Η Ύδρα του Leonard Cohen
5.0/5 rating 1 vote

κείμενο: Νίνα Κουλετάκη

Η Ύδρα 
του Leonard Cohen

Λονδίνο, χειμώνας του 1959. Ένας νεαρός Kαναδός περιπλανιέται στο συννεφιασμένο και βροχερό Λονδίνο, βουτηγμένος στην κατάθλιψη. Είναι ποιητής και συγγραφέας, μουσικός και τραγουδοποιός. Ο χειμώνας της Ευρώπης μοιάζει να έχει αποστραγγίσει την έμπνευσή του και να τον έχει βυθίσει στην απελπισία. Τα βήματά του τον οδηγούν στο Hστ Εντ, μπροστά από το υποκατάστημα της Τραπέζης της Ελλάδος. «Εκεί», σκέφτεται, «στον ήλιο. Ίσως εκεί να βρίσκεται η λύση».

 

Μετά από δύο εικοσιτετράωρα, βρίσκεται στην Αθήνα. Πρώτη του μέριμνα να ανέβει στον βράχο της Ακρόπολης. Και μετά γραμμή για το λιμάνι του Πειραιά, για να επιβιβαστεί στο πλοίο της γραμμής της εποχής –ένα ατμόπλοιο που διένυε την απόσταση Πειραιάς-Ύδρα σε κάμποσες ώρες– και να φτάσει στο μικρό νησί του Αργοσαρωνικού.
Ήδη από το 1957, όταν η Σοφία Λόρεν είχε φτάσει στην Ύδρα για τα γυρίσματα της ταινίας «Το παιδί και το δελφίνι», το νησί είχε τραβήξει την προσοχή διεθνούς φήμης καλλιτεχνών και προσωπικοτήτων, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονταν η Μπριζίτ Μπαρντό και η Τζάκι Κέννεντι. Μια μικρή ομάδα διανοουμένων, συγγραφέων και καλλιτεχνών είχε ήδη εγκατασταθεί στην Ύδρα και δημιουργούσε. Ανάμεσά τους οι Αυστραλοί συγγραφείς Τζορτζ Τζόνσον και Τσάρμιαν Κλιφτ, ο Νορβηγός συνάδελφός τους Άξελ Τζένσεν, ο Άγγλος ζωγράφος Άντονι Κίνγκσμιλ. Ο νεαρός Καναδός, που δεν ήταν άλλος από τον Λέναρντ Κοέν, φιλοξενείται αρχικά στα σπίτια τους, μέχρι να κατασταλάξει μέσα του η απόφαση ότι η Ύδρα είναι ο τόπος στον οποίο θέλει να ζήσει το επόμενο διάστημα και να νοικιάσει το δικό του σπίτι, κοντά στο λιμάνι, για το οποίο πληρώνει 14 δολάρια τον μήνα. Ανάμεσα στους πρώτους που τον επισκέφτηκαν και που φιλοξενήθηκαν σ’ εκείνο το σπίτι ήταν και ο Άλεν Γκίνσμπεργκ.
Η ιδιότυπη αυτή κοινότητα περνάει τα πρωινά της δημιουργώντας και τα βράδια συγκεντρώνεται στου Κάτσικα, ένα μικρό μπακάλικο στο λιμάνι, το οποίο έχει κάνει στέκι της και άτυπη λέσχη. Εκεί απαγγέλλουν τα ποιήματά τους, διαβάζουν τις ιστορίες τους, παίζουν τις μουσικές τους, τραγουδούν τα τραγούδια τους. Η πεζούλα γύρω από το μοναχικό δέντρο που βρίσκεται έξω από το μπακαλικάκι, γίνεται η σκηνή τους, και ο Κάτσικας κουβαλά μεζέδες και ούζα.
Στο μικρό λιμάνι της Ύδρας, που την εποχή εκείνη είχε μόνο τέσσερα καφενεία κι ένα μπαρ, ο Κοέν θα βρει τον εαυτό του. Το ελληνικό νησί, για τα δεδομένα της Ευρώπης ξεχασμένο από τον χρόνο, με την ηλεκτροδότηση να περιορίζεται στην περιοχή του λιμανιού και τα σπίτια στον λόφο του να φωτίζονται τις νύχτες με λάμπες γκαζιού και πετρελαίου, θα γίνει το σκηνικό στο οποίο ο Κοέν θα εμπνευστεί και θα δημιουργήσει τα αριστουργήματά του, μέσα από την εθελούσια απομόνωσή του αφενός, αλλά και τη ζεστασιά και τη φιλοξενία των ντόπιων αφετέρου.
