Ιππική Αντοχή, ένα ιδανικό άθλημα για την ελληνική ύπαιθρο
5.0/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

Φωτογραφίες-Κείμενο: Patricia van der Wal

Ο παππούς μου διέσχιζε για πολλά χρόνια αυθημερόν με το ίδιο άλογο 30 χιλιόμετρα κακοτράχαλου εδάφους -και με μια υψομετρική διαφορά 850 μ.- για να κατέβει από το χωριό στην αγορά του Άργους και άλλα τόσα για να γυρίσει. Με το σαμάρι φορτωμένο και συχνά κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Σήμερα, αυτή η άλλοτε σκληρή για ανθρώπους και ζώα καθημερινότητα, αναβιώνει στην ελληνική ύπαιθρο μέσα από το άθλημα της Ιππικής Αντοχής. Ένα άθλημα που δοκιμάζει την ικανότητα του ιππέα να χειρίζεται με ασφάλεια την αντοχή και υγεία του αλόγου του εναντίον των ατραπών, της απόστασης, του κλίματος, του εδάφους και του χρόνου.

Ιστορία

Η ιππική αντοχή έχει τις ρίζες της στην ιστορική ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία και μεταφορά πληροφοριών από το ένα μέρος στο άλλο σε όσο το δυνατόν μικρότερο χρόνο και το άλογο υπήρξε για χιλιετίες το κατεξοχήν μέσον γρήγορης μεταφοράς σε μεγάλες αποστάσεις.

 

Ως ιππικό άθλημα με αυστηρή κτηνιατρική παρακολούθηση για την εξασφάλιση της υγείας των αλόγων, ξεκίνησε οργανωμένα στην Αμερική το 1955 όταν μια ομάδα 6 ιππέων αποφάσισε μέσω μιας ιππικής πορείας να αναδείξει το ξεχασμένο ιστορικό μονοπάτι Western States Trail. Το μονοπάτι είχαν χαράξει οι ιθαγενείς πληθυσμοί της Αμερικής στις μετακινήσεις τους και τα χνάρια τους ακολούθησε το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα κατά την επέκταση της Αμερικής προς τα δυτικά καθώς και τα άλογα της περιβόητης έφιππης υπηρεσίας ταχυδρομείου γνωστής ως «Pony Express» στα μέσα του 19ου αιώνα. Σε 24 ώρες οι 6 ιππείς διέσχισαν με τα άλογά τους 100 μίλια (160 χλμ), στο σκληρό και απροσπέλαστο τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς της οροσειράς της Σιέρα Νεβάδα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την ξεχασμένη αξία του αλόγου που είχε πέσει σε δυσμένεια σε μια εποχή όπου η κοινωνία ήταν απορροφημένη με την τεχνολογική εξέλιξη. Έτσι μπήκαν τα θεμέλια για το “Tevis Cup”, του δυσκολότερου αγώνα ιππικής αντοχής στον κόσμο που προσελκύει κάθε χρόνο εκατοντάδες συμμετοχές.
Στην Ευρώπη το άθλημα γνώρισε μεγάλη διάδοση στις χώρες του Νότου και ειδικότερα στη Νότια Γαλλία όπου από την δεκαετία του ’70 είχε αναπτυχθεί ο ιππικός τουρισμός, με οργανωμένη γι’ αυτό το σκοπό από κρατικό ιπποφορβείο παραγωγή ντόπιων και στη συνέχεια Αραβικών αλόγων. Ο κρατικός φορέας του Εθνικού Δρυμού της Σεβέν (Cevennes) που πρωτοστάτησε στα θέματα προβολής του γαλλικού τοπίου μέσω του ιππικού τουρισμού, αναγνώρισε την ευκαιρία που παρουσίασε το άθλημα της ιππικής αντοχής για την προβολή της περιοχής και τη προώθηση τόσο του τουρισμού όσο και της ιπποπαραγωγής και δημιούργησε το 1975 τον πρώτο επίσημο αγώνα ιππικής αντοχής της Γαλλίας και συνάμα της Ευρώπης. Ο μύθος των «160 χλμ του Φλοράκ» χτίστηκε στις προκλήσεις που παρουσιάζει ο αγώνας μέχρι σήμερα: τις σημαντικές υψομετρικές διαφορές, τις ακραίες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις αλλά και την ομορφιά και τις εναλλαγές του επιβλητικού ορεινού τοπίου και των γραφικών οικισμών της γαλλικής υπαίθρου από όπου περνάει ο αγώνας. Σήμερα δραστηριοποιούνται στην ιππική αντοχή στη Γαλλία 6000 αθλητές. Ακολουθούν οι Ιταλία και Ισπανία.

Διεθνείς κανόνες

Η Διεθνής Ομοσπονδία Ιππασίας (FEI) αναγνώρισε το άθλημα το 1982, θεσπίζοντας αυστηρούς κανόνες για την ευζωία των αλόγων. Πριν την εκκίνηση ενός αγώνα κάθε άλογο εξετάζεται διεξοδικά από μια ομάδα κτηνιάτρων για να πάρει το πράσινο φως για τη συμμετοχή και ο ίδιος ο αγώνας αποτελείται από έναν αριθμό φάσεων με υποχρεωτική στάση για κτηνιατρικό έλεγχο και υποχρεωτικό χρόνο ανάπαυσης για τα άλογα στο τέλος κάθε φάσης. Μόνο εφόσον οι κτηνίατροι αξιολογήσουν ότι το άλογο είναι σε φυσική κατάσταση να συνεχίσει τον αγώνα, το ζεύγος ίππου-ιππέα περνάει στην επόμενη φάση. Η σοβαρή προετοιμασία, που μπορεί να πάρει χρόνια πριν να φτάσει ένα άλογο στη φυσική κατάσταση να αγωνιστεί σε αγώνες μεγάλων αποστάσεων (από 90 χλμ και πάνω), αλλά και η ωριμότητα και η βαθιά κατανόηση εκ μέρους του ιππέα και ιδιοκτήτη των αναγκών και της σωστής φροντίδας του αλόγου του, κρίνουν αν ένα άλογο θα ολοκληρώσει με επιτυχία τη διαδρομή. Στην ιππική αντοχή δεν είναι τόσο η θέση στο βάθρο που μετράει όσο ο επιτυχής τερματισμός του αλόγου σε καλή φυσική κατάσταση που εκφράζεται διεθνώς μέσα από το σλόγκαν «To finish is to win» (τερματίζοντας κερδίζεις). Ο υψηλότερος στόχος θεωρείται η μακροχρόνια, επιτυχής συμμετοχή ενός αλόγου στο αγωνιστικό γίγνεσθαι. Όλες οι φυλές αλόγων ακόμα και μουλάρια συμμετέχουν σε αγώνες ιππικής αντοχής ανά τον κόσμο, με το μεγαλύτερο ποσοστό να ανήκει στην ομάδα των Αραβικών αλόγων.

Στην Ελλάδα

Στην ελληνική επαρχία το άλογο και η ιππασία ως μέσο ψυχαγωγίας γνώρισαν μεγάλη και απότομη διάδοση τα τελευταία 15 χρόνια με την ίδρυση πολυάριθμων ιππικών συλλόγων και τη διοργάνωση ιππικών συναντήσεων και πορειών με στόχο την από κοινού μοναδική απόλαυση της ελληνικής υπαίθρου που προσφέρει η έφιππη δραστηριότητα.
Φυσικό επακόλουθο ήταν να εμφανιστούν φαινόμενα αυτοσχέδιων «αγώνων» μεγάλων αποστάσεων και όπως με κάθε δραστηριότητα που γίνεται μόδα, πριν αναπτυχθεί η απαραίτητη παιδεία και με τις γνώσεις και τη σοφία των παππούδων μας περί αλόγων να έχουν χαθεί μέσα σε δύο γενιές, τα αποτελέσματα ήταν σε κάποιες περιπτώσεις τραγικά. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ένας αυτοσχέδιος αγώνα στην Ηγουμενίτσα το 2007, όπου σε μια απόσταση μόλις 20 χλμ. και σε συνθήκες καύσωνα πέθαναν κατά τη διάρκεια της διαδρομής και στον μήνα που ακολούθησε 9 από τα 12 άλογα που συμμετείχαν από την ταλαιπωρία που υπέστησαν.
Έστω καθυστερημένα, η Ελληνική Ομοσπονδία της Ιππασίας (ΕΟΙ) -ο κατεξοχήν φορέας υπεύθυνός για το άθλημα της ιππασίας στη χώρα μας που υπάγεται στην FEI και ιδρύθηκε το 1990- ενεργοποιήθηκε και στηριζόμενη σε σωματεία μέλη της στην επαρχία, διόρισε επιτροπή Ιππικής Αντοχής για την επίσημη οργάνωση του αθλήματος στην Ελλάδα και την επιβολή των διεθνών κανονισμών για την προστασία των αλόγων. Το 2010 διοργανώθηκαν οι πρώτοι εκπαιδευτικοί αγώνες 20 και 40 χλμ. Σήμερα οι αντίστοιχοι αγώνες αφορούν αποστάσεις 30 και 60 χλμ με ελεγχόμενη ταχύτητα για να καλλιεργηθεί η απαραίτητη νοοτροπία σε καινούργιους αθλητές. Από το 2011 διεξάγεται πλέον ελληνικό πρωτάθλημα στα 90 χλμ, από το οποίο αναδείχτηκε και η πρώτη Εθνική Ομάδα που κατέλαβε τη 2η θέση στο Βαλκανικό Πρωτάθλημα.
Ενόψει του Βαλκανικού Πρωταθλήματος που είναι να διεξαχθεί τέλος Αυγούστου στην Ελλάδα, η εκκίνηση του φετινού ελληνικού πρωταθλήματος που έγινε στη Πιερία είδε να διεξάγονται τα πρώτα ελληνικά 120 χλμ., τα οποία και ολοκλήρωσαν με επιτυχία σε 9 ώρες και 30 λεπτά ένα από τα τρία αγωνιζόμενα ζεύγη, η Έλενα Τρικαλιώτη με την Αραβική φοράδα Qbira du Magny. Ελπιδοφόρο για το άθλημα ήταν και η συμμετοχή δέκα ζευγών ίππου-ιππέα στα 90 χλμ., αλλά και οι 37 συμμετοχές στις εκπαιδευτικές κατηγορίες.
Όμως όπως επεσήμανε και ο πρόεδρος της τεχνικής επιτροπής της ιππικής αντοχής της ΕΟΙ, Ηρακλής Μπάσδρας από τη Κατερίνη: «Έχουμε ακόμα πολύ δρόμο. Στόχος μας είναι και πρέπει να είναι το επίπεδο του αθλήματος στην Ελλάδα να φτάσει το επίπεδο των Ευρωπαίων».
Αναμφίβολα ο αυστηρότερος κριτής στο εγχείρημα αυτό θα σταθεί το ίδιο το ελληνικό τοπίο αφού οι διαδρομές των αγώνων ξετυλίγονται σε αγροτικές και ημιορεινές περιοχές με τον βαθμό δυσκολίας να αυξάνεται όσο πιο ορεινό γίνεται το τοπίο, με αυξανόμενες απαιτήσεις σε εξειδικευμένες γνώσεις και υπεύθυνο χειρισμό τόσο από την πλευρά του ιππέα όσο και από την ομάδα υποστήριξης και τους επαγγελματίες του χώρου, όπως οι πεταλωτές.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι τεχνικά απαιτητικότερες διαδρομές, όπως αυτές που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα στα Πιέρια Όρη και στο Πήλιο, είναι ταυτόχρονα και οι ομορφότερες από άποψη φυσικού κάλλους. Θαρρείς πως η Ελληνική φύση, που θέλει από αρχαιοτάτων χρόνων ανθρώπους και ζώα κατ’ εικόνα και ομοίωσή της, αποτελεί από μόνη της το μέτρο για την ορθή επανασύνδεση του Έλληνα με τη φύση και με τον σπουδαιότερο ευεργέτη και συνοδοιπόρο του στην ιστορία, τον ίππο.