Μαστοροχώρια Πέτρινες µνήµες
5.0/5 κατάταξη (2 ψήφοι)
κείμενο: Θάλεια Νουάρου | φωτογραφίες: Θάλεια Νουάρου, Χρήστος Κανατάς

Πέτρα και θύµηση, χωριό και καφενές.
Παντού αναρτηµένες παλιές φωτογραφίες: τσιράκια, καλφάδες κι αρχιµάστοροι. Μαθητές µε κοντά
παντελονάκια, παππούδες, παρέες
και γλέντια µε κλαρίνα κι άφθονο χορό. Κρατούν
οι Μαστοροχωρίτες τις µνήµες τους ζωντανές.
Ταυτότητα βλέπεις η µνήµη, µακριά της
θα χανόµασταν χωρίς ελπίδα επιστροφής...


Από την  Ήπειρο
στο Βουκουρέστι

Στο «Αρχοντικό του Σερίφη» στη Μόλιστα, µια φωτογραφία κεντρίζει ευθύς αµέσως την περιέργειά µας. Απεικονίζει κάποιους προύχοντες, επισήµους της εποχής, κι απάνω της είναι σηµειωµένες λεζάντες γραµµένες στα ρουµάνικα. «Είναι η ελληνική παροικία του Βουκουρεστίου, η οποία συνέδραµε οικονοµικά και διπλωµατικά τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην υπογραφή της οµώνυµης συνθήκης, το 1913. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που βλέπετε, είναι από δω, απ’ τα χωριά µας», µας εξηγεί ο κ. Βαγγέλης Σερίφης, που διατηρεί τον πέτρινο παραδοσιακό ξενώνα του χωριού. «Στο κέντρο διακρίνετε τον Βενιζέλο και εκεί δεξιά τον ∆ηµήτρη Παπαδηµούλη, παππού του σηµερινού ευρωβουλευτή, το σπίτι του οποίου θα σας φιλοξενήσει», µας ξαφνιάζει ευχάριστα!
Μικροσκοπική και πανέµορφη η Μόλιστα, µαζί µε το Γανναδιό και το Μοναστήρι θα αποτελέσουν την αφετηρία για το σεργιάνι µας στη συστάδα των παραδοσιακών χωριών που απλώνονται στην οροσειρά της Βόρειας Πίνδου, επάνω από την πόλη της Κόνιτσας και µέχρι τους πρόποδες του Γράµµου και τον Σµόλικα στα ανατολικά. Ήταν πολλοί οι Μολιστινοί στο Βουκουρέστι αλλά και στο Κάιρο, όπου διέπρεψαν ως έµποροι και επιχειρηµατίες. Για χρόνια έλειπαν. Έσπερναν παιδιά και τα γνώριζαν πια µεγάλα. Σαν κατάφεραν όµως και ορθοποδήσανε, τα εµβάσµατα που έστελναν πίσω στην οικογένεια έδιναν ανάσα στον τόπο. Μέχρι και ταχυδροµείο λειτουργούσε µετά την απελευθέρωση στη Μόλιστα, προκειµένου να λαµβάνονται τα εµβάσµατα. Και ήταν εκείνα τα χρήµατα που έδωσαν την ευκαιρία σ’ αυτούς που έµειναν πίσω να καλλιεργήσουν την τέχνη των κτιστάδων. Άρτιοι τεχνίτες, η φήµη τους έµελλε να ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα φτάνοντας µέχρι την Αµερική και τον Περσικό κόλπο. Και όλοι συνεισφέρανε µε τον τρόπο τους στο κτίσιµο. Θες µε τα… αυγά, απαραίτητο συστατικό για το δέσιµο της λάσπης, θες µε τα γαϊδουράκια, που κάθε Κυριακή ήταν «επιστρατευµένα» αφού όλοι ήταν υποχρεωµένοι να πάνε στα ρέµατα για να κουβαλήσουν τις πέτρες που είχαν βγάλει οι µαστόροι. ∆ιατηρητέος σήµερα οικισµός η Μόλιστα, µε όµορφα αναπαλαιωµένα σπίτια του 19ου αιώνα, όπου επίσης αξίζει να επισκεφθείτε την εκκλησιά του Αγίου Νικολάου, που χτίστηκε το 1864 µε προσωπική εργασία των κατοίκων.
Στο διπλανό πολυφωτογραφηµένο Γαναδιό, η ζωή κουρνιάζει στον «Πλάτανο», το παραδοσιακό καφενείο που διατηρεί ο Βασίλης Τζιµινάδης στην πανέµορφη πλατεία. Εργάστηκε ως σεφ σε διάφορα ξενοδοχεία της χώρας κι επέστρεψε πριν από δύο χρόνια στο χωριό. «Βγάλε κάτι να τρατάρουµε τα παιδιά», θα πει ο Μπάµπης, καλός φίλος από τα Γιάννενα, που κατεβαίνει κάθε Σαββατοκύριακο στο Γαναδιό για κυνήγι και παρέα. «Μην περιµένετε πολλά εδώ… πρόχειρα πράγµατα». Και να τα κοκορέτσια, τα ψητά, η φάβα, το τυράκι, ενώ στο τσουκάλι ετοιµάζεται η κοτόσουπα για το βράδυ... Ο Βασίλης µάς δείχνει φωτογραφίες από τα λεγόµενα «Ζιαφέτια», τα ονοµαστά τραπεζώµατα, τα γλέντια της περιοχής. Ευκαιρία δεν χάνουν οι Μαστοροχωρίτες να οργανώσουν γλέντι και χορό. Μια τέτοια αφορµή είναι και τα «Σουµπέκια» – καρύδια περασµένα σε σχοινί, που βαφτίζονται στο µούστο και καταναλώνονται µε άφθονο τσίπουρο και ηπειρώτικα τραγούδια. Κάθε 26 του Οκτώβρη, ηµεροµηνία που συµπίπτει συνήθως µε τα καζανίσµατα, ετοιµάζονται τα «Σουµπέκια» και οργανώνεται εδώ µεγάλο γλέντι µε παραδοσιακά όργανα.
Με τον Νίκο, τον νεότερο της παρέας, θα κάνουµε τη βόλτα µας στο χωριό, που είναι στ΄ αλήθεια κουκλίστικο.
Οι Γαναδιώτες ήταν πλουσιότεροι και απολάµβαναν προνόµια επί Τουρκοκρατίας γι’ αυτό και τα σπίτια, που τα περισσότερα ξεκινούν να χτίζονται ήδη από το 1800, είναι ακόµη πιο εντυπωσιακά. ∆ιώροφα, µεσοαστικά, µε κατώι και στάβλο παλαιότερα, χτίζονταν µε λαξευτή µαύρη πέτρα, πλακόστρωτες σκεπές και περίτεχνα αγκωνάρια. Καθώς είναι φρουριακής αρχιτεκτονικής, θα δείτε ψηλά να διατηρούνται ακόµη τα πυροβολεία τους ενώ στο εσωτερικό τους το βλέµµα κλέβουν τα πολύχρωµα ξύλινα ταβάνια, οι µεσάντρες και τα ζωγραφιστά µπαούλα. Στην είσοδο του χωριού, υπάρχει ακόµη το κτίριο του Σχολαρχείου, που λειτουργούσε µέχρι το 1928 και είχε την πρώτη στην Ελλάδα µηχανή κινηµατογραφικής προβολής, η οποία εκλάπη από τους Ιταλούς το ’40. Η βόλτα περνά από την εντυπωσιακή εκκλησιά των Ταξιαρχών, τη βρύση «Ντατσαίοι» και τα δύο µικρά τοξωτά γεφυράκια, για να καταλήξει πάλι στην πανέµορφη πλατεία µε τον γιγάντιο πλάτανο. Γυµνός αυτή την εποχή, από την άνοιξη ως το φθινόπωρο όµως µεταµορφώνεται κι αυτός µαζί µε τα χωριά, που ζωντανεύουν, γεµίζοντας µε κόσµο και πολυποίκιλα χρώµατα. Ψηλότερα, το Μοναστήρι µε τα γραφικά πλακόστρωτα και το ναό του Αγίου Αθανασίου µάς χαρίζει άπλετη θέα στις κορυφογραµµές του Σµόλικα.

Στον  Έξαρχο
για λάδι και σαρδέλα…


Επιστροφή στον κεντρικό δρόµο και πορεία δυτική για την Πουρνιά (Σταρίτσιανη) µε το γεφύρι της Μαύρης Πέτρας λίγο πριν από την είσοδο στο χωριό. Στον απόκρηµνο γκρίζο βράχο, δίπλα στο γεφύρι, µια βραχογραφία απεικονίζει τον Παντοκράτορα. Ο ξενώνας της Περιστέρως προσφέρεται για αγνάντεµα στις γύρω πλαγιές. Στην πλατεία του χωριού, την παράσταση κλέβει ένα µαυρόπευκο που ξεπροβάλλει από τη στέγη του ναού των Ταξιαρχών, της κεντρικής εκκλησίας του χωριού. Εδώ κι η προτοµή του Βασίλειου Έξαρχου, ενός φτωχού µπακάλη από την Ήπειρο, που στα τέλη του 1800, τα προϊόντα του παντοπωλείου που διατηρούσε στη συµβολή των οδών Θεµιστοκλέους και Σόλωνος γίνονταν ανάρπαστα! Ο Έξαρχος έµελλε να αναδειχθεί σε σπουδαίο έµπορο των Αθηνών και είναι αυτός που έδωσε το όνοµά του στα σηµερινά Εξάρχεια. Μετά το θάνατό του, δωρίζει στην Πουρνιά, ως κληροδότηµα, ένα µεγάλο χρηµατικό ποσό και ανακηρύσσεται ευεργέτης του χωριού.

«Κουδαρίτικα»,
η γλώσσα της πέτρας


Η Αγία Παρασκευή, που οι ντόπιοι την αποκαλούν µε την παλιά της ονοµασία, Κεράσοβο, είναι ένα από τα µεγαλύτερα και πιο ζωντανά χωριά της περιοχής. Σ’ ένα από τα καφενεία, η τύχη θα µας φέρει κοντά σε έναν παλιό χτίστη, ιδιοκτήτη σήµερα του καφενείου. Εβδοµήντα οκτώ ετών, ο κ. Κώστας Γκουντούλης µαζί µε το φίλο του θα µας µυήσουν στα «κουδαρίτικα», την άγραφη συνθηµατική γλώσσα των µαστόρων της περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο µπορούσαν να µιλάνε µεταξύ τους ελεύθερα χωρίς να τους καταλαβαίνει το αφεντικό. Είχε φυσικά µέσα και τα πιπεράτα της: «Βούζε, ρε, σεισήχθη ο µπαρός στο κούφιο!» κι έπεφτε… σύρµα. «Κούφιο» ήταν το σπίτι, η οικοδοµή, και «µπαρός» ο ιδιοκτήτης της. «Αγκίδα» ήταν η νεαρή ανύπαντρη κοπελιά και «λαγός», ο ελεύθερος άνδρας. «Ντέν’τσκα» ή «µπαρίνα» η παντρεµένη γυναίκα ή η σύζυγος του ιδιοκτήτη: «Ο “µπαρός” κι η “µπαρίνα” ούτε “λάγιο” (καφέ) ούτε τίποτα…» Ρωτάµε να µάθουµε για την τέχνη των µαστόρων: «Σου κάνανε δουλειά πελεκητή. Είχαµε τη φόρµα, εσύ έκοβες, εγώ πελεκούσα, ο άλλος έχτιζε. Για να κόψεις, πρέπει να ’σαι µάστορας στην πέτρα. Ένας καλός πελεκητής βγάζει 10-11 λιθάρια τη µέρα – το πολύ. Ήταν πολλά τα χτισίµατα: αράδα, ανώµαλο, µωσαϊκό, εξάγωνο, τετράγωνο. Το πιο ακριβό ήταν το εξάγωνο. Χτίζαµε 5 µέτρα τη µέρα. Βγάζαµε ένα καλό µεροκάµατο…» Πολλοί από τους κατοίκους εξακολουθούν να ασχολούνται µε την οικοδοµή και λόγω της κρίσης του κλάδου, επιστρέφουν και καταπιάνονται µε µαστορέµατα στο χωριό. Παρέα µε… «µάνο» (ψωµί), «µαυροµάτες» (ελιές), τουρσί, σαρδέλα και «Θόδωρο» (τσίπουρο) θα αποχωριστούµε το Κεράσοβο, που διαθέτει Λαογραφικό Μουσείο και ξενώνα, και αποτελεί αφετηρία για το ορειβατικό µονοπάτι που οδηγεί στη ∆ρακόλιµνη, τα αλπικά λιβάδια και τη µεγάλη κορυφή του Σµόλικα, στα 2.637 µ.

Η ωραία Καστάνιανη


Στην Καστανέα (Καστάνιανη), έναν από τους οµορφότερους οικισµούς των Μαστοροχωρίων, σεργιανάµε στα πλακόστρωτα στενά ανάµεσα στις εκκλησιές, τα γεφύρια, τα τρεχούµενα νερά και τα λιθόχτιστα σπιτάκια µε τις αυλές. Αριστερά, στο έµπα του χωριού, το στενό δροµάκι περνά από τον µεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Νικολάου, που περιστοιχίζεται από τη µεγάλη πλατεία και το παλιό πέτρινο δηµοτικό. ∆ίπλα ακριβώς, το περιποιηµένο καφενείο του Γιώργου και της Γιώτας, δύο νέων, δραστήριων παιδιών που αναπαλαίωσαν το παλιό παραδοσιακό καφεπαντοπωλείο του χωριού. «Εδώ τρώγαµε, εδώ πίναµε, εδώ ψωνίζαµε», θα µας πει η Ευαγγελία, που αγάπησε τον τόπο από τα καλοκαίρια που πέρναγε στο χωριό κι αποφάσισε να ’ρθει να εγκατασταθεί µόνιµα χωρίς να το µετανιώνει καθόλου. «Περνάµε πολύ όµορφα, ήρεµα, χαλαρά…» Και όπως σε όλα τα Μαστοροχώρια, δεν λείπουν κι από δω τα γλέντια και οι γιορτές. Το Πάσχα, το καλοκαίρι, στα «καζάνια» και όχι µόνο. «Έρχονται παιδιά από τα Γιάννενα, και από το τίποτα οργανώνουµε αυτοσχέδια γλέντια σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο. Μεταξύ µας, λίγοι και καλοί. Είναι και αρκετοί κι από το χωριό που ασχολούνται µε τη µουσική, ακόµη και τα µικρά παιδιά παίζουν. Έχουµε τα κλαρίνα, τα ντέφια, τα ακορντεόν, τις κιθάρες µας. Και πολύ ωραίες φωνές». Θα κεραστούµε τσίπουρο µε πεντανόστιµη ