Χάρµαινα Στην τέχνη της βυρσοδεψίας
5.0/5 κατάταξη (19 ψήφοι)
κείμενο: Αλεξία Τούλιου | φωτογραφίες: Νίκος Υφαντής

Οι πόλεις πρέπει να έχουν επίπεδα, πάνω
και κάτω, όπως η ζωή. Να έχουν ένα µέρος
να κρυφτούν τα µυστικά αλλά και σκάλες,
πολλές σκάλες, για να κρατάνε επαφή. Ένα τέτοιο µέρος είναι και η Χάρµαινα, συνοικία παραδοσιακή µα ιδιαίτερη, που προσέχει
από ψηλά την ιερή πόλη της Άµφισσας.


H συνοικία των Ταµπάκηδων, όπως λέγεται, καθώς συγκεντρώνει όλα τα εργαστήρια κατεργασίας δέρµατος, βρίσκεται σε µικρή απόσταση από το ιστορικό κάστρο της πόλης και τον βυζαντινό ναό του Σωτήρος.
Η ∆ηµοτική Πινακοθήκη είναι το πρώτο κτίριο που συναντά κανείς στη Χάρµαινα. Φιλοξενεί τα ανεκτίµητης αξίας «Ανθίβολα» (ή ανθιβόλια), δηλαδή διάτρητα περιγράµµατα που χρησιµοποιούσαν οι βυζαντινοί ζωγράφοι, και τα σχέδια για τον Μητροπολιτικό Ναό της Άµφισσας, που έκανε ο σπουδαίος αγιογράφος Σπύρος Παπαλουκάς, προς τιµή του οποίου η πινακοθήκη φέρει και το όνοµά του. Ο χώρος προσφέρεται και για άλλες καλλιτεχνικές δράσεις.
Εκεί θα γίνει και η πρώτη συνάντηση µε τον κύριο ∆ηµήτρη Καλλία, τον υπεύθυνο της Πινακοθήκης. Έναν άνθρωπο φιλόξενο και πρόθυµο, που ως γνήσιος οικοδεσπότης είναι πανέτοιµος να µας µυήσει στην τέχνη της βυρσοδεψίας. Μια τέχνη που, σύµφωνα µε ιστορικές πηγές, προϋπάρχει του 17ου αιώνα και µαζί µε το εµπόριο ελιάς αποτελούσε για την περιοχή την κύρια πηγή πλουτισµού. Οι οικογενειακές βιοτεχνίες που συστάθηκαν γύρω από το επάγγελµα κατάφεραν να το φτάσουν στο απόγειό του κάνοντας τα χρωµατιστά δέρµατα περιζήτητα, µε εξαγωγές ακόµη και στο εξωτερικό. Η φθίνουσα πορεία έρχεται γύρω στο ’50, όταν πια νέα και φθηνότερα, πλαστικά υλικά κάνουν την εµφάνισή τους.
Με µια στάλα ντροπή ρίχνω µια κλεφτή µατιά στη δερµατίνη του µπουφάν µου. Πίνω ένα τσιπουράκι κερασµένο στο διπλανό καφέ, που αν και σύγχρονο, δένει αρµονικά µε το παραδοσιακό χρώµα της συνοικίας, παραµερίζω οποιαδήποτε ενοχή και είµαι έτοιµη για την ξενάγηση. Μια ξενάγηση, όµως, στρωµένη όχι µε κόκκινο αλλά µε κίτρινο χαλί απ’ τα πεσµένα φύλλα, και το δέχοµαι σαν µια µικρή τιµωρία για να ταιριάζει µε το όχι τόσο αυθεντικά δερµάτινο µπουφάν µου.
Κατά µήκος της συνοικίας, εκατέρωθεν των λιθόστρωτων σοκακιών, υψώνονται δίπατα πλίνθινα κτίσµατα µε ξύλινες δεσιές, τα παλιά ταµπάκικα. ∆ιαµορφωµένα κατάλληλα, αξιοποιούν σωστά τον αέρα, το φως και το νερό, ενώ ο διαχωρισµός τους εξυπηρετεί τις διάφορες εργασίες. Πέτρινοι πάγκοι, µεγάλα βαρέλια, µηχανήµατα και άλλα εξαρτήµατα συνθέτουν εσωτερικά το σκηνικό.
Τα στάδια κατεργασίας του δέρµατος είναι κυρίως τρία. Αρχικά, η προπαρασκευή της βύρσας, του τοµαριού του ζώου, συνήθως κατσικίσιου, η οποία περιλαµβάνει και το µούλιασµά του και πραγµατοποιείται στο Τουλασίδι, δηλαδή στο κτίριο όπου υπάρχει η πηγή. Αφού ξυριστούν και απασβεστωθούν, έπεται η δέψη. Στο στάδιο αυτό, χρησιµοποιούνται φυτικά υλικά, όπως το βελανίδι, του οποίου η δράση είναι διττή, καθώς και απολυµαίνει και χρωµατίζει. Τέλος, η µετάδεψη, που επιτυγχάνει το καλλωπιστικό κοµµάτι ως την ολοκλήρωση. Έτσι, δέρµατα για βιβλία, περγαµηνές, ένδυση, υπόδηση και για άλλες εφαρµογές βγαίνουν στο εµπόριο.
Μπορεί ο εκσυγχρονισµός των µηχανηµάτων να διευκόλυνε τις τεχνικές κατεργασίας δέρµατος, ωστόσο η όλη διαδικασία εξακολουθεί να είναι χρονοβόρα κι επίπονη. Ο παλιός πέτρινος µύλος, που αποτελεί εξαίρεση πια, στέκει να θυµίζει κάτι απ’ τα παλιά. Η οικογένεια Μερινόπουλου, θεµατοφύλακας του επαγγέλµατος, το γνωρίζει πολύ καλά και παρά την αγωνία τους για τις κλιµατικές συνθήκες, καταφέρνουν µε πείσµα και µεράκι να παρέχουν υψηλής ποιότητας αποτέλεσµα.

Το στοιχειό του Κωνσταντή

Η παράδοση θέλει οι πηγές να συνδέονται µε δοξασίες και θρύλους. Ένα µυστικό αναβλύζει τις νύχτες από την πηγή της Χάρµαινας. Ένα µυστικό, τρεχούµενο σαν το νερό, από γενιά σε γενιά στοιχειώνει το µέρος. Πρόκειται για τον Κωνσταντή, το στοιχειό που χρησιµοποιήθηκε κάποτε ως φόβητρο από τους Ταµπάκηδες για να κρατήσουν µακριά απ’ την πηγή τους περιβολάρηδες. Θα προτιµήσω τη συναρπαστική εκδοχή, αυτή που λέγεται ψιθυριστά στ’ αυτί, απ’ τη γιαγιά στο εγγόνι.
Ο νεαρός ταµπάκης Κωνσταντής, εργατικό παλικάρι, ήταν ερωτευµένος µε τη Λενιώ, την οποία συναντούσε κρυφά στο Κάστρο της Ωριάς. Γυρνώντας από ένα επαγγελµατικό ταξίδι, ζήτησε αµέσως να τη βρει, µα ο θάνατος είχε πάρει τη Λενιώ χτυπώντας την µε κεραυνό. Βαριόµοιρος κι απελπισµένος, αυτοκτονεί από το κάστρο τους, στοιχειώνοντας µια για πάντα τον τόπο. Λέγεται πως σαν πέσει η σκοτεινιά, αλυσοδεµένος σέρνει τ’ άψυχο κορµί του στις γειτονιές και ουρλιάζοντας ψάχνει µάταια να βρει τη µοναδική του αγάπη.
Προστάτης των βυρσοδεψών, το στοιχειό πήρε σάρκα και οστά για πρώτη φορά το 1995. Καθιερώθηκε ως θεσµός και κάθε βράδυ του Σαββάτου των Αποκριών, στην πλατεία Κεχαγιά της Άµφισσας, λαµβάνει χώρα η αναπαράσταση της «Μάχης των Στοιχειών».
Όταν βλέπεις µάτια καθαρά, πρέπει ν’ αφήνεσαι. Γύρω από ένα τραπέζι, ο ∆ήµος, ο Κώστας, η Μιµίκα και ο Χρήστος, που αναµφίβολα αποτελούν την ψυχή του στοιχειού, βάλθηκαν να µας παρασύρουν σε µια ξεχωριστή παγανιστική γιορτή. Χωρίς να νοείται σύγκριση µε γνωστές καρναβαλικές εκδηλώσεις αφού παρουσιάζει και λαογραφικό ενδιαφέρον, παθιασµένοι µας µιλούν για το δικό τους δηµιούργηµα, το «παιδί» τους, όπως λένε, που το βλέπουν να εξελίσσεται εδώ και µία εικοσαετία. Υπερήφανα για την αγνότητα και την αυθεντικότητά του, αυτά τα παιδιά έχουν καταφέρει το ακατόρθωτο, να το κρατήσουν αµόλυντο από κερδοσκοπικά οφέλη.
Με την οικονοµική συνδροµή του δήµου, οι παρέες προετοιµάζονται καιρό πριν. Φόδρες, δέρµατα, άχυρα κ.ά. είναι τα υλικά που θα ζωντανέψουν τα πιο αλλόκοτα πλάσµατα. Ξωτικά, Νεράιδες, Ντεβέτσκες, Μποτσνάκηδες, Αχυρένιοι και Αράπηδες ετοιµάζονται για να µεταµφιέσουν τον κόσµο που θα συµµετέχει στη µεγάλη ποµπή του Σαββάτου. Πέρα απ’ το µεγαλοπρεπές µέγεθός του, που παραµένει σταθερό, το στοιχειό δεν κατασκευάζεται ποτέ µε την ίδια µορφή. Το προηγούµενο βράδυ, όσοι έχουν την τύχη να βρεθούν στη Χάρµαινα, παίρνουν µικρή γεύση για το τι θα ακολουθήσει, ενώ παράλληλα απολαµβάνουν κεράσµατα, όπως ελιές, γίδα βραστή, πατσά, τσίπουρο και κρασί.
Η µεγάλη νύχτα φτάνει. Πλήρης συσκότιση και όλη η πόλη δονείται σε µυστηριακά πεδία. Οι νεράιδες αφήνουν για λίγο τις σπηλιές τους και µε φωτιές πρωτοστατούν της ποµπής. Πλήθος κόσµου και η κάθοδος ξεκινάει από τα σκαλιά του Αγίου Νικολάου για να καταλήξει στην άνω πλατεία της πόλης. Φιγούρες τροµακτικές, µε έντονο µακιγιάζ, κωδωνοφόροι, δερµατοφόροι και νταούλια προκαλώντας σεισµό συνοδεύουν το µεγάλο πρωταγωνιστή της βραδιάς στην τελική µάχη, όπου θα αναµετρηθεί µε τα άλλα δύο στοιχειά της πόλης, αυτά της Τέχολης και του Γκυριζιού. Όπως προστάζει το έθιµο, θα είναι και πάλι ο µεγάλος νικητής. Και µπορεί αναγκαία να οριοθετείται τοπικά µια αφετηρία, δεν υπάρχει όµως τερµατισµός, καθώς δεν του πρέπει µια φυγή που να υπακούει σε φυσικούς ή ανθρώπινους νόµους. Το στοιχειό θα χαθεί ξαφνικά απ’ τα µάτια όλων και για καιρό ίσως να αχνοφαίνεται στον κονιορτό της πόλης, σίγουρα όµως θα περιπλανιέται στις σκέψεις αυτών των παιδιών που ανυποµονούν να το ζωντανέψουν ξανά την επόµενη χρονιά.
Μεσάνυχτα και η σκιά µου ξεγλιστρά στη µαγεµένη Χάρµαινα. Τοπίο ονειρικό, και εγώ µε το βλέµµα ψηλά εξετάζω τις τροµακτικές µάσκες, που θαρρείς πως δεν είναι ούτε ζώο ούτε άνθρωπος. Κρέµονται εκεί ξεχασµένες απ’ τη µεγάλη γιορτή, δηλώνοντας τη µόνιµη παρουσία του Κωνσταντή, καθώς µε συντροφεύουν ως τον ξενώνα.

Το ταξίδι θέλω να το ζω µε όλη του τη δυναµική, µα συχνά αρνούµαι να συλλέγω από πριν πληροφορίες για τον προορισµό µου. Κάθε τόπος να είναι λευκός καµβάς, που τµηµατικά θα καταλήξει σ’ ένα ακόµη έργο τέχνης. Ένα έργο γεµάτο αντιθέσεις και όρια δυσδιάκριτα µεταξύ παραµυθιού κι αλήθειας. Ένας πίνακας όπου σκοτεινά, απόκοσµα όντα συγχρωτίζονται µε ανθρώπους φωτεινούς σε ξέφρενη γιορτή. Κάπου εκεί ανάµεσα κι εγώ θα χρωµατίσω λίγο κόκκινο, αφήνοντας, µια για πάντα στη Χάρµαινα, ένα κοµµάτι απ’ την καρδιά µου, µε την ελπίδα να πάλλεται στους δικούς της εκστατικούς ρυθµούς.

Χάρτης