Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Άγραφα Το σύµπαν του βουνού
4.6/5 κατάταξη (8 ψήφοι)
κείμενο: Θάλεια Νουάρου | φωτογραφίες: Θάλεια Νουάρου, Χρήστος Κανατάς

Τα Άγραφα γεννήθηκαν, λέει, από χοντράδια και πέτρες.
Ναι, δεν έχεις δει τίποτα πιο ορεινό… ∆εσποτικές, µεγαλοπρεπώς
σµιλεµένες κορυφές, µια αγριάδα που σε γαληνεύει, έρωτας!
Μια βουνίσια Εδέµ, φτιαγµένη για όσους µπορούν ακόµα να ερωτεύονται…


«Κόλασιν ορέων» χαρακτήριζε τα Άγραφα η εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός» στα τέλη της δεκαετίας του ‘20. ”Κόλαση …ωραίων” θα την κάνουµε εµείς» θα µου πει αστειευόµενος ο Χρήστος πριν ξεκινήσουµε. Για τα Άγραφα είχα διαβάσει πολλά. Ό,τι όµως κι αν διαβάσεις για τον τόπο αυτό, δεν συγκρίνεται µε το βίωµα του να είσαι εκεί. Γιατί το ταξίδι στα Άγραφα µοιάζει τελικά µε ταξίδι σε έναν παράλληλο χωροχρόνο. Εκεί όπου η βαρύτητα της φύσης συναντά τον άνθρωπο –την ταπεινότητα της ψυχής– και γίνονται ένα. Το λες ποίηση, χορό, µουσική… Τέχνη φτιαγµένη από βουνό – θεού κι ανθρώπου…
Κι ενώ µέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 τα αγαθά του σύγχρονου κόσµου παρέµεναν µακριά, κι ενώ ακόµη και σήµερα σ’ ένα µεγάλο κοµµάτι τους τα Άγραφα παραµένουν δίχως ασφαλτόστρωση, χωρίς αγροτικούς γιατρούς, στο έλεος του χιονιού και της άγριας ορεινής φύσης που τα περιβάλλει, ωστόσο έχουν καταφέρει και κλείνουν µέσα τους την αυθεντική Ελλάδα. Αυτήν που κάποιοι κάποτε αποκάλεσαν ρωµιοσύνη. Και η ρωµιοσύνη έχει µέσα της τσαµπουκά κι αγνότητα, είναι «έξω καρδιά», αναπνέει ελευθερία…
Συνοδοιπόρος στο ταξίδι µας, οδηγός κι εµψυχωτής µας ο Θύµιος Μιχόπουλος. O Αντιδήµαρχος Πολιτικής Προστασίας, είναι επί της ουσίας ο άνθρωπος που τρέχει για όλους και για όλα γιατί, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι των Αγράφων, νιώθει απόλυτα υποταγµένος στη γοητεία του τόπου.

Τα θεµέλιά µου
στα βουνά…

Στον ξενώνα του Μάκκα, στον Κρέντη, απ’ όπου ξεκινούν οι ατέλειωτοι χωµατόδροµοι για την περιήγηση στη γη των Αγράφων, απολαµβάνουµε βουνίσιο πρωινό, µε χωριάτικο βούτυρο και φρέσκο αυγό. Στο πανέµορφο Κερασοχώρι, έδρα του ∆ήµου Αγράφων, φωτογραφίζω µανιωδώς την απρόσµενη θέα των αντικρινών κορφών. Ο Θύµιος απορεί: Μα αυτά είναι… κάµπος(!) Πού να ‘ξερες τι έχουµε να δούµε στη συνέχεια…»
Πριν πάρουµε τις χωµάτινες οδούς για… τα όρη τ’ άγρια βουνά, περιπλανιόµαστε στη γύρω περιοχή. Στην ιστορική παλιά Βίνιανη µια απόκοσµη ησυχία πλανιέται ολόγυρα. Πέρα από τα σιωπηλά σοκάκια, το παλιό σχολείο του χωριού µεταµορφώθηκε σε µουσείο για την Εθνική Αντίσταση. Εδώ, στις 10 Μαρτίου του ’44 συγκροτήθηκε η θρυλική «Κυβέρνηση του βουνού» υπό την προεδρία του Συνταγµατάρχη Ευριπίδη Μπακιρτζή και ολόκληρη η περιοχή θα αποτελέσει στο εξής το κέντρο του απελευθερωτικού αγώνα. «Τα θεµέλιά µου στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στους ώµους τους κι απάνω τους η µνήµη καίει άκαυτη βάτος», η επιγραφή µε τους στίχους του Άξιον Εστί χαραγµένη στο λιτό µνηµείο, δίπλα στις προτοµές των ανταρτών –του «υπουργικού συµβουλίου»– της αλλοτινής πρωτεύουσας της ελεύθερης Ελλάδας. Στο βάθος µακριά, ατενίζουµε το καταπληκτικό παλιό γεφύρι που περήφανα στολίζει τον Ταυρωπό και που θα επισκεφθούµε αµέσως µετά για να αποτυπώσουµε στο φακό και τις αισθήσεις µας.

Μάραθος, στα ληµέρια
του Κατσαντώνη

Κάπως έτσι ξεκινά η περιπέτεια, το ταξίδι στην καρδιά των Αγράφων µέσα από χωµάτινες οδούς κι εικόνες που µοιάζει να µας τραβάνε πίσω στο χρόνο. Ζητώ και σταµατάµε στο Χάνι του Λάµπρου Κοντογούνη στη Βαρβαριάδα, που βρίσκεται εδώ από το 1932 µέχρι και πρόσφατα, το 2011 που ο µπαρµπα-Λάµπρος… έφυγε να συναντήσει ίσως τον Κατσαντώνη. Τον θρυλικό Αντώνη Μακρυγιάννη, τον «αετό των Αγράφων», που στις αρχές του 17ου αιώνα δαµάζει τα βουνά της Ευρυτανίας αποτελώντας τον τρόµο των Τούρκων, τον εφιάλτη του Αλή Πασά …Κάτσε Αντώνη, του λέγε, λέει, η µάνα του, µα εκείνος αγρίµι αληθινό, ήθελε από νωρίς να πάρει τα βουνά... Οδεύοντας προς τη γενέτειρά του, τον Μάραθο, το παλιό λεωφορείο των Αγράφων στέκεται εγκαταλειµµένο στην άκρη του χωµατόδροµου κι εσύ νιώθεις πως οι µνήµες του µπορεί και να ξεπερνούν σε αριθµό τις τουφεκιές του θρυλικού ήρωα.

Στη «Μαριγούλα» το καφενείο του χωριού, στη µικροσκοπική πλατεία Κατσαντώνη, που κοσµεί διακριτικά η προτοµή του, θα µας ανοίξουν «κονσερβάκια»
–σαρδέλα πικάντικη– µαζί µε τυρί, ντοµάτα, ελιά, ψωµί και οι… γύρες ξεκινούν. Κέρνα ο ένας, κέρνα ο άλλος «…αυτή είναι ζωή!», θα πει ο Χρήστος και πώς γίνεται να διαφωνήσεις. Στο διάβα µου έχω συναντήσει πολλά χωριά σε τοποθεσίες κατάφυτες, συχνά µάλιστα σε απόσταση αναπνοής από τις πόλεις, ολοένα να ερηµώνουν, να µη βρίσκεις να πιεις έναν καφέ, έναν άνθρωπο να κουβεντιάσεις. Κι εδώ στον απόκρηµνο ορεινό όγκο των Αγράφων, κοντά 6-7 ώρες από την πρωτεύουσα, κάτω από τις θεόρατες τούτες κορυφές, και ο τελευταίος συνοικισµός έχει τα καφενεία, τις ταβέρνες του, τους ανθρώπους του που τα δουλεύουν, που θα βρουν πάντα κάτι να σου ετοιµάσουν, που θεωρούν αυτονόητο πως παραµένουν αφού, όπως µας λένε, όποτε αναγκάζονται να φεύγουν για τον «πολιτισµό», νιώθουν πως φορτώνονται στον ώµο τους ολόκληρες δεκαετίες. Λίγο πιο κάτω θα δούµε τον Άγιο Ταξιάρχη, µια εκκλησιά του 1592 µε ονειρικό διάκοσµο –όπως όλες σχεδόν οι εκκλησιές των Αγράφων– να ατενίζει τις έξι κορυφές που αγκαλιάζουν τον οικισµό.

Γραµµένα… Άγραφα

Ακολουθώντας την ασηµογραµµή του Αγραφιώτη να διασχίζει τους καταπράσινους ορεινούς όγκους, φτάνουµε στο Μοναστηράκι. Ένα αληθινά κουκλίστικο χωριό γεµάτο τρεχούµενα νερά, βρύσες, πηγές και καταρράκτη! Στο καφεπαντοπωλείο «το Κέντρον», καλυµµένο ολόκληρο από… λαµαρίνα, έχει µείνει ακόµη η πινακίδα του τηλεφωνικού κέντρου του ΟΤΕ, που εξυπηρετούσε για χρόνια τους χωρικούς, όπως θυµάται η κεφάτη ιδιοκτήτρια που παραµένει πάνω από 50 χρόνια στην επιχείρηση. Τα καφενεία των Αγράφων αποτελούν από µόνα τους µικρά αξιοθέατα, αυθεντικά κοµµάτια µιας Ελλάδας που αργοσβήνει, που φεύγει και πίσω δεν γυρνά. «Φέρτε πίσω τα κλεµµένα», αναγράφει µε λευκή µπογιά το πλατάνι της πλατείας σε έναν τόπο που δεν υποτάχτηκε ποτέ ούτε στους βυζαντινούς εικονοµάχους ούτε στους Τούρκους ούτε στους Ναζί, που δεν εγγράφηκε σε φορολογικούς καταλόγους κανενός δυνάστη. Με την Αγραία Άρτεµη και τον θεό ∆ιόνυσο στα σπλάχνα της ιστορίας τους, το αδούλωτο της ψυχής των Αγράφων φαντάζει άλλωστε σαν κάτι φυσικό...  
∆ιασχίζοντας του φιδωτούς δρόµους, όµοια µε… φαράγγια, έτσι βαθιά που κόβουν τους συµπαγείς ορεινούς όγκους, φτάνουµε στα Άγραφα. Μας υποδέχονται µε άφθονα νερά, το πέτρινο γεφύρι και τον νερόµυλο που έγινε ταβέρνα. Πρωτύτερη έδρα του παλιού ∆ήµου Αγράφων, το χωριό –που περιλαµβάνει πλήθος οικισµών– είναι χτισµένο σε οροπέδιο, στα 880 µ. υψόµετρο, κι όπως βλέπεις το χάρτη, µοιάζει να σπάρθηκε σε µια πιθαµή πλατώµατος, τη µοναδική που συναντάς σε ολόκληρο το ορεινό σύµπλεγµα της περιοχής, το οποίο µετρά συνολική έκταση 288 χιλ. βουνίσιων στρεµµάτων. Το καφενείο της Αρετής και του Παναγιώτη, ένα ακόµη µικρό εικαστικό διαµάντι, και οι ήχοι από τις κουδούνες, πίνοντας το καφεδάκι µας έξω στην ανοιχτωσιά, φτάνουν στ’ αυτιά µου τόσο αρµονικά, που µοιάζει να κλείνουν µέσα τους όλη τη µουσική του κόσµου. Αργότερα, στη διπλανή ταβέρνα θα φάµε παϊδάκι, πατάτες, τσαλαφούτι, το παραδοσιακό κρεµώδες τυρί της περιοχής, µπουκιά και συχώριο. Παρασκευή βράδυ και τα Άγραφα σφύζουν από ζωή. Λες και οι 200 µόνιµοι κάτοικοι να έχουν βγει και να έχουν σκορπιστεί στα καφενεία, τις ταβέρνες και τους δυο καταπληκτικούς ξενώνες του χωριού. «Να ‘ξερες τι γινότανε κάποτε εδώ…» θα µου πει η Αρετή. «Μαζεύονταν εδώ ορειβάτες, ξένοι, παρέες – πού να τους χωρέσεις όλους… να δεις γλέντια, χορός µέχρι το πρωί… τώρα πια ερηµώσαµε…» ∆ίπλα µας λάµπει µε τα φώτα του ο Άγιος ∆ηµήτριος, η µεγαλοπρεπής µητρόπολη του χωριού, κι απέναντι στο βάθος ο φωτισµένος ανδριάντας του Κατσαντώνη επάνω σ’ ένα µικρό ύψωµα, πλάι στο εκκλησάκι της Αγια-Βαρβάρας. Κάποιος κάποτε αποκάλεσε ετούτο το θέαµα «Λυκαβηττό των Αγράφων» κι έτσι παρέµεινε. Ψηλά από την Παναγιά, στα 1.000 µ. υψόµετρο, η θέα των Αγράφων αναδεικνύει περίφηµα τον οικισµό. Ο Θύµιος µού δείχνει στις αντικρινές κορυφές, τη σπηλιά του Κατσαντώνη. Αγρίµι ο Κατσαντώνης. Πώς αλλιώς άνθρωπος να επιβληθεί σε τούτες τις κορφές, σκέφτοµαι. «Αύριο θα είµαστε εκεί. Θα διασχίσουµε όλη αυτήν την κορυφογραµµή», ανακοινώνει ο Θύµιος, κι εγώ δυσκολεύοµαι να το πιστέψω. ∆εν είχαµε δει ακόµα τίποτα…

Νιάλα, πέρα
από τις κορυφές…

Το πρωί τα Άγραφα αποπνέουν άλλον αέρα! Χρώµατα βγαλµένα από εικονογραφηµένο παραµύθι. Ο Χρήστος κρατά τις σηµειώσεις: Οδεύουµε προς το διάσελο του βουνού στα 1.640 µ. υψόµετρο κάτω από την κορυφή Μορφοράχη. Μετά από 11 χλµ. ακολουθούµε τη διασταύρωση προς τα Καµάρια... Η υψηλότερη συνοικία των Αγράφων, στα 1.480 µ. υψόµετρο, κατοικείται πια µόνο από κτηνοτρόφους. Η διαδροµή, σκέτη µαγεία. Οι τόνοι, οι χρωµατισµοί, τα σύννεφα, τα σκόρπια λιγοστά έλατα, η αίσθηση ότι είσαι λίγο πιο κοντά στον ουρανό. Εδώ µιλάνε µόνο οι εικόνες που στέκονται έτσι ακέραιες να ορίζουν την απεραντοσύνη του κόσµου. Σκόρπια σπιτάκια κι εγκαταλειµµένες συνοικίες, εδώ στις αχανείς πλαγιές, σ’ αφήνουν έκθαµβο. Λίγο πριν από τα Καµάρια, φτάνοντας στη µικρή αλπική λιµνούλα που κρατά νερό όλο το χρόνο, νιώσαµε κάτι σαν µικρή ευτυχία.
Συνεχίζουµε προς Σάικα. Ένα απέραντο κάδρο που απλώνεται όπου φτάνει το µάτι σου. Κάθε κοµµάτι γης κι ουρανού ένα ατέλειωτο παζλ αρµονίας και τελειότητας, που ντρέπεσαι να αιχµαλωτίσεις. Τόσο, που όταν σηκώνεις τη µηχανή να φωτογραφίσεις, νιώθεις λίγο σαν να «κλέβεις». Ξαφνικά, εδώ στο… πουθενά θα πιάσουµε άσφαλτο! Ο δρόµος που θα ένωνε τα Άγραφα µε την Καρδίτσα και θα προσέφερε µια δεύτερη εναλλακτική, διευκολύνοντας τις µετακινήσεις ντόπιων κι επισκεπτών, προς το παρόν παραµένει ηµιτελής. Στο βάθος από ψηλά, η λίµνη Πλαστήρα. Εµείς Θα τραβήξουµε ορεινά, µε προορισµό µας τη Νιάλα. Σε κάθε πέρασµα από πλαγιά σε πλαγιά, το τοπίο θαρρείς πως µεταµορφώνεται. Σαν να αφήνεις έναν ολόκληρο κόσµο και να εισβάλλεις σε έναν άλλο. Απέναντι αντικρίζουµε τη Νιάλα, κι ο Θύµιος µού δείχνει από µακριά το σπίτι όπου γεννήθηκε τη δεκαετία του ’60. Σήµερα, µπορεί να έχουν µείνει µόνο οι πέτρες, τα ίχνη των κυνηγών και των τσοπάνων, και πάλι όµως είναι συγκλονιστικό. Στα επόµενα χιλιόµετρα σκέφτοµαι πώς είναι να γεννιέσαι και να γαλουχείσαι σε ένα τέτοιο µέρος, πάνω σε µια κορφή, να αντικρίζεις αυτές τις εικόνες κάθε ώρα της ηµέρας, κάθε εποχή του χρόνου. Γιατί είναι αλήθεια πως εδώ, µπροστά σ’ αυτήν τη µεγαλοπρέπεια της γης και του ουρανού, αισθάνεσαι µικροσκοπικός, ασήµαντος, και την ίδια στιγµή τεράστιος, γιγαντωµένος, σαν να καλείσαι να επιβιώσεις, να δαµάσεις σαν άλλος Κατσαντώνης ετούτες τις κορφές... «Είµαι πολύ ερωτευµένος µε τα Άγραφα» µου εξοµολογείται ο Θύµιος, βαθιά συγκινηµένος…
Του Θύµιου του αρέσουν οι ιστορίες. Κι εµένα όµως µου αρέσει να τις ακούω ξεκουράζοντας το βλέµµα µου στη συγκλονιστική διαδροµή. Έπειτα από 12,5 χλµ. φτάνουµε στη Σάικα, ακόµα µία συνοικία των Αγράφων, όπου επισκεπτόµαστε τη Μονή της Αγίας Τριάδας, ένα από τα κρησφύγετα των κλεφταρµατολών, που ιστορείται περί το 1600. Ο πανέµορφος εσωτερικός του διάκοσµος σε καλεί σε µια απόλυτα κατανυκτική ατµόσφαιρα. Στο µοναχικό κι αυθεντικότατο καφενείο-παντοπωλείο του ∆ηµήτρη Πανταζή, θα γευτούµε κρύο ψητό, αγραφιώτικη φέτα και βραστή πατάτα. Θα πιούµε ρετσίνα και θα πούµε µια καληµέρα και στον δεύτερο καφενέ του χωριού – να µην αφήσουµε κανέναν παραπονεµένο…
Η ανάβαση προς τη Νιάλα συνεχίζεται. Έπειτα από 10 ακόµη χλµ. χωµατόδροµου, θα προσεγγίσουµε το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία µε το πυργοειδές του καµπαναριό να στολίζει το τοπίο. Οι εικόνες συνεχίζουν να ξεπερνούν τη ζωγραφική τέχνη, να είναι αληθινά απερίγραπτες. Ακόµη 4 χλµ. ανάβασης και βρισκόµαστε στον αυχένα της Νιάλας, σε µέσο υψόµετρο 1.750 µ. Μπροστά µας οι κορφές Καταρραχιάς και Φλιτζάνι, και παραπέρα οι Πέντε Πύργοι και τα Καλύβια, όλες τους σε υψόµετρο λίγο πάνω από 2.000 µ. «Ποίηση!» αναφωνεί ο Χρήστος ενώ εγώ έχω µείνει άφωνη από την οµορφιά… Το µοναχικό µνηµείο της Εθνική Αντίστασης, δυο χαραγµένες πλάκες πάνω στο βράχο, µας καλούν να αφήσουµε ένα λουλούδι για τους αδικοχαµένους του Εµφυλίου… Εδώ ψηλά, στην απεραντοσύνη, δόθηκε µέσα στον όλεθρο του πολέµου ένα συγκλονιστικό παράδειγµα συµφιλίωσης. Αντάρτες και στρατιώτες βρέθηκαν να κείτονται αγκαλιασµένοι, αφού πέθαναν από τον παγετό... Μπρος στον θάνατο δεν έχεις να χωρίσεις τίποτα…
∆ύο δύσκολα µόνο περάσµατα σ’ αυτή τη µαγική πορεία µας στη γη των Αγράφων και η κατάβαση ξεκινά. «Μην ανησυχείς, τώρα θα πιάσουµε… εθνική οδό!» όπως αποκαλεί ο Θύµιος τους χωµατόδροµους που είναι καλά στρωµένοι…

Ελεύθεροι κι ωραίοι…

Στα Μεγάλα Βραγγιανά, που προσεγγίζουµε έπειτα από 11 χλµ. χωµάτινης «λεωφόρου», διασχίζουµε το πανέµορφο ελατοδάσος για να επισκεφθούµε την Αγία Παρασκευή. Εδώ, το 1661 ιδρύθηκε από τον Ευγένιο Γιαννούλη  το περίφηµο «Ελληνοµουσείο» των Αγράφων. Για έναν αιώνα η σχολή σηµατοδότησε την πορεία του υπόδουλου ελληνισµού, προσφέροντας στο γένος σπουδαία ονόµατα δασκάλων-εµψυχωτών. Η αξία της είναι τόσο σπουδαία, που σύµφωνα µε τους ιστορικούς ερευνητές θα έπρεπε να περάσει από δω όλη η Ελλάδα...
Μέσα στο πανέµορφο χωριό θα πιούµε τον ελληνικό µας στο απόλυτα cult καφενείο των Βραγγιανών µε τη γλυκύτατη ιδιοκτήτρια. Συνειδητοποιώ πως άσχηµο άνθρωπο στα Άγραφα δεν συναντήσαµε. Και ούτε πρόκειται. Ο Χρήστος λέει ότι είναι η οµορφιά του τόπου που έχει ζωγραφιστεί και στα πρόσωπά τους… Μια φυσική ευγένεια, µια πηγαία χαρά, µια αυθεντική φιλοξενία, µια ενέργεια που σπανίζει… Μου προκαλεί δέος το γεγονός ότι δύο αιώνες µετά, οι άνθρωποι αυτοί µπορούν κι επιβεβαιώνουν τα λεγόµενα του Φίνλεϊ για το χαρακτήρα τους: Άνθρωποι ελεύθεροι, που διακρίνονταν για το θάρρος και το πνεύµα ανεξαρτησίας σε βαθµό µάλιστα που, όπως γράφει χαρακτηριστικά, δεν συναπαντιόταν στα υπόλοιπα µέρη της Ελλάδας…
Παρακάτω η Κουστέσα µε τα απλωµένα φρέσκα καρύδια να λιάζονται έξω από τον καφενέ, κι έπειτα η όµορφη λιθόστρωτη πλατεία του Τροβάτου µε τις σαρακατσάνικες καλύβες. Απ’ όπου περνάς ένα τσίπουρο θα το πιεις. Ίσως και δύο. Το τραβάει το µέρος κι η παρέα! Στο Τρίδεντρο θα επισκεφθούµε τον πλάτανο που πριν από µερικά χρόνια φιλοξένησε στο εσωτερικό του µια ολόκληρη τριµελή οικογένεια. Για την ιδιόµορφη αυτή επιλογή, αιτία ήταν ένας κυνηγηµένος έρωτας! Στα δύο καφενεία του χωριού νιώθεις πως έχεις πάει επίσκεψη σε σπίτι µε γιορτή. Είναι και τα δυο κατάµεστα, σε κερνάνε γλυκό απ’ τη φοντανιέρα, παιδιά παίζουν παιχνίδια, άλλοι παρακολουθούν τηλεόραση, άλλοι πίνουν και κουβεντιάζουν. Επιστρέφοντας στα Άγραφα, έχουµε ολοκληρώσει αισίως 82 χλµ. χωµατόδροµου…
Τελευταίο πρωινό στη γη των Αγράφων και απ’ τη βεράντα του ξενώνα «Πύργος» ρουφώ λίγο ακόµα από το ζωγραφιστό τοπίο. Στον Αϊ-Γιώργη, µια θαυµάσια εκκλησιά του 1610, θα απαθανατίσουµε τις ολόπλευρες τοιχογραφίες και τις καταπληκτικές τεχνοτροπίες στο εσωτερικό του ναού. Ψηλά στο λόφο του «Λυκαβηττού» θα αποχαιρετίσουµε το άγαλµα του ξακουστού κλέφτη της Ρούµελης, και στον ξενώνα της κυρα-Νίκης θα πιούµε έναν τελευταίο ελληνικό, συντροφιά µε το ανάρπαστο γλυκό καρύδι.
Στην Παναγιά τη Στάνα, µε τον κίτρινο τρούλο να φωλιάζει στα γρανιτένια βράχια, θα θαυµάσουµε τα καταπληκτικά ξυλόγλυπτα του ιερού. Απέναντι, στα ολοζώντανα Επινιανά, περπατάµε στα γραφικά σοκάκια, απολαµβάνουµε την υπέροχη θέα από τα 1.100 µ. υψόµετρο, ενώ ο Χρήστος φωτογραφίζει το µοναδικό παιδί του χωριού. Στο καφενείο των Επινιανών και τον ξενώνα «Πανόραµα» θα φάµε και θα πιούµε. Στο ρέµα Μπλο θα ξαποστάσουµε στο ξύλινο γεφύρι, θα ξεδιψάσουµε µε τα νερά των πηγών. Θα φύγουµε χορτάτοι. Από γεύσεις, εικόνες, αισθήµατα, µυρωδιές, φίλους, οινοπνεύµατα…
Σε τούτα τα τραχιά όρη µε την άγρια οµορφιά που σου κόβει την ανάσα, να ξέρεις ένα πράγµα: Ο Κατσαντώνης ζει. Στον απόηχο των τουφεκιών του, νιώθεις πως υπάρχει ακόµα ελπίδα. Προσοχή όµως! Όπως λέει και µία από τις απίθανες ιστορίες του Θύµιου: «Τα µέρη αυτά είναι φτιαγµένα γι’ αετούς και πέρδικες. Αν δεν νιώθεις τίποτα απ’ τα δύο, καλύτερα να µείνεις µακριά τους» – το καλό που σου θέλω.

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:

    Το οδοιπορικό πραγµατοποιήθηκε µε την ευγενική χορηγία των Hondos Center.

     


    Για τη διάσχιση της κορυφογραµµής της Νιάλας, για λόγους ασφαλείας καλό είναι να είστε παρέα µε δύο οχήµατα. Για σιγουριά, προτιµήστε µηχανή ή τετρακίνηση…
    Για να δείτε τα εσωτερικά των ναών και των µοναστηριών, θα πρέπει να συνεννοηθείτε µε τους ανθρώπους των χωριών. Ρωτήστε σε κάποιο καφενείο. Πραγµατικά αξίζει τον κόπο.
    Αν έχετε χρόνο, δοκιµάστε την πεζοπορία προς τον καταρράκτη στο φαράγγι του Ασπρορέµατος και την Τρύπα του Αγραφιώτη.

Χάρτης