Κοτύχι - Στροφυλιά - Καλογριά Στον τόνο του Ιονίου
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Κείμενο - Φωτογραφίες: Νίκος Γαλάνης

Καλόγρια ή Καλογριά; Ένα αναπάντητο ερώτημα των παιδικών μου χρόνων, γι’ αυτή τη μαγευτική περιοχή της δυτικής Ελλάδας, ανασύρθηκε πρόσφατα από το πιο βαθύ πηγάδι της μνήμης μου. Κι όχι τυχαία.

Μεγαλώνοντας τα καλοκαίρια σε κάποιο κοντινό χωριό με τη γιαγιά και τον παππού, ακούγοντας τις χιλιοειπωμένες ιστορίες τους γι’ αυτόν τον «ευλογημένο τόπο», πάντα μου γεννιόταν αυτή η απορία για ένα όνομα που αλλιώς το άκουγα από τους ντόπιους και αλλιώς το έβλεπα στις πινακίδες, πλάι στον δρόμο…

Μία από αυτές τις πινακίδες με έβγαλε έξω από το πρόγραμμά μου – αλλά, διάολε, αυτά δεν είναι τα ωραία; Τραβώ,λοιπόν, εκεί που με πηγαίνουν οι αναμνήσεις. Εθνική οδός Πατρών-Πύργου, Καλόγρια προς τα δεξιά, άλλα 10 χιλιόμετρα. Στον Λάππα (στου Λάππα, όπως λένε οι ντόπιοι, αφού το χωριό πήρε το όνομά του από τον ιδιοκτήτη ενός πανδοχείου του 19ου αιώνα, τα γνωστά μας χάνια) κάνω στάση. Είναι το τελευταίο χωριό που συναντάς πριν φτάσεις στον τόπο με την απαράμιλλη φυσική ομορφιά, κι έτσι γίνεται και η απαραίτητη τροφοδοσία με τρόφιμα και νερό. Στη γωνία, καθώς στρίβεις προς τη Καλογριά, παραμονεύει ο κ. Γιαννόπουλος, ένας εξυπηρετικός και φιλόξενος ντόπιος, που διατηρεί εδώ και δεκαε-τίες ένα μίνι μάρκετ - κρεοπωλείο και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς για να συντηρηθεί ένα χωριό 1.000 κατοίκων. Καταλαβαίνει ότι δεν είμαι από τα μέρη (δεν με αναγνωρίζει, που ως πιτσιρίκι κουτρουβάλαγα την κατηφοριά για να πάρω παγωτό με 50 δραχμές), πιάνουμε κουβέντα για την περιοχή, με ενημερώνει για τους τουρίστες, που «περνάνε από δω αλλά κανείς δεν μένει» και συμπληρώνει πως «πάλι καλά που υπάρχει το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και το νέο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και σταματάει κανένας ξένος». Αφού αγοράσω ό,τι χρειάζομαι και ακούσω την τελευταία συμβουλή για το πού να παρκάρω σαν φτάσω («κάτω από τις κουκουναριές, κάνουν φοβερή σκιά»), κατευθύνομαι προς τον επίγειο Παράδεισο.

Ο δρόμος είναι καλός. Κίνηση δεν έχει, είναι μια απλή καθημερινή ημέρα του καλοκαιριού, άλλωστε. Δεν ξεχνώ ότι ο τόπος βουλιάζει από κόσμο το Σαββατοκύριακο. Αφουγκράζομαι την αλλαγή σκηνικού. Μυρίζω σιγά σιγά τη μυρωδιά του πεύκου, που ανακατεύεται με την αλμύρα του Ιονίου. Ναι, πράγματι, είμαι πολύ κοντά. Απόδειξη ότι σχεδόν ακουμπώ τα «Μαύρα Βουνά», το πιο ψηλό σημείο της περιοχής, δύο δίδυμους λόφους 240 μέτρων στο ακροτελεύτιο κομμάτι της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, το ακρωτήριο Άραξος. Εκεί κρύβεται ένας θησαυρός ιστορικής σημασίας, το τείχος των Δυμαίων, η μοναδική οχυρωμένη μυκηναϊκή ακρόπολη που έχει βρεθεί σε όλη τη δυτική Ελλάδα. Υφίσταται και χρησιμοποιείται πάνω από 3.000 χρόνια. Ναι, και χρησιμοποιείται. Μια βόλτα εκεί θα σε κάνει να πειστείς γι’ αυτό, βλέποντας τα πυροβολεία των Ιταλών, κατασκευασμένα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το όχι και τόσο μακρινό 1943. Η επίσκεψη αξίζει, όμως, για τη θέα, που κόβει την ανάσα. Μια μέρα με καθαρή ατμόσφαιρα, μπροστά σου απλώνεται με μεγαλοπρέπεια όλο το οικοσύστημα Στροφυλιάς-Κοτυχίου: Πίσω σου η λιμνοθάλασσα Πάπα (που πήρε το όνομά της επειδή τροφοδοτούσε με τσιπούρες εξαιρετικής γεύσης το Βατικανό την εποχή των Ενετών), η λιμνοθάλασσα Προκόπου, το δάσος της Στροφυλιάς (ή Στροφιλιάς), η παραλία της Καλογριάς, το έλος της Λάμιας, η λιμνοθάλασσα του Κοτυχίου, και το μάτι σου φτάνει μέχρι και το κάστρο της Κυλλήνης, το Χλεμούτσι. Μια παλέτα της φύσης με χρώματα της Ελλάδας. Το πράσινο και το καφέ του δάσους, το μπεζ της άμμου και το γαλάζιο του πελάγους.

Ο δρόμος γίνεται σαν τα χέλια που φιλοξενούνται στην περιοχή, εμφανίζονται οι «ομπρέλες». Όχι, δεν έφτασα ακόμη στη θάλασσα με τα πολλά beach bar, έτσι αποκαλούν –κι όχι τυχαία αλλά λόγω του σχήματός τους– τις κουκουναριές, που σε καλωσορίζουν και κατακλύζοντας την γη, φτάνουν μέχρι και τη θάλασσα. Εδώ, την Πρωτομαγιά έρχονται από την Αχαΐα και την Ηλεία να φτιάξουν άνθινα στεφάνια και να κάνουν πικ νικ πάνω σε καρό τραπεζομάντιλα, κάτω από τη πλουσιοπάροχη σκιά που προσφέρουν αυτοί οι πράσινοι γίγαντες.

Στα δεξιά μου, βλέπω ένα εκκλησάκι να… επιπλέει. Εκεί που αρχίζω να αναρωτιέμαι για την υγεία ή την όρασή μου (ή και τα δύο), θυμάμαι. Είναι το εκκλησάκι της Παναγίας, στις άκρες της λιμνοθάλασσας Προκόπου, μέρος του φυσικού τοπίου πια με το λευκό του χρώμα, μαζί με τους ερωδιούς, τους κορμοράνους και τα άλλα υδρόβια πουλιά. Όλο το οικοσύστημα αποτελεί τόπο ανάπαυσης των αποδημητικών πουλιών στο μεγάλο ταξίδι τους από και προς την Αφρική και τα πιο ζεστά μέρη, κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Η παραλία της Καλογριάς, με τα 9 χιλιόμετρα μήκος της, έχει τρία οργανωμένα τμήματα με ομπρέλες, ξαπλώστρες, beach bar, αθλητικές δραστηριότητες όπως water sports ή γήπεδα beach soccer και beach volley. Διαλέγω να πάω στο βόρειο κομμάτι ή, όπως ταξιδεύεις με το αυτοκίνητο, τέρμα δεξιά. Όχι, η παραλία δεν διαφέρει εκεί από την υπόλοιπη αλλά θέλω να κάνω δύο πράγματα οπωσδήποτε. Το πρώτο είναι να περάσω πάνω από το γεφυράκι του ποταμού Λάρισσου. Το ποτάμι αυτό, που το όνομά του μας έρχεται από τους πρώτους κατοίκους, τους Πελασγούς, αποτελεί το φυσικό σύνορο Αχαΐας-Ηλείας και, σύμφωνα με τη μυθολογία, από εκεί ήπιε νερό ο Ηρακλής στο ταξίδι του για τους στάβλους του Αυγεία. Το ποτάμι χύνεται στη λίμνη Προκόπου και συνεχίζει την πορεία του για λίγα ακόμα μέτρα μέχρι το Ιόνιο πέλαγος.

Για να το διαβώ, χρησιμοποιώ ένα όμορφο γεφυράκι του διπλανού ξενοδοχείου, που πρόσφατα ανακαινίστηκε. Εκεί συναντώ τον κ. Κώστα, έναν μεσήλικα με τα χαρακτηριστικά μπλε μάτια και το ηλιοκαμένο πρόσωπο των βουνίσιων, των ανθρώπων που κατέβηκαν πριν από κάμποσες δεκαετίες από τα χωριά των Καλαβρύτων για να κατοικήσουν στον κάμπο, την πρώην βασιλική περιουσία. «Ηλεκτρολόγος στο ξενοδοχείο για περίπου 30 χρόνια», μου λέει. Δεν υπάρχει καταλληλότερος άνθρωπος να με πληροφορήσει για το πώς άλλαξε ο τόπος στο πέρασμα του χρόνου, σκέφτομαι εγώ. Μου τονίζει ξανά και ξανά πως οι Έλληνες είτε δεν γνωρίζουν είτε δεν προτιμούν αυτόν τον απίστευτου κάλλους τόπο, εκτός βέβαια από τους κατοίκους των γύρω περιοχών. «Εδώ δουλεύουμε τόσα χρόνια κυρίως με ξένους, που ανακαλύπτουν αυτόν τον παράδεισο και έρχονται ξανά και ξανά», μου αναφέρει με ένα παράπονο.

Και πράγματι, αυτό το ποικιλόμορφο εξωτικό μέρος στην άκρια της Πελοποννήσου ξετυλίγεται μπροστά μου. Μα εγώ, περνώντας το γεφυράκι, ανυπομονώ για τον αμμόλοφο, τη δεύτερη ιδέα που θέλω να πραγματοποιήσω. Στο βόρειο κομμάτι, έχει δημιουργηθεί ένας τεράστιος αμμόλοφος με τον μαΐστρο (τον δυτικό άνεμο) να φυσά και να ξεφυσά, δημιουργώντας έργα τέχνης παντού: τις αμμοθίνες, που ντύνουν όλο το μήκος της παραλίας. Αλλά δεν γίνεται να έρθεις μέχρι εδώ και να μην ανέβεις στον αμμόλοφο με την καταπληκτική θέα όλης της παραλίας της Καλογριάς και του δάσους της Στροφυλιάς, που την ακουμπά. Πίσω από τον λόφο κρύβεται εδώ και χρόνια μια παραλία γυμνιστών, γι’ αυτούς που θέλουν να νιώσουν ακόμα πιο ελεύθεροι, ακόμα πιο κοντά στη φύση.

Κατηφορίζω και ήρθε η ώρα να απολαύσω την απαλή άμμο, τα γαλαζοπράσινα νερά, την αύρα του Ιονίου. Η θάλασσα είναι ρηχή, ιδανική για οικογένειες με παιδιά – βλέπω πολλές αποδείξεις γι’ αυτό, η παραλία απ’ άκρη σ’ άκρη είναι γεμάτη με κάστρα που υψώνονται στην άμμο. Προσέχω τις οριοθετημένες περιοχές όπου γεννά η χελώνα καρέτα καρέτα. Βουτιά, δροσιά. Δεν χρειάζεται να αναφέρω πως κάθε χρόνο η παραλία κερδίζει τη Γαλάζια σημαία, δείγμα του τι προσφέρει στον επισκέπτη. Το αλάτι και η αλμύρα με αναζωογονούν, μα μου θυμίζουν ότι δεν έχω πολύ χρόνο.

Αναχωρώ για μια βόλτα στο δάσος, παίρνοντας ένα από τα πολλά μονοπάτια που υπάρχουν και το συνδέουν με τη παραλία. Βλέπω πινακίδες με περιπατητικές διαδρομές. Επιτέλους, σκέφτομαι, να κάτι που δεν υπήρχε παλιά. Διαλέγω μία από αυτές και περιπλανιέμαι ανάμεσα από κορμούς πανύψηλων δέντρων, πατώντας πότε πάνω σε πευκοβελόνες και πότε πάνω σε χωμάτινα δρομάκια στρωμένα με βαλανίδια. Βλέπεις, το δάσος πήρε το όνομά του από τις κουκουναριές («στροφυλιά», παραφθορά της αρχ. λ. για το κουκουνάρι «στροβιλέα») αλλά στα 22.000 στρέμματα έκτασής του συναντάμε ποικίλα αγέρωχα δέντρα όπως πεύκα, αγριόκεδρους και βαλανιδιές. Κάποια είναι γερμένα σαν ηλικιωμένοι παππούδες, άλλα κομμένα από παράνομους υλοτόμους, μα τα περισσότερα περήφανα που κοσμούν και συνυφαίνουν ένα οικοσύστημα μεγάλης βιοποικιλότητας. Κάτω από την παχιά σκιά των φύλλων τους ζουν χελώνες, αλεπούδες, νυφίτσες, δενδροποντικοί και πολλά πουλιά, όπως ο κούκος, ο νανόμπουφος, οι φυλλοσκόποι. Ακόμη, το ζωντανό και το νεκρό ξύλο των δέντρων αποτελεί το σπίτι για έντομα και μανιτάρια, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανακύκλωση του δάσους. Ολόκληρο το οικοσύστημα προστατεύεται από το ευρωπαϊκούς νόμους, όπως η Σύμβαση Ramsar, στην οποία ανήκει μαζί με άλλους υγροβιό-τοπους, το Δίκτυο Natura 2000, ενώ από το 2009 αποτελεί Εθνικό Πάρκο της Ελλάδας.

Βλέπω τον ήλιο ανάμεσα από τα φύλλα να χαμηλώνει για να αγγίξει με θαλπωρή και ζεστασιά τη θάλασσα. Ήρθε η ώρα να φύγω. Ένα διάλειμμα λίγων ωρών και μου φάνηκε σαν να έφυγα για μέρες σε τόπους εξωτικούς, σε τόπους μακρινούς. Αποχαιρετώ τις κουκουναριές, τους ερωδιούς και τα Μαύρα Βουνά με μια υπόσχεση: Όσος καιρός κι αν περάσει, θα έρχομαι και θα ξαναέρχομαι μέχρι να λυθεί η παιδική μου απορία: Καλόγρια ή Καλογριά; Μέχρι την οριστική απάντηση, απλά απόλαυσέ την!