Αλευροµουτζουρώµατα Όταν το Γαλαξίδι µεταµορφώνεται
5.0/5 κατάταξη (11 ψήφοι)

κείμενο: Αλεξία Τούλιου | φωτογραφίες: Αλεξία Τούλιου, Νίκος Υφαντής

Βασικά συστατικά το γάλα και το ξίδι. Σταδιακά προσθέτουµε χρώµα, όποιο µας αρέσει, ένα ή πολλά, µπόλικο φούµο
κι αποκριάτικα αξεσουάρ. Δυο τρεις πρέζες θαλασσινής
αλµύρας, µια χούφτα ουρανό –δεν είµαστε φειδωλοί στο κέφι– και πολύ µα πολύ αλεύρι, για να δέσει σωστά το γλυκό.
Το απλώνουµε στο δρόµο, ελπίζουµε σ’ ένα ελαφρύ αεράκι για να το σκορπίσει σε κάθε γειτονιά και µόλις η κουδούνα ηχήσει µε ικανοποιητική δόση φασαρίας, θα γενεί…
Αλευροµουτζουρώµατα στο Γαλαξίδι.

Ναυτικός λαός οι Γαλαξιδιώτες, φαίνεται πως έφεραν το έθιµο στην πόλη από τα παράλια της Σικελίας και το συµπεριέλαβαν ως δρώµενο αποχαιρετισµού σε ναυτική γιορτή, καθώς η ακµή του συµπίπτει χρονικά µε την ανάπτυξη της ναυτιλίας γύρω στο 1840. Λαογραφικές πηγές τοποθετούν τις ρίζες του στη βυζαντινή περίοδο όταν οι διασκεδαστές µίµοι των ιπποδροµιών συνήθιζαν να βάφουν τα πρόσωπά τους λευκά, ή θεωρείται επίσης πιθανό να προέρχεται από το µακιγιάζ των ηθοποιών της κοµέντια ντελ άρτε, το οποίο γινόταν µε αλεύρι. Η απαρχή του, όµως, βρίσκεται στα τελετουργικά της αρχαιότητας που σχετίζονταν µε τη γονιµότητα της γης, καθώς το έθιµο προβάλλει συγγενή παγανιστικά στοιχεία προαναγγέλλοντας τον ερχοµό της Άνοιξης.
Καθαρά ∆ευτέρα και το Γαλαξίδι µεταµορφώνεται. Παρά την αρχική φαινοµενική νηνεµία, ένας «υπεργαλαξιακός» πόλεµος επίκειται. Και πόσο ειρωνικό, µια τέτοια µέρα να µη θυµίζει τίποτα από... καθαριότητα. Όλοι το γνωρίζουν. Ακόµη και τα απαράµιλλης αρχιτεκτονικής οµορφιάς αρχοντικά ντρέπονται γι’ αυτό που θα ακολουθήσει και καλύπτουν τα πρόσωπά τους µε µάσκες από λιόπανα και πλαστικά. Ό,τι κινδυνεύει να διαλυθεί ή να λερωθεί σκεπάζεται.
Οι µικροπωλητές στήνουν πάγκους µε πολεµοφόδια, ενώ το αλεύρι µοιράζεται άφθονο από τον ∆ήµο. Στολές, κουκούλες, µάσκες, αντιασφυξιογόνες ή απλές, και γυαλιά διατίθενται σε όσους επισκέπτες επιθυµούν να εµπλακούν στον αλευροπόλεµο. Με αµφίεση αστροναύτη θα συγχρωτιστούν µε τους ντόπιους, οι οποίοι φορώντας παλιά ρούχα, µάσκες, περούκες, κουδούνες, σφυρίχτρες και περίτεχνα καπέλα, και µακιγιαρισµένοι εντέχνως για την εξασφάλιση της ανωνυµίας τους, είναι έτοιµοι να τους µυήσουν στα µυστικά µιας επιτυχηµένης φιέστας. Με τα σκάφη τους, που δεν είναι παρά ξεχαρβαλωµένα αυτοκίνητα, κάποια µάλιστα φέρουν ειδωλολατρικά σύµβολα, ενώ όσα έχουν καρότσες στολίζονται περιµετρικά µε κουδούνες, οµαδοποιούνται σε παρέες και παρατάσσονται κατά µήκος του δρόµου. Σηµείο αφετηρίας ο κόµβος της εθνικής οδού. Τερµατισµός το στενό λιµανάκι. Θεατές που επιθυµούν αυτό ακριβώς, το θέαµα, βρίσκονται προστατευµένοι στις καφετέριες ή περιµένουν στην απέναντι πλευρά του λιµανιού. ∆εν είναι λίγοι και αυτοί που επιθυµούν να απολαύσουν το δρώµενο µέσα από κάποια βάρκα.
Μεσηµεράκι και πριν ξεκινήσει η οριστική κάθοδος, ένα γιορτινό πρελούδιο ξεκινά. Λίγο αλευράκι για ζέσταµα πετάγεται εκατέρωθεν. Κλείνουν και τα τελευταία παντζούρια ενώ από τις γρίλιες βρίσκουν ευκαιρία να το σκάσουν µυρωδικά συννεφάκια από κοκκινιστό χταποδάκι, καθώς γυάλινα µατάκια αγωνιωδώς επικεντρώνονται στο δροµάκι και παίζουν δεξιά κι αριστερά κρυφοχαρούµενα. Με τη µηχανή στο χέρι, αυτοσχέδια προφυλαγµένη, απολαµβάνω τις τελευταίες στιγµές ηρεµίας, παραδοµένη σε αυτό το πάντρεµα της µουντής ώχρας µε τη γλυκιά µελαγχολία µιας άνοιξης που φέτος αργεί…
Όλα έτοιµα για επιβίβαση στα σκάφη και εµείς, αγχωµένοι πίσω απ’ τη στολή, ακολουθούµε κατά πόδας. Οι ντόπιοι, απελευθερώνοντας τα πρωτόγονα ένστικτά τους, σείουν τις καρότσες µε τις κουδούνες σε διονυσιακό ρυθµό, προκαλώντας τέτοιο σαµατά που θαρρείς πως θέλουν να ξυπνήσουν τους θεούς εκεί στους ∆ελφούς και ευφραίνοντας την καρδιά τους να υποσχεθούν µια µάχη δίχως οίκτο, εκλιπαρώντας την εύνοιά τους.
Πώς να περιγράψω το χρονικό ενός πολύχρωµου πολέµου; Μοβ, κόκκινο, µπλε, κίτρινο, πράσινο, ώχρα και φυσικά λευκό εκτινάσσονται µανιωδώς µπροστά µου, σχηµατίζοντας ουράνια τόξα που ακροβατούν από µπαλκόνι σε µπαλκόνι. Η ατµόσφαιρα αποπνικτική καθώς κατεβαίνουµε το µικρό δροµάκι. Ένα σάλτο στο παράπλευρο στενό για µια µικρή ανάσα και σαν να ξεγλιστράς από εικονογραφηµένη σελίδα του Τριβιζά. Μια νεραϊδένια φιγούρα ξέρει πόσο πολύ λείπει το µπλε απ’ τη ζωή µας. Αλύπητος στόχος η φωτογραφική µηχανή και… είµαστε ευγνώµονες. Μέσα στη φασαρία της κόρνας και το πυκνό νέφος, ασώµατοι αστροναύτες αιωρούνται καθώς κατηφορίζουν στο λιµάνι για την τελική µάχη. Τα πράγµατα αγριεύουν.
Ολόκληρα τσουβάλια φούµο ρίχνει ο ένας στον άλλον. Ένα τεράστιο λευκό σύννεφο αλευριού καλύπτει τα πάντα. Εκεί ψηλά ξεδιαλύνω τον Έρωτα, που έχει βαλθεί να στοχεύει ένα ζευγαράκι αστροναυτών καθώς αγκαλιάζονται. ∆ικαιολογηµένα, αφού ταιριάζει τόσο ο Έρωτας στην Άνοιξη. Αλητάκος αυτός, αλητάκια κι εµείς, δεν χάνουµε την ευκαιρία να απαθανατίσουµε τη στιγµή.
Σιγά σιγά τα πυροµαχικά φθίνουν, ο κάµατος έχει έρθει και φωτιές ανάβουν για ειρηνευτικούς σκοπούς. Κανείς δεν ξεχωρίζει ποιος είναι ποιος απ’ τη µουτζούρα και το αλεύρι. Υπάρχουν βέβαια και οι τολµηροί ή οι ανυπόµονοι, που επιθυµούν την κάθαρση µε µια… βουτιά στη θάλασσα. Η γιορτή όµως δεν έχει ακόµα τελειώσει. Σειρά έχουν τα νταούλια, που θα παύσουν αργά τη νύχτα, ενώ οι παρέες συνεχίζουν το γλέντι στα λεγόµενα «λουκουµάκια», τα πάρτι σε καφέ και µπαρ.
Έφτασε η ώρα να κρατήσω για µένα την τελευταία εικόνα. Στην απέναντι πλευρά του λιµανιού, αποστασιοποιηµένη, αγναντεύω το θολό παστέλ τοπίο. Και πόσο θα ’θελα αυτή τη στιγµή να την αποτυπώσω µε µια polaroid σε αµέτρητες κόπιες και αφού ανεξίτηλα γράψω πάνω τους «Πέρασα υπέροχα στο Γαλαξίδι!», να τις σκορπίσω στον Κορινθιακό. Μικρές ταξιδιάρικες καρτ ποστάλ, που καθώς εµφανίζονται, θα χρωµατίζουν διαφορετικά ένα ένα τα κύµατα…

 

 

Προδιαγραφές

  • Χάρτης: