Λαογραφικό Μουσείο Τρίπολης Χάλκινος χρόνος...
5.0/5 κατάταξη (8 ψήφοι)

Κείμενο: Αλεξία Τούλιου – Φωτογράφηση: Νίκος Υφαντής

Ο χρόνος περνάει από πόλεις, ανθρώπους και πράγµατα. 
Για άλλους είναι κυκλικός, για άλλους ευθύγραµµος και για κάποιους απλώς δεν υπάρχει. Κι επειδή είναι όλα θέµα αντίληψης, για λίγους ο χρόνος είναι ένας αµετανόητος 
έφηβος που πεισµατικά αρνείται να µεγαλώσει και να φύγει.


Ένας µόλις δεκαοκτάρης χρόνος, αλλάζοντας πορεία, έχει κρυφτεί για τα καλά, εδώ και 40 χρόνια περίπου, στο πατρικό σπιτάκι του κυρίου Τάσου Μπιρµπίλη στην οδό Χρονά 18, στην Τρίπολη. Πέρα από τη διακριτική πινακίδα στην πρόσοψη, τίποτα δεν µαρτυρά πως βρισκόµαστε στο µοναδικό λαογραφικό µουσείο Τριπόλεως, στο Μουσείο Χαλκού. Ο συλλέκτης κύριος Τάσος, ιεροφάντης της ιστορίας, όπως τον λένε οι φίλοι, µε ιδιωτική πρωτοβουλία µετέτρεψε το σπίτι όπου γεννήθηκε σε ένα καταφύγιο λαϊκής τέχνης. Παρόλο που η οικία παραµένει καθ’ όλα λειτουργική, τα πάντα έχουν καλυφθεί από παλιά κυρίως χειροποίητα αντικείµενα, χρηστικά και µη, χωροθετηµένα µε τάξη και αρµονία, ακόµη και στο ταβάνι.

Ο εσωτερικός διάδροµος διατηρεί µια χρωµατική µουντάδα, καθώς εκεί βρίσκουν τη θέση τους τα περισσότερα σιδηρικά. Είναι το µέρος όπου νιώθω τη µεγαλύτερη οικειότητα, αφού µου θυµίζει τις στιγµές ηρεµίας που περνούσα στην αποθηκούλα της γιαγιάς µου, εκεί όπου συνήθιζε να φυλάει καθετί σπάνιο. Οι λιγοστές ακτίνες που καταφέρνουν να εισχωρήσουν από την αυλή, συνηγορούν µε την υπεροψία του χαλκού έναντι του σιδήρου, αφήνοντας τα αντικείµενα µε ένα µικρό πέταγµα να αναδείξουν τις πυρόξανθες ανταύγειες τους, ξαφνιάζοντας ευχάριστα τον επισκέπτη.
Προχωρώντας στο εσωτερικό του σπιτιού, ο διάκοσµος διαφοροποιείται αισθητά. Αµέτρητα κοµπολόγια κρέµονται από παντού, σαν τσαµπιά σε πολύχρωµο αµπέλι. Στο τραπεζάκι λαµπυρίζει η πολύτιµη συλλογή νοµισµάτων, ενώ στα ράφια σαν στρατιώτες οι φωτογραφικές µηχανές, ετοιµάζονται να οπλίσουν. Οικογενειακές φωτογραφίες απλώνονται απ’ άκρη σ’ άκρη στους τοίχους και στέκοµαι σε µία από αυτές. Είναι η ίδια αυλή που βλέπω τώρα, διαφορετική, όµως, µε πολλούς ανθρώπους, είναι η οικογένεια του κυρίου Τάσου. Πόσοι άνθρωποι έφυγαν και πόσοι θα ’ρθουν…
Γύρω τριγύρω ταψιά, καραβάνες, σουρωτήρια, τεντζερέδες, τροκάνια, κουδούνια, τσανάκες, όπλα, καθώς τα παρουσιάζει ένα ένα µε καµάρι ο κύριος Μπιρµπίλης. Με παράπονο µας λέει πόσο αβοήθητη από τον δήµο και την πολιτεία έµεινε αυτή η προσπάθεια και πόσο σηµαντικό έργο κάνει για την ιστορία του τόπου. Βρίσκεται εκεί καθηµερινά και δέχεται επισκέπτες απ’ όλο τον κόσµο. Από τη συλλογή δεν λείπουν και τα σπουδαία κοµµάτια. Το ξυλόγλυπτο υπέρυθρο µε τον Βάκχο στο κέντρο του, που άλλοτε κοσµούσε τη θύρα ενός παλιού αρχοντικού, στέκει τώρα αγέρωχο κοντά στην είσοδο. Μέχρι και το απολυτήριο του Ελευθερίου Βενιζέλου µπορεί να δει κανείς σε αυτό το µουσείο.
Τίποτα δεν παραβιάζει το άρωµα του παλιού, ακόµα και το κέρασµα είναι αλλοτινό. Χιονίζει στα µάτια µου από τους κουραµπιέδες που αντανακλούν στο ασηµένιο δισκάκι. Λίγο λικεράκι τσέρι και µια µικρή επίδειξη ενός παλιού, µεγάλου σιδερένιου διαβήτη µε παραπέµπει στη σκέψη του Αρχιµήδη: «∆ώσε µου ένα σταθερό σηµείο να στηριχτώ και θα κινήσω όλη τη γη». Γι’ αυτόν τον άνθρωπο αυτή είναι η σταθερά του, το παλιό, αυτό που τον κρατάει ταυτόχρονα στο χθες και στο σύγχρονο, να µην αφήνει τη λήθη να πάρει τις µνήµες µακριά, ούτε από τον ίδιο ούτε από τους άλλους. Και όπως κάνει κύκλους µε τον διαβήτη, αν ήξερε τι σκέφτοµαι, θα µνηµόνευε και αυτός τον Αρχιµήδη λέγοντάς µου: «Μη µου τους κύκλους τάραττε» και θα είχε και δίκιο αφού µε πολλή αγάπη κατάφερε να κρατήσει αναλλοίωτη µια ολόκληρη περασµένη εποχή µέσα σε τέσσερις τοίχους. Μήπως κι εγώ το ίδιο δεν κάνω αναζητώντας σε όλα µιαν αρχαία πηγή;
Ο άνθρωπος είναι συνυφασµένος µε τον χώρο του. Η γλυκύτητα, η ενέργεια και το πάθος του κυρίου Τάσου µε έχουν εντυπωσιάσει και είναι κι αυτές οι µαγικές στιγµές που µε κάνουν να αναρωτιέµαι γιατί κάθε φορά που σηκώνω τη µηχανή να απαθανατίσω τον αθάνατο χρόνο, το σώµα του ακινητοποιείται, µε µια έκφραση που δεν σπάει στο ελάχιστο, όση ώρα φωτογραφίζω.
Κι εκεί, ανάµεσα στις τόσες φωτογραφίες, γίνεται θαρρείς και ο ίδιος µία ακόµη, τρισδιάτατη, πλήρως όµως εναρµονισµένη στον χωροχρόνο. Όχι, δεν χρειάζεται να πάει κανείς στ’ άστρα για να δει το παρελθόν, µπορεί κι εδώ, στην οδό Χρονά 18, όπου ο χρόνος δεν περνά…