Οι ωραίοι των Αθηνών
5.0/5 rating 1 vote

Οι ωραίοι των Αθηνών

Κείμενο: Νίνα Κουλετάκη

Είχα την τύχη να γεννηθώ σε μια δεκαετία που ήταν ταυτόχρονα παλιά και καινούργια. Η δεκαετία του ’60 στην Ελλάδα ήταν μαγική, τουλάχιστον έτσι όπως τη βίωσα εγώ, σε ένα ευκατάστατο αθηναϊκό σπίτι. Διατηρούσε τη γοητεία του παλιού με τη λάμψη του καινούργιου. Το παλιό ήταν το «αύτοχθον», η Ελλάδα που έπαιρνε τα πάνω της σιγά σιγά, μετά τον πόλεμο, που επούλωνε τις πληγές του εμφυλίου που έχαιναν ακόμα, που κάθε σπίτι είχε από τους «μεν» ή από τους «δε», κάποια και από τους δύο. Στα σαλόνια υπήρχαν ακόμη ανθοστήλες και κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον έναν ναυτικό.
Τις νύχτες η Αθήνα διασκέδαζε, σαν για να ξορκίσει τον σπαραγμό και την εξαθλίωση που είχε βιώσει 15-20 χρόνια πριν. Τα κέντρα διασκέδασης ήταν άφθονα και κάλυπταν όλα τα γούστα. Οι ρεμπέτες εξακολουθούσαν να τραγουδούν, οι «φλώροι» του ελαφρού κυριαρχούσαν στη ραδιοφωνία, το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης ήταν στη χρυσή εποχή του, ο κινηματογράφος της περιόδου εκείνης κατάφερε να γίνει διαχρονικός και οι «διάσημοι» παραθέριζαν στα νησιά του Αργοσαρωνικού, με την αστική τάξη της Αθήνας, μια και οι Κυκλάδες παρέμεναν προορισμός εξωτικός και δυσπρόσιτος.

Τα παιχνίδια, στις αυλές και τους κήπους για τα μικρότερα παιδιά και στον δρόμο και τις αλάνες για τα μεγαλύτερα, ήταν κάτι το φυσιολογικό και αυτονόητο. Δεν κράταγες παιδί στο σπίτι, εκτός αν ήταν άρρωστο. Τα ομαδικά παιχνίδια (μήλα, μέντα-μέντα, μπερλίνα, στρατιωτάκια αμίλητα ακούνητα αγέλαστα, σπασμένο τηλέφωνο, πού ’ν’ το πού ’ν’ το το δαχτυλίδι… και δε συμμαζεύεται), φούντωναν την άμιλλα αλλά και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα δύο φύλα.
Λίγα χρόνια αργότερα θα κοκκινίζανε τα μαγουλάκια μας, όταν διασταυρώνονταν οι ματιές μας με αυτές των αγοριών, αλλοτινών ισότιμων συντρόφων στα παιχνίδια.
Δεν υπήρχαν σουπερμάρκετ και ο μπακάλης της γειτονιάς έβαζε σε χαρτοσακούλες χύμα όσπρια, αλλά και ζάχαρη και αλεύρι, με τη σέσουλα. Τα τυποποιημένα προϊόντα ελάχιστα, η τηλεόραση ήρθε με τη Χούντα και το ραδιόφωνο συσπείρωνε την οικογένεια γύρω του τα βράδια.
Καθημερινές και όχι cult, τότε τουλάχιστον, φιγούρες, οι πλανόδιοι και μη επαγγελματίες της γειτονιάς. Η Χορταρού (να σέρνει το καρότσι της διαλαλώντας την πραμάτεια της με τη χαρακτηριστική της φωνή: «Χόρτα, καλέ, χόρτα… τα ραδικοβλάσταρα»), ο Παγωτατζής (με ένα καμπανάκι στο καρότσι-ψυγείο, για να μαζεύεται η μαρίδα με τα φραγκάκια στη χούφτα), ο Γαλατάς (να αφήνει κάθε πρωί το φρέσκο γάλα στο μπουκάλι έξω από τις πόρτες), ο Γιαουρτάς («Γιααααουoυoυρτάααας»), ο Παγοπώλης («Ο πάγος!», να τον παίρνουν οι νοικοκυρές στα δίχτυα), ο Καρεκλάς («Ο καρεκλάας, καρεκλάαας», να επισκευάζει τις ψάθινες καρέκλες) και, φυσικά, ο Παλιατζής («Όλα τα παλιά αγοράζω, ο παλιατζής»), που μάζευε τα απομεινάρια της Αθήνας που έφευγε για να κάνει χώρο για την Αθήνα που ερχόταν. Κι άλλοι, κι άλλοι, ο Φωτογράφος κι ο Λατερνατζής και ο Λούστρος στην πλατεία. Και τόσοι άλλοι. Οι ημέρες ήταν γεμάτες ζωή, οι νύχτες μύριζαν γιασεμί και αγιόκλημα, και οι γείτονες ήταν οικογένεια, σχεδόν.
Και υπήρχε και η μοντέρνα Αθήνα, αυτή που «εξευρωπαϊζόταν», που χόρευε στα «νάιτ κλαμπ» τα «γιεγιέδικα», που ντυνόταν πολύχρωμα, που επίπλωνε το σπίτι με δανέζικα έπιπλα (ας όψονται οι βασιλικοί γάμοι), που αντικαθιστούσε το ραδιόφωνο με το ραδιοπικάπ και στοίβαζε πάνω του τις «πλάκες», που άρχισε να ψωνίζει με δόσεις, οπότε ο Δοσατζής έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα στους πλανόδιους επαγγελματίες της γειτονιάς.
Το σπίτι μου είναι δύο ορόφους πάνω από αυτό στο οποίο γεννήθηκα. Το γιασεμί στον κήπο μας είναι μεγαλύτερο σε ηλικία από εμένα. Όταν είμαι στις μαύρες μου, κόβω ένα κλαράκι, με κάμποσα ανθάκια πάνω, και το μυρίζω. Καθώς ανασαίνω το άρωμά του, γίνομαι μικρή μικρή, σαν την Αλίκη. Μόνο που η δική μου Χώρα των Θαυμάτων είναι η ευτυχισμένη παιδική μου ηλικία, σ’ αυτή την παλιά γειτονιά της Αθήνας όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οσφραίνομαι τις μυρωδιές της, αφουγκράζομαι τους ήχους της, γελώ με το γέλιο των παιδιών της.
Και γλυκαίνω, μέσα κι έξω.

 

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:

    Φωτογραφίες από το βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου 
    «Οι γυρολόγοι» (εκδόσεις Ίρις-Φιλιππότης).