Φαράγγι Βυρού Από τα Τσέρια στην Καρδαµύλη
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)
Κείμενο - Φωτογραφίες: Δημήτρης & Μιχάλης Λιατσόπουλος

«Ο βράχος κυλά ακόμη. Αφήνω λοιπόν τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του […] Αυτό το σύμπαν το αδέσποτο στο εξής δεν του φαίνεται ούτε άκαρπο ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι’ αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει την ανθρώπινη καρδιά». Albert Camus, Ο Μύθος του Σίσυφου.


Σημ.: Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Σίσυφος, βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, καταδικάστηκε στην αιώνια τιμωρία του να κουβαλάει έναν βράχο στην πλαγιά ενός βουνού, ώσπου να τον φέρει στην κορυφή. Από εκεί, ο βράχος ξανακυλά πίσω και ο Σίσυφος είναι υποχρεωμένος να επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση επ’ αόριστον.

Ξεκινώντας αργά τη νύχτα το ταξίδι μας με προορισμό το φαράγγι του Βυρού, στην καρδιά της μεσσηνιακής Μάνης, δεν ήξερα τι να περιμένω. Σ’ αυτό είχε συντελέσει η επιμονή μου να αποφεύγω πάντοτε, όσο μπορώ, να μαθαίνω πράγματα ή να βλέπω φωτογραφίες a priori από τους τόπους που πρόκειται να επισκεφθώ, πιστεύοντας ότι έτσι διατηρείται κάτι από τη μαγεία της πρωτογενούς εξερεύνησης. Το μόνο που είχα φροντίσει ήταν να ενημερωθώ για ένα δύο τοπογραφικά και ιστορικά στοιχεία, τα οποία επαναλάμβανα σαν καλός μαθητής κατά τη διάρκεια του ταξιδιού: Ξεκινώντας, στα 1.400 μέτρα υψόμετρο από τη δυτική πλευρά του Ταΰγετου, το φαράγγι ξεδιπλώνεται σε ένα απρόβλεπτο μοτίβο 19 χιλιομέτρων. Στην αρχαιότητα, κατά μήκος του διερχόταν η Βασιλική Οδός, η οποία ένωνε τη Σπάρτη με το λιμάνι της Καρδαμύλης. Σύμφωνα με τη μυθολογία, αυτήν την οδό διέσχισε κάποτε ο Πύρρος για να φθάσει στη Σπάρτη και να παντρευτεί την Ερμιόνη, κόρη του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης.

Απ’ το μπαλκόνι της Μάνης

Φτάνοντας στα Τσέρια, δικαίως γνωστό ως το μπαλκόνι της Μάνης, έχει αρχίσει να χαράζει και στο πρώτο φως της ανατολής ξεπροβάλλει πανηγυρικά το μυτερό καμπαναριό. Όλα τριγύρω έχουν αποκτήσει μια χροιά του πρωινού – μέχρι και οι γάτες του χωριού έχουν κάτι το χουζούρικο στην όψη τους. Η πολυτέλεια όμως της ραστώνης στην οποία έχουμε ήδη παραδοθεί αναβάλλει για άλλη φορά τη θέαση των πανέμορφων πέτρινων σπιτιών με τους λαξευτούς γωνιόλιθους. Σπίτια σχεδόν ομοιόμορφα, χτισμένα από μαστόρους μιας άλλης εποχής, βαθιά ριζωμένα στα σκληρά εδάφη τούτου του αυταρχικού τόπου. Αποχαυνωμένοι από την ομορφιά που μας περιτριγυρίζει, το μόνο που επιτρέπουμε στους εαυτούς μας είναι να αφεθούμε για λίγα λεπτά στην πλατεία και να θαυμάσουμε τον επιβλητικό ναό του Ευαγγελισμού. Τα λίγα τεμπέλικα σύννεφα κρύβουν τον ήλιο κι εξομαλύνουν τις έντονες αντιθέσεις του φωτός διευκολύνοντας τη φωτογράφηση. Η διάρκειας 4,5 ωρών διαδρομή που θα ακολουθήσουμε έχει ως σημείο εκκίνησης το μονοπάτι που ξεκινά από το χωριό για να συναντήσει το θρυλικό φαράγγι στην απόληξή του ως την Καρδαμύλη. Για να το διασχίσει κανείς ολόκληρο, θα πρέπει να ξεκινήσει από τον Άγιο Παντελεήμονα, να περάσει το δάσος της Βασιλικής και έπειτα, ακολουθώντας τη δική μας πορεία, να φθάσει ως το τέλος του. Περίπου 11 ώρες πεζοπορίας απαιτούνται συνολικά καθιστώντας το ένα από τα μεγαλύτερα φαράγγια στην Ελλάδα. Ωστόσο, η πλήρης κατάβαση ενέχει αρκετά μεγάλο βαθμό δυσκολίας, αφού το πρώτο κομμάτι είναι δύσβατο σε πολλά σημεία, γι’ αυτό και συνιστάται η συνοδεία ενός έμπειρου οδηγού. 
Αφήνουμε το αυτοκίνητο στη μικρή πλατεία του χωριού, παίρνουμε μαζί μας τα πλέον απαραίτητα και με αποφασιστικότητα ξεκινάμε την κατάβαση του μονοπατιού. Το νερό είναι απαραίτητο μιας και, όπως ενημερωνόμαστε, δεν θα συναντήσουμε κάποια πηγή με τρεχούμενο νερό, παρά μόνο προς το τέλος του φαραγγιού. Σημείο εκκίνησης μια μικρή ταμπέλα που σε πράσινο φόντο απεικονίζει τον χαρακτηριστικό πεζοπόρο με το σακίδιο στην πλάτη και το μπαστούνι ανά χείρας. Αρχέτυπο στη συλλογική μας μνήμη η καθηλωτική θέα την οποία προσφέρει η αφετηρία του μονοπατιού στα 800 μ. υψόμετρο.

Λιούτι

Το μονοπάτι, το οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν Λιούτι, αν και σχετικά βατό, κάποιες φορές γίνεται δύσκολο κι απότομα κατηφορικό. Απαραίτητη προϋπόθεση λοιπόν η σωματική –αλλά και πνευματική– ετοιμότητα. Ύστερα από μια κατηφορική πορεία στο καλλιτεχνικής αρτιότητας καλντερίμι, και με αρκετές στάσεις ενδιάμεσα για να θαυμάσουμε το φαράγγι που ξετυλίγεται στο βάθος κόβοντάς μας την ανάσα, φθάνουμε κάποια στιγμή στη βάση του φαραγγιού. Σκέφτομαι ότι κάποτε από εδώ περνούσαν τα νερά που πήγαζαν από τις παρυφές του Ταϋγέτου και των όμορων σε αυτό βουνών, δημιουργώντας αυτή τη βαθιά χαρακιά στον φλοιό της γης. Τεράστιοι πανάρχαιοι βράχοι, θαρρείς παρατημένοι εκεί από δεκάδες Σίσυφους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το καθήκον τους στη μέση, έρχονται σε αντιδιαστολή με τα μυριάδες μικρά βότσαλα, σμιλεμένα από την πολύχρονη διέλευση του νερού. Τα βήματά μας επιβάλλεται να είναι προσεκτικά και τα πατήματα στέρεα. Από το σημείο αυτό αρκεί να φωνάξεις μία φορά δυνατά για να ακούσεις τον αντίλαλό σου 5-6 φορές, ώσπου να σβήσει στο βάθος του φαραγγιού.
Σύμμαχος στην προσπάθειά μας τα μικρά κυανόλευκα παραλληλόγραμμα σημάδια: τοποθετημένα σε σταθερούς βράχους και ογκόλιθους. Τα σημάδια αυτά, σαν ένα είδος GPS, διευκολύνουν το έργο μας κατευθύνοντάς μας στη σωστή πορεία. Δεν μπορείς παρά να νιώσεις ευγνωμοσύνη προς αυτούς που με πολύ μεράκι επιτέλεσαν αυτό το έργο. Παρακαταθήκη προηγούμενων πεζοπόρων και οι στοίβες από πέτρες, που είναι περίτεχνα τοποθετημένες η μία επάνω στην άλλη λειτουργώντας σαν πυξίδες!
Εντύπωση μας προκαλούν τα παλιά πέτρινα απομεινάρια που μας δείχνουν ότι εδώ κάποτε λειτουργούσαν νερόμυλοι. Θαυμάζουμε την υπομονή και την αποφασιστικότητα των σκληροτράχηλων προγόνων μας που σε αυτούς τους αφιλόξενους τόπους έρχονταν να αλέσουν το σιτάρι και να μεταφέρουν το αλεύρι με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν. 
Ολοένα και πιο κατηφορική η διαδρομή, ενώ εκατέρωθεν υψώνονται πελώριοι βράχοι, που στο βάθος τους φιλοξενούν πλήθος σπήλαια. Κάποια από αυτά έχουν σφραγιστεί από τα μεσαιωνικά χρόνια με τη χρήση μεγάλων ογκόλιθων. Μικρά ανοίγματα που διακρίνονται αποκαλύπτουν ότι χρησιμοποιούνταν ως παρατηρητήρια. Γνωστά και ως βίγλες, προσέφεραν καταφύγιο στους καταδιωκόμενους ανά τους αιώνες, ενώ προστάτευαν τους γύρω κατοίκους από τους εκάστοτε επιδρομείς.

Η Μονή του Σωτήρος

Με αργό βηματισμό, συνεπαρμένοι από το δέος που το ίδιο το τοπίο επιτάσσει, συναντάμε μια ταμπέλα που μας ενημερώνει ότι τα φαρδιά τσιμεντένια σκαλιά στα δεξιά οδηγούν στη Μονή του Σωτήρος. Αποφασίζουμε να λοξοδρομήσουμε για λίγο και να ανέβουμε τα λιγοστά σκαλιά που οδηγούν σε μια σιδερένια καγκελόπορτα. Εισερχόμενοι, αντικρίζουμε το μικρό μοναστήρι με τα λίγα κελιά, την κεντρική εκκλησία, τον μεγάλο προαύλιο χώρο που σκιάζεται από τρία πανύψηλα δέντρα και κυκλώνεται από λίγα τσιμεντένια καθίσματα. Όπως μας ενημερώνει η επιγραφή έξω από το εκκλησάκι, η μονή, σύμφωνα με την παράδοση, κτίστηκε τον 14ο αιώνα και η ανακαίνισή της πραγματοποιήθηκε το 1807. Τη φαντάζομαι στα χρόνια της ακμής της, να σφύζει από ζωή και στον νου μου έρχονται ταπεινοί προσκυνητές, με ζωγραφισμένη στα ευλαβικά τους πρόσωπα την ελπίδα. Μια υπερβατική γαλήνη μάς συνεπαίρνει. Η ξεκούραση σε τέτοιους τόπους έχει άλλη βαρύτητα… 


Το τελευταίο κομμάτι

Αφήνουμε τον ιερό χώρο και επιστρέφουμε στη διαδρομή μας στο φαράγγι. Μες στην απόλυτη ησυχία που προσφέρει η φύση ακούμε ξαφνικά ανθρώπινες φωνές. Μια παρέα τριών ατόμων ξεπροβάλλει στα αριστερά μας από έναν χωμάτινο δρόμο. Η συντροφικότητα στην ερημιά είναι θείο δώρο και πάντα ευπρόσδεκτη. Οι τρεις Λονδρέζοι φυσιολάτρες, συνοδοιπόροι πλέον, μας συνοδεύουν στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής και η κατάβαση γίνεται ακόμη πιο ευχάριστη.
Από εδώ και πέρα, τα περάσματα σε ορισμένα σημεία άλλοτε στενεύουν και άλλοτε ανοίγουν. Η βλάστηση σε αυτό το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής οργιάζει: πλήθος από μαυρόπευκα, κέδροι και κυπαρίσσια μας περιβάλλουν από παντού. Κοιτάζοντας προς τα επάνω, νιώθεις δέος εμπρός στην επιβλητικότητα του φαραγγιού κι αντιλαμβάνεσαι τη μικρότητά σου μπροστά στο μεγαλείο της φύσης.
Παρασυρμένοι από την κουβέντα και με τα πρώτα σημάδια κούρασης να κάνουν την εμφάνισή τους, παρατηρούμε από μακριά τις πρώτες στέγες και το γραφικό γεφυράκι της Καρδαμύλης. Το ταξίδι φτάνει στο τέλος. Πίνοντας τον καφέ μας στη γραφική κωμόπολη, αναρωτιόμαστε τι είναι προτιμότερο: η άγρια ομορφιά της φύσης ή ένας καφές με θέα τη θάλασσα και τα πέτρινα αρχοντόσπιτα; Συμφωνούμε και οι δύο ότι η ζωή από μόνη της είναι θείο δώρο και η ομορφιά κρύβεται παντού περιμένοντας να αποκαλυφθεί σε εκείνους που υπομονετικά την αναζητούν.