέντρο της πόλης. Όπως τα περισσότερα «Ξενία», είναι έργο που συνέλαβε ο αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης και εκτέλεσε ο επίσης αρχιτέκτονας Χ. Μπουγάτσος. Στα ντουβάρια του χώρου υποδοχής θαυµάζουµε, µέσα από τα κιγκλιδώµατα, την τοιχογραφία που ζωγράφισε το 1960 ο Νίκος Νικολάου. Μοιάζει σαν να περιµένει κάποιον να τη σώσει από τους καταστροφείς της. Κρίµα! «Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, στα 1828, η Σπάρτη ήταν ένας απέραντος ελαιώνας. Ο βασιλιάς Όθωνας υπογράφει διάταγµα, το 1834, για την επανίδρυση της πόλης της Σπάρτης. Στο πλαίσιο αυτό συντάχθηκε το ρυµοτοµικό σχέδιο της νέας πόλης, που τοποθετήθηκε νότια της ακρόπολης της Αρχαίας Λακεδαιµονίας. Το σχέδιο εκπονήθηκε, µε τις αρχές του ιπποδάµειου συστήµατος, από τον Βαυαρό Γεωµέτρη
Fr. Stauffert, σε τοπογραφική αποτύπωση του Λοχαγού του Μηχανικού
A. G. Jochmus, και κάλυπτε έκταση 600 στρεµµάτων περίπου. Η µετεγκατάσταση των δηµοσίων αρχών από τον Μυστρά, που µέχρι τότε ήταν η πρωτεύουσα της Λακωνίας, στη νέα πόλη έγινε το 1837», µας λέει ο κ. Γιαξόγλου, ενώ στον περίπατό µας ξεπροβάλλουν σαν από παραµύθι, αρχιτεκτονήµατα bauhouse, όπως το δεύτερο δηµοτικό σχολείο, και νεοκλασικά σαν την Κουµαντάρειο Πινακοθήκη Σπάρτης.

Τα µουσεία


Το νεοκλασικό κτίριο µε την υπέροχη αυλή, όπου στεγάζεται το Μουσείο της Νεότερης Σπάρτης, λειτουργεί µόνο Κυριακές 11.00 π.µ. έως 13.00 µ.µ. τη χειµερινή περίοδο, από εθελοντές. Ένας από αυτούς, ο κύριος Αθανάσιος, θα µείνει αξέχαστος τόσο σε εµένα όσο και στην κόρη µου για το πείσµα και την περηφάνεια µε την οποία µας ξενάγησε στα εκθέµατα που «µαρτυρούν» την ιστορική εξέλιξη του ∆ήµου Σπάρτης: έπιπλα, µηχανήµατα όπως του τυπογραφείου της εφηµερίδας «Ηώς» (1873-1922), ενδυµασίες κ.ά.
Συγκινητικό το κείµενο του Νικηφόρου Βρεττάκου για την εκτέλεση των 118 στο Μονοδένδρι από τους Γερµανούς στις 26-11-1943. Ανάµεσά τους ήταν κι ένας παππούς µου.
Στο Μουσείο Ελιάς κάποιοι µαθητές φτιάχνουν λάδι στα παλιά λιοτρίβια, έτσι όπως αξίζει να βιώνει κάθε επισκέπτης ένα µουσείο. Το απερίγραπτο οικοδόµηµα που στεγάζεται σε ένα παλιό πέτρινο κτίριο είναι µοναδικό µουσείο στο είδος του στην Ελλάδα, ενώ η Ιταλία και η Ισπανία διαθέτουν πέντε! Σε ξεχωριστές ενότητες ξετυλίγεται η µακραίωνη ιστορία της ελιάς και του λαδιού, και αναδεικνύεται η πολύπλευρη σηµασία τους για τον ελλαδικό χώρο, στην κοινωνία, την οικονοµία, τη διατροφή, την τεχνολογία, τον πολιτισµό, τη θρησκεία, µέσα από µια καταπληκτική έκθεση ολόκληρων ελαιοτριβείων εποχής! Οι ερευνητές παρουσιάζουν την πηγή ζωής –την ελιά– από τα πρώτα της ευρήµατα στην Ελλάδα, καθώς και απολιθώµατα που χρονολογούνται περίπου πενήντα χιλιάδες χρόνια π.Χ. Περηφανεύοµαι για την πόλη µου!
Στον Μυστρά, επισκεπτόµαστε το Μουσείο φωτογραφικών µηχανών του Τάκη Αϊβαλή, ο οποίος το 2001 έγινε κάτοχος του Βραβείου Guinness για τη µεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή φωτογραφικών µηχανών παγκοσµίως – η συλλογή του περιλαµβάνει περίπου 1.000 µηχανές. Στα µέσα της δεκαετίας του ’40, ο πατέρας του Τάκη Αϊβαλή τού έφερε από την Αµερική ως δώρο µια φωτογραφική µηχανή Kodak 1Α τύπου pocket του 1923, µε την οποία ο Αϊβαλής έπαιζε, µιας και δεν είχε φιλµ, κι έγινε τελικά το αντικείµενο µε το οποίο ασχολήθηκε όλη του τη ζωή, το «σαράκι» του, κατά τα λεγόµενα του ίδιου. Η συλλογή µεγαλώνει και το 1967 ο Αϊβαλής φτάνει στην Ελλάδα µε 300 µηχανές, µεταξύ των οποίων και έξι αεροφωτογραφικές από την Αµερική, που τη δεκαετία του ’60 τις αποκαλούσαν «µαύρα σκουπίδια», αφού δεν τις θεωρούσαν συλλεκτικά κοµµάτια και τις πούλαγαν σε εξευτελιστικές τιµές στα παζάρια της Νέας Υόρκης. Όταν µάλιστα παρουσίαζαν κάποια βλάβη, τις επισκεύαζε ο ίδιος. ∆ιεύρυνε και από άλλα σηµεία του κόσµου τις αγορές του, που αποτελούνται από κοµµάτια βαριά που χρησιµοποιήθηκαν από τον αµερικανικό στρατό για τη δηµιουργία χαρτών, ξύλινες µηχανές, φακούς, αρνητικά, µηχανές φωτοπολυβόλων πολεµικών αεροσκαφών και σχετικά βιβλία. Επισκέψεις κατόπιν συνεννόησης στα τηλέφωνα: 27310 28166.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, αν και παρατηµένο, αξίζει! ∆ικαίως οι ντόπιοι παραπονιούνται και ζητούν την ίδρυση ενός νέου, αφού τα ευρήµατα δεν χωράνε και ασφυκτιούν µέσα σε αποθήκες. Κρυµµένο µέσα στον κήπο, στο κέντρο της πόλης, µε κορυφαία τη στιγµή «γνωριµίας» µε τον κορµό του στρατιώτη που είναι γνωστός ως «Λεωνίδας», αλλά και µε τα εκφραστικότατα πρόσωπα των αγαλµάτων. Τέτοια αγάλµατα αξίζει να τα επισκεπτόµαστε συχνά. Μοιάζουν σαν να µας περιµένουν, σαν να θέλουν να µάθουν από εµάς τα νέα µας, να δούνε τι γίναµε, εµείς, οι απόγονοί τους…

 


Η Ωραία Κυρία Σπάρτη


Η βόλτα στον κεντρικό δρόµο µε τα φαρδιά πεζοδρόµια και τους φοίνικες έχει µια αίγλη (που θα διαρκούσε περισσότερο, αν η πόλη είχε και ένα θέατρο ή έναν κινηµατογράφο). Από το υπόγειο µαγειρείο του «Λάµπρου», που πας στις έξι τα χαράµατα µετά το ξενύχτι και απολαµβάνεις έναν πατσά ποιότητας «5Ε», όπως διαλαλούν τα δύο αδέρφια που µας υποδέχονται µε ένα εγκάρδιο χαµόγελο πάνω από τα ταψιά και τις αχνιστές κατσαρόλες. Στις βιενέζικες καρέκλες του πενηντάχρονου µεγέρικου, τρώµε µαζί µε τους αγρότες της περιοχής που έχουν έρθει να πουλήσουν τη σοδειά τους.
Στο «Πεινολόγιο» µε την ατµοσφαιρική διακόσµηση, τα πλούσια πιάτα, τις µεγάλες παρέες στα στρογγυλά τραπέζια, ακούµε παραδοσιακά τραγούδια από τη νεανική µπάντα «Χοές». Στο καφέ- µπιστρό «Οινοκράτης», διαβάζουµε το πρωί δίπλα σε µοναχικούς φοιτητές πίνοντας σε γουστόζικα σερβίτσια, µία από τις αµέτρητες ποικιλίες τσαγιού, καφέ ή σοκολάτας, δοκιµάζουµε χειροποίητα γλυκίσµατα, ενώ το βραδάκι ακούµε live τζαζ στο πιάνο µπαρ.
Στην ίδια εξωτική, εµπορική λεωφόρο ανακαλύπτουµε το εργαστήρι κεραµικής του αιώνιου έφηβου Γιώργου Μαγγαλούση µε καταπληκτικές στάµνες και πιατέλες. Το Σάββατο, ψώνια –µέλι, καρύδια, ρίγανη και φασκόµηλο– στη λαϊκή αγορά, που καταλήγει σε γλέντι. ∆οκιµάζουµε ντόπιο χαβιάρι στο µαγαζί του παραγωγού Γιάννη Γεροντίδη και ξαποσταίνουµε για µια ρακή και µανιάτικο σύγκλινο, κεµπάµπ, τηγανιά, κοχλιούς και πατάτα οφτή στο «50» µε τις αντίκες και τις φωτογραφίες της βασιλικής οικογένειας στον τοίχο, που αναδίνει αναµνήσεις! Θυµάµαι, τα καφενεία της Λακωνίας είχαν τέτοιες φωτογραφίες στους τοίχους.
Τις Κυριακές µετά την εκκλησία, βόλτα στην όµορφη πλατεία µε το κόσµηµα του δηµαρχείου, στο κάτω τµήµα του οποίου στεγαζόταν η Λέσχη της Σπάρτης, που σήµερα είναι µια ωραία καφετέρια-µπαρ. Ξεφεύγουµε στο απερίγραπτο Πάρκο Γουδέ µε την ευφάνταστη παιδική χαρά κάτω από τους πρόποδες του Ταΰγετου, µε τα αρώµατα των πορτοκαλεώνων να µας µεθούν. Μπροστά στον ναό της Ευαγγελίστριας υπάρχει µία ακόµη µεταµοντέρνα παιδική χαρά! Βραδυνό στο «Εν Χατίπι» µε ριζότο καπνιστής πέστροφας Γεροντίδη, χοιρινό µε σέλινο, πιπεροπιτάκια, ψαρόσουπα, µανιτάρια φρέσκα µε λιαστή ντοµάτα µε συνοδεία ρεµπέτικης κοµπανίας.

Το επόµενο πρωί, βαδίζουµε στο µοναδικό σε οµορφιά φαράγγι Ανακώλου-Πενταυλών µε το πέτρινο, µονότοξο γεφύρι (100 π.Χ.) των Ελληνιστικών χρόνων στο χείµαρρο Ρασίνα, µε αξιόλογη βιβλιογραφία από περιηγητές και ιστορικούς, µοναδικό σε χρήση στην Ευρώπη. Το γεφύρι ένωνε την πόλη της Σπάρτης µε το επίνειό της –κατά την Ρωµαϊκή εποχή-, την Καρδαµύλη, µέσω της Βασιλικής οδού. Περπατάµε µέχρι το µεσαιωνικό χωριουδάκι Κουµουστά. Πίσω στο Ξηροκάµπι συναντώ δύο καλλιτέχνες, τον µηχανικό Γιάννη Σταθέα, που κατασκευάζει µε πάθος αρχαίες λύρες οι οποίες πωλούνται µέχρι και στην Κίνα, και τη ∆ήµητρα Κολοµβάκου, που δηµιουργεί βοτσαλωτά δάπεδα και ψηφιδωτά σε κοσµήµατα και πέτρες. Αποχαιρετώ τον τόπο µου, στο χωριό της γιαγιάς µου, την Άρνα, αναζητώντας λίγη δροσιά από τον άρχοντα Ταΰγετο, συνδυασµένη µε τη γλύκα των κάστανων και του νερού της πηγής, κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο της πλατείας µε θέα τα βουνά. ∅

Χάρτης