Και τότε ακριβώς θα θελήσει να αποκτήσει μια μόνιμη εστία στο νησί. Θα αγοράσει για 1.500 δολάρια ένα σπίτι, το πρώτο που αγόρασε ποτέ στη ζωή του, λίγες μέρες μετά τα γενέθλια των 26 χρόνων του. Πρόκειται για το σπίτι ενός ψαρά με τρεις ορόφους, πέντε δωμάτια και ανεμπόδιστη θέα, σε μιαν ανηφοριά της Ύδρας, μισοκατεστραμμένο κι ετοιμόρροπο. Θα ξοδέψει χρόνο και χρήμα για να το συνεφέρει, σεβόμενος την αρχιτεκτονική και την οικιστική παράδοση του νησιού. Θα το επιπλώσει με όσα από τα έπιπλα του ψαρά ήταν σε καλή κατάσταση και θα συμπληρώσει τα υπόλοιπα με παραγγελίες σε τεχνίτες του τόπου. Εκεί θα ζήσει τα επόμενα οκτώ χρόνια της ζωής του, καθώς κι έναν από τους πιο μεγάλους του έρωτες. Το σπίτι αυτό βρίσκεται στην κατοχή του μέχρι σήμερα.
Στο μεταξύ, η Ύδρα συνεχίζει να συγκεντρώνει πληθώρα διασημοτήτων. Το 1962, η Μελίνα Μερκούρη και ο Άντονι Πέρκινς καταφθάνουν για τα γυρίσματα της «Φαίδρας» και μετά και από αυτήν την ταινία, η κατάσταση ξεφεύγει. Ορδές διασήμων καταπλέουν στο μικρό νησί και οι ντόπιοι αρχίζουν να ασφυκτιούν. Για να εξυπηρετηθούν όλες αυτές οι προσωπικότητες, ο απλός και ήρεμος χαρακτήρας του τόπου αναγκαστικά μεταλλάσσεται. Ο Κοέν είναι έξαλλος.
«Θα έπρεπε να τους απαγορεύεται να αποβιβάζονται σε τόσο γαλήνια λιμάνια», θα πει.
Παρ’ όλα αυτά, όμως, είναι βαθιά ευτυχισμένος. Έχει γνωρίσει κι έχει ερωτευτεί την Μαριάν Ίλεν, πρώην σύζυγο του συγγραφέα Άξελ Γιάνσεν, που εγκαταλείφθηκε στην Ύδρα μαζί με τον μικρό της γιο, συνονόματο του πατέρα του, όταν εκείνος έφυγε με μιαν άλλη γυναίκα. Ο Λέναρντ, η Μαριάν και ο μικρός Άξελ θα ζήσουν στο σπίτι της Ύδρας για μια οκταετία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Κοέν θα γράψει δύο βιβλία με ποιήματα, δύο μυθιστορήματα και πολλά τραγούδια, και θα θέσει τις βάσεις για την παγκόσμια αναγνώρισή του των επόμενων χρόνων.
Όλα τα ωραία, όμως, κάποτε συναντούν το τέλος τους. Ο μεγάλος έρωτας του Λέναρντ και της Μαριάν θα δώσει τη θέση του σε μια βαθιά φιλία που κρατά μέχρι σήμερα, στην Ελλάδα θα έρθει η χούντα και ο Κοέν θα εγκαταλείψει την Ύδρα, αφενός εξαιτίας της ανελευθερίας και αφετέρου για να ανταποκριθεί στις διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις της διασημότητας που πλέον έχει γίνει.
Το σπίτι στην Ύδρα, που γνώρισε συγκλονιστικές στιγμές έμπνευσης και δημιουργίας, όχι μόνο από τον Κοέν αλλά και από τους φίλους του καλλιτέχνες που τον επισκέπτονταν εκεί, όπως η Τζάνις Τζόπλιν και ο Μπομπ Ντίλαν, δεν έχει εγκαταλειφθεί στην τύχη του. Ανήκει στην οικογένεια και συντηρείται κανονικά. Πρόσφατα ο γιος του Λέναρντ, ο Άνταμ Κοέν, ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του, το επισκέφθηκε και έζησε εκεί ένα διάστημα, για να ολοκληρώσει τον πρώτο προσωπικό του δίσκο στο νησί όπου, ως παιδί, περνούσε τα καλοκαίρια του.
Οι Κοέν, η δημιουργικότητά τους και η Ύδρα συνδέονται με δεσμούς αγάπης κι αλληλεξάρτησης.

Η Ελλάδα είναι καλό μέρος
για να κοιτάς το φεγγάρι, δεν είναι;
Μπορείς και στο σεληνόφως να διαβάσεις/Και στην ταράτσα να διαβάσεις μπορείς/Μπορείς να δεις ένα πρόσωπο/όπως έμοιαζε σαν ήσουνα νέος/Το φως ήταν ωραίο τότε
λάμπες πετρελαίου και κεριά
κι αυτές οι φλογίτσες/που επέπλεαν στο φελλό πάνω στο ελαιόλαδο/
Όσα αγάπησα στην παλιά μου ζωή
δεν τα ξεχνώ.

Leonard Cohen