Στα μονοπάτια της Ύδρας - Πορεία για τον φάρο της Ζούρβας
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Κείμενο - Φωτογραφίες: Δαμιανός Νάκος

Αντίδοτο στο στρες, την ένταση της δουλειάς και τις υποχρεώσεις δεν είναι παρά μια εξόρμηση, μια πεζοπορία για να ξυπνήσει σώμα και μυαλό. Ψάχνοντας στους χάρτες για έναν κοντινό προορισμό, το βλέμμα μου σταματάει στη λέξη Ύδρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη και με ένα χαμόγελο ανοίγω τον χάρτη. Όσοι άλλωστε ξέρουν καλά την Ύδρα γνωρίζουν ότι δεν είναι μόνο το γνωστό ιστορικό και κοσμοπολιτικό νησί που έχουν οι πολλοί στο μυαλό τους…

Η Ύδρα είναι ένας παράδεισος για τον πεζοπόρο και είναι δίπλα μου… Mπορώ να τη χαρακτηρίσω φυσικό μουσείο μονοπατιών. Η μοναδικότητά της στον ελλαδικό χώρο, χάρη στο ότι εκεί απαγορεύονται τα τροχοφόρα και τα κτίριά της προστατεύονται με νόμο για να διατηρηθεί αυτή η ξεχωριστή παραδοσιακή και πολιτιστική της ταυτότητα, έχουν ως αποτέλεσμα να διατηρηθούν τα παλιά σοκάκια, τα καλντερίμια και τα μονοπάτια της όπως ακριβώς είναι εδώ και αιώνες, αφού κάτοικοι και επισκέπτες τα χρησιμοποιούν με τα πόδια ή με τα ζώα. Ο επισκέπτης και ο πεζοπόρος που περπατάει στην Ύδρα έχει την αίσθηση ότι ζει σε άλλη εποχή. Οι εικόνες, το φυσικό περιβάλλον της, όλο αυτό που νιώθεις, βλέπεις και αγγίζεις σε ταξιδεύει πιο πίσω και από τον 20ό αιώνα. 

Πολλές οι πεζοπορικές επιλογές του νησιού, όπως η Επισκοπή, η παραλία του Αγίου Νικολάου, η παραλία Νήσιζα, το όρος Έρως με το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, τα μάτια μου όμως δεν ξεκολλάνε από το ανατολικό ακρωτήρι της Ύδρας με τον περίφημο φάρο της Ζούρβας. Η γραφικότητα του νησιού, το πέτρινο τοπίο που έχει φόντο το μπλε της θάλασσας, τα πολλά εκκλησάκια και μοναστήρια που συναντάς στο πέρας της διαδρομής, όπως η μονή της Παναγίας της Ζούρβας και ο ομώνυμος φάρος, ένα μνημείο που ανήκει στους παραδοσιακούς φάρους της Ελλάδας και όλης της Μεσογείου, είναι τα λίγα που μπορώ να σκεφτώ σκηνοθετώντας μια γεμάτη εξόρμηση. 

Τώρα μένει να υπολογιστούν οι λεπτομέρειες: Ύδρα (Χώρα) - Φάρος Ζούρβας 12 χλμ. και χρόνος περίπου 4 ώρες και 15 λεπτά. Το πρώτο φως της ημέρας με βρίσκει στο λιμάνι της Ερμιόνης να κοιτάζω ένα ζωντανό πίνακα ζωγραφικής. Την εικόνα αυτή στα μάτια μου τη σχηματίζουν το παραθαλάσσιο δασάκι Μπίστι και στο βάθος η σκιά της Ύδρας, που την περιτριγυρίζουν τα χρώματα της Ανατολής. Το πλοίο της γραμμής έφτασε, άλλα 20 λεπτά το ταξίδι στη θάλασσα από το λιμάνι της Ερμιόνης και βρίσκομαι στο λιμάνι της Ύδρας. 

Γυρίζω τη ματιά μου στο όμορφο λιμάνι για να θαυμάσω τη γραφικότητά του και ξεκινώ την πορεία μου στα γραφικά σοκάκια με κατεύθυνση το δημοτικό γήπεδο. Εκεί η πορεία αλλάζει ανατολικά και ανηφορίζει για τα τελευταία σπίτια της ανατολικής Ύδρας, και στη συνέχεια ξεκινάει το μονοπάτι για το εκκλησάκι του Σταυρού. Όσο η υψομετρική διαφορά αυξάνεται στα πόδια μου, η μοναδική θέα της αρχόντισσας Ύδρας απλώνεται στα μάτια μου. 

Σε 35 λεπτά από το λιμάνι φτάνω στο εκκλησάκι του Σταυρού, ένα καλό σημείο για στάση. Εδώ η ανάβαση τελειώνει και το μονοπάτι απλώνεται ίσια μπροστά μου. Συνεχίζοντας, έχω θέα στα βόρεια την παραλία Μανδράκι και στην πορεία μου ανατολικά αγναντεύω τη Μονή της Αγίας Τριάδας και λίγο πιο νότια στον λόφο τη Μονή της Αγίας Ματρόνας. Σε λίγα λεπτά προσπερνώ τα καστρομοναστήρια με το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας να μου κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του.

Το τοπίο δεν αλλάζει και πολύ, άλλα 35 λεπτά και φτάνω στη μονή του Αγίου Νικολάου. Ένας μικρός οικισμός στέκει εκεί σαν ακριτικός φύλακας του νησιού, λίγα μέτρα ακόμη και στέκομαι στο παλιό αλώνι για μια ανάσα και για να αγναντέψω τη θέα, άλλη μια μαγική εικόνα μπροστά μου: Η ακτογραμμή του όρμου Λιμνιόνιζα είναι το μόνο κομμάτι γης που αντικρίζω στο βαθύ μπλε του Αιγαίου πελάγους, που απλώνεται ως τον ορίζοντα.

Συνεχίζω την πεζοπορία μου, προσπερνώ το μικρό μοναστήρι του Aγίου Νικολάου με την όμορφη πύλη και ένα μικρό φάρο-εικονοστάσι στα αριστερά. Εδώ το τοπίο αλλάζει… αγριεύει. Όσο διασχίζω την ενδοχώρα του νησιού, στα πόδια και στα μάτια μου πλέον κυριαρχεί το στοιχείο της πέτρας, μόνο κάποια παλιά πέτρινα πεζούλια σύνορα χωραφιών και ερημικά μισογκρεμισμένα σπίτια από μικρούς οικισμούς σπάνε αρμονικά το τοπίο. Εδώ το βάδισμα δυσκολεύει και αν δεν έχεις εμπειρία σε βραχώδες έδαφος, η κούραση σε καταβάλλει πιο εύκολα. Ακολουθώ το εμφανές μονοπάτι πιστά, διαβαίνω ένα όμορφο στενό πέρασμα ανάμεσα από δύο πέτρινες μάνδρες, η πορεία μου συνεχίζεται σε ομαλή ανηφορική κλίση. Ακόμη 35 λεπτά και βρίσκομαι στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Σε κοντινή απόσταση επάνω στο μονοπάτι βρίσκεται ένα όμορφο εικονοστάσι, άλλη μια μικρή στάση για να εξερευνήσω την περιοχή και συνεχίζω…

Η πορεία μου τώρα γίνεται πιο εύκολη και κατηφορική, καθώς τα σημάδια της βλάστησης γύρω μου όλο και αυξάνονται. Θυμάρι, κέδροι, βελανιδιές, λίγα πεύκα, που ομορφαίνουν ακόμα πιο πολύ το τοπίο με πράσινο. Φτάνω στην περιοχή Αλωνάκι, ένα μικρό οροπέδιο με λίγα σκόρπια σπίτια κι ένα μικρό εκκλησάκι. Με ξάφνιασαν κάποια ελεύθερα γαλιά που γυρόφερναν την περιοχή. Αφήνοντας το Αλωνάκι και την κορυφή Ομπόρι στα δεξιά, το μονοπάτι κατηφορίζει απότομα σε ένα ρέμα και ξαφνικά μπροστά μου εμφανίζεται ο όρμος Λέδεζα και πιο ψηλά, σε κοντινή απόσταση από τα απότομα βράχια του, που σχηματίζουν ένα γραφικό γκρεμό, αντικρίζω το λευκό μοναστήρι της Παναγιάς της Ζούρβας.

Σε 45 λεπτά από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία έχω φτάσει στη διασταύρωση των μονοπατιών για Μονή Ζούρβας, φάρο της Ζούρβας και για τη σκάλα του Όρμου Λέδεζα όπου υπάρχει πρόσβαση με θαλάσσιο ταξί για τον ανεφοδιασμό της Μονής, αλλά και για την εύκολη πρόσβαση των επισκεπτών. Από τον Όρμο Λέδεζας για τον πεζοπόρο που έχει επισκεφτεί τον φάρο ή τη Μονή της Ζούρβας και δεν έχει άλλες δυνάμεις για πεζοπορία, είναι η τελευταία του ευκαιρία να πάρει την επιστροφή με θαλάσσιο ταξί για το λιμάνι της Ύδρας. (Γι’ αυτό είναι καλό ο πεζοπόρος να έχει προβλέψει να έχει το τηλέφωνο των θαλάσσιων ταξί μαζί του.)

Σε αυτό το σημείο αποφασίζω, μιας και βρίσκομαι για πρώτη φορά σε αυτά τα μέρη, να επισκεφτώ τη Μονή της Ζούρβας. Το τοπίο παίρνει ξανά την άγρια ομορφιά του βράχου και της πέτρας. Καθώς πλησιάζω στο μοναστήρι, παρατηρώ το κατάλευκο λιτό αλλά όμορφο παραδοσιακό υδραίικο κτίριο της μονής. Χτυπώ την παλιά σιδερένια εξώπορτα, δεν περιμένω πολύ, την ακούω να ανοίγει αργά και βαριά. Με καλοδέχεται φιλόξενα μία από τις λίγες μοναχές της μονής και με καλεί να περάσω. Και η εσωτερική εικόνα της μονής είναι εξίσου λιτή αλλά με ένα αρμονικό δέσιμο των κελιών, που τα περιτριγυρίζουν όμορφα λουλούδια και στο κέντρο δύο εκκλησίες, μία λευκή και μία πέτρινη. Με την πρώτη αίσθηση μπορώ να νιώσω πώς πραγματικά είναι ένα ησυχαστήριο. Θέλω να κρατήσω μέσα μου αυτό που νιώθω. Σέβομαι τον χώρο και δεν φωτογραφίζω το εσωτερικό του μοναστηριού. 

Η μοναχή μού ανοίγει την εκκλησιά για να προσκυνήσω την εικόνα της Γεννήσεως της Θεοτόκου και στη συνέχεια με καλεί στο καθιστικό για να ξαποστάσω από την πολύωρη πεζοπορία. Εκεί με περίμενε η γερόντισσα με μια άλλη μοναχή με καταγωγή από την Ερμιόνη, της οποίας η χαρά ήταν μεγάλη όταν έμαθε ότι έχουμε την ίδια καταγωγή. Μου πρόσφεραν δροσερό νερό, μαστίχα και πεντανόστιμο μπακλαβά. Συζητήσαμε για το πόσο απομονωμένο είναι το μοναστήρι τους, αλλά στα μάτια τους έβλεπα ότι δεν τους ενοχλούσε αυτό καθόλου. Απολαμβάνουν την κάθε στιγμή που ζουν εκεί. Μου διόρθωσαν κάποια λάθη του χάρτη με τοποθεσίες και ονομασίες εκκλησιών της περιοχής. Μιλήσαμε για τα χρόνια, που πλέον τόσα έχουν αλλάξει και οι επισκέπτες έρχονται σπάνια με τα πόδια ή με τα ζώα, και για το ότι σήμερα ο άνθρωπος επιλέγει σπάνια να περπατήσει, ενώ κάποτε το περπάτημα ήταν το αυτονόητο για την καθημερινότητά του. Οι μοναχές, όμως, δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς σε αυτόν τον σκληρό τόπο και κάθε ασχολία ή δουλειά στηρίζεται στα πόδια τους. Αυτή η συζήτηση με έβαλε σε πολλές σκέψεις και την κράτησα στο μυαλό μου! 

Σε ό,τι αφορά τον τελικό προορισμό μου, τον φάρο της Ζούρβας, θυμήθηκαν τα χρόνια που έμεναν εκεί οι φαροφύλακες, οι πιο απομακρυσμένοι κάτοικοι του νησιού. Είχαν ζωντανές τις αναμνήσεις τους, καθώς τότε συχνά είχαν μια καλή παρέα και μια πιο κοντινή βοήθεια για τη δύσκολη στιγμή. 

Ευχαρίστησα τις μοναχές για τη ζεστή φιλοξενία τους, και πριν τις αποχαιρετήσω, μου τόνισαν να μην ξεχάσω να επισκεφτώ το ασκηταριό με το εκκλησάκι του Αγίου Ιωαννίκιου, γιατί είναι κάτι μοναδικό σε φυσική ομορφιά. Με καθοδήγησαν και μου εξήγησαν ότι αν δεν είμαι συγκεντρωμένος για να το βρω, μπορεί να το προσπεράσω, γιατί τη θέση του είναι δύσκολο να την αντιληφθεί κανείς από το μονοπάτι. Μου έδωσαν λίγα φρούτα για τον δρόμο μου και με αποχαιρέτησαν.

Γεμάτος ενέργεια, σωματική και ψυχική, βρίσκομαι σε 15 λεπτά στο παλιό εκκλησάκι του Aγίου Γεωργίου. Εκεί η θέα του νησιού ανοίγεται ως τον όρμο της Ζωοδόχου Πηγής και πιο πίσω πλέον μπορώ να φανταστώ τον φάρο της Ζούρβας, ενώ το έδαφος γίνεται ακόμα πιο βραχώδες και το μονοπάτι πιο στενό, δύσβατο και όχι τόσο εμφανές. 

Φτάνω στο εκκλησάκι του Ιωάννη του Θεολόγου, ένα από εκείνα που μου διόρθωσε η μοναχή. Σε όλους τους χάρτες που έχω δει αναφέρεται ως Άγιος Νικόλαος. Το προσπερνώ ακολουθώντας το μονοπάτι, ανοίγω μια πόρτα σε μια πέτρινη μάντρα, που μάλλον είναι και η τελευταία του νησιού. Συνεχίζω την πορεία μου, το υψόμετρο έχει πέσει αισθητά και οι ακτογραμμές τον όρμων Ζωοδόχου Πηγής και Ζόγκου βρίσκονται σε κοντινή απόσταση και πλέον έχω τον νου μου να μη χάσω το ασκηταριό.

Το μονοπάτι με καθοδηγεί αριστερά από ένα μικρό λόφο, όταν κάποια στιγμή αντιλαμβάνομαι ότι κάτι… με παρακολουθεί. Γυρίζω το βλέμμα μου στα δεξιά και αντικρίζω πίσω από τους θάμνους του λόφου να με κοιτούν στα μάτια δύο όμορφα άλογα, το ένα μαύρο και το άλλο λευκό με λίγο καφετί, γεροδεμένα και δυνατά. Το βλέμμα τους ζωντανό και καθαρό, και καθώς ο άνεμος χάιδευε τη χαίτη τους, ένιωθα το ελεύθερο πνεύμα τους να γεμίζει το ξερό και άγριο περιβάλλον όπου ζούσαν. Μια τέλεια εικόνα για το μυαλό μου και τον φακό της φωτογραφικής μου μηχανής. Κάθισα λίγα λεπτά να τα παρατηρήσω και να τα φωτογραφίσω και μετά συνέχισα τον δρόμο μου, ενώ αυτά με ακολουθούσαν σε απόσταση ασφαλείας. Πλέον είχα μια καλή παρέα για το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής μου.

Απέχω πλέον 30 λεπτά από το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Κατηφορίζω ένα απότομο πέρασμα από βράχια και λίγα μέτρα πιο δεξιά από το μονοπάτι, βλέπω ένα πρόχειρο σιδερένιο καμπαναριό και πίσω του το απέραντο της θάλασσας. Σκέφτομαι: «Εδώ είναι το ασκηταριό». Το τοπίο μοιάζει όπως μου το είχαν περιγράψει οι μοναχές. Πλησιάζω και σιγά σιγά εμφανίζεται μπροστά μου ο όρμος Ζόγκου με τα καταγάλανα νερά του και κάτω από τα πόδια μου ο γκρεμός, που τα βράχια του τα στολίζουν αγριολούλουδα και όμορφοι θάμνοι. Εκεί κρέμεται ένα όμορφο γραφικό εκκλησάκι, είναι ο Άγιος Ιωαννίκιος. Η εικόνα μαγική, είναι ό,τι πιο γραφικό έχω δει σήμερα. Μόνο και μόνο γι’ αυτό το θαύμα της φύσης και του ανθρώπου αξίζει να περπατήσεις την κοπιαστική διαδρομή για να το δεις. Κατεβαίνω τα σκαλιά και στέκομαι στον δροσερό ίσκιο της εκκλησίας για μια ανάσα, ενώ είμαι ακόμα έκπληκτος από τη θέα και το τοπίο. Παρατηρώ το μέρος. Στο σημείο της εκκλησίας, ίσως και στα βράχια, θα υπήρχε σπηλιά και πολλά χρόνια πριν ήταν ασκηταριό μοναχών. Κάτι θα ήξεραν οι ασκητές μοναχοί. Σε αυτό το μέρος σίγουρα βρίσκεσαι κοντά στον Θεό! Σε 20 λεπτά από το ασκηταριό, κατεβαίνοντας την πλαγιά, ο φάρος της Ζούρβας άρχισε να προβάλλει όμορφος, αρχοντικός, ακίνητος φρουρός στο ακρωτήρι, αλλά και με τα σημάδια του χρόνου, των ανέμων και των κυμάτων να διακρίνονται ξεκάθαρα πάνω του. 

Ο φάρος κατασκευάστηκε το 1883. Ο πύργος με το οπτικό του έχει ύψος 10 μέτρα και το εστιακό του από τη θάλασσα είναι 36 μέτρα, με χαρακτηριστικό λευκό φως με μία αναλαμπή ανά 2 λεπτά και φωτοβολία 12 ναυτικά μίλια. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο φάρος καταστράφηκε από τους Γερμανούς για στρατηγικούς λόγους, το 1946 ξανακτίστηκε, αφού η θέση είναι σημαντική για την καθοδήγηση και την ασφάλεια των πλοίων, και ανανεώθηκε με τροφοδοσία πετρελαίου ως το 1976, που ηλεκτροδοτήθηκε με ηλιακό ρεύμα, και το 1989 έγινε αυτοματοποιημένος. Συνέπεια του εκσυγχρονισμού ήταν να τον εγκαταλείψουν και οι τελευταίοι φαροφύλακες. 

Στέκομαι στην εξωτερική πύλη του φάρου με την αριθμημένη ονομασία του (ΚΤ 521/001). Η πόρτα ριγμένη και έτσι περνάω εύκολα στο κεντρικό κτίριο. Με μια πρώτη ματιά η εγκατάλειψη που βλέπω δεν μου δίνει καλή εικόνα. Μπαίνω στο εσωτερικό, οι χώροι του έχουν αρκετές φθορές, αλλά έχουν κρατήσει ζωντανή μια ρομαντική αίσθηση από την παλιά εποχή. Με το μυαλό μου ταξιδεύω στον χρόνο και δίνω ζωή στα δωμάτιά του, στα οποία τότε οι φαροφύλακες ζούσαν την καθημερινότητά τους, σε αυτή τη μοναχική δουλειά που ο χώρος εργασίας ήταν και το σπίτι τους. Ανεβαίνω από την κυκλική σκάλα του πύργου στην ταράτσα του φάρου. Εδώ η θάλασσα του Αργοσαρωνικού κόλπου, ο ουρανός και τα σύννεφα γίνονται ένα. Οι αποχρώσεις του μπλε και του γκρι παίζουν στα μάτια μου, ενώ κάποιες περαστικές φιγούρες πλοίων διασχίζουν το τοπίο. Το τέλειο μέρος για το προσωπικό μου γεύμα, σκέφτηκα! Η ώρα έχει περάσει. Αποχαιρετώ τον φάρο και τους καινούργιους μου φίλους, τα αλόγα, και παίρνω το μονοπάτι της επιστροφής. Σε 3 ώρες και 30 λεπτά φτάνω στο λιμάνι της Ύδρας με μια γλυκιά κούραση στα πόδια, Περιμένω το πλοίο για Ερμιόνη. 

Καθώς το λιμάνι απομακρυνόταν, ξαναήρθε στο μυαλό μου η συζήτηση που κάναμε στο μοναστήρι της Ζούρβας με τις μοναχές και συλλογίζομαι… Στην Ύδρα θα βρεις αυτό που ξεχνάει ο άνθρωπος χρόνο με τον χρόνο και αιώνα με τον αιώνα… να περπατάει και να ζει αρμονικά με τη φύση! Και με αυτή τη σκέψη υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα επιστρέψω σύντομα για μια νέα εξόρμηση στα μονοπάτια της.

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:

    Στο Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ύδρας ο επισκέπτης Στο Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ύδρας ο επισκέπτης μπορεί να βρει περισσότερες πληροφορίες και σημαντικά εκθέματα για τον Φάρο της Ζούρβας.

  • Χάρτης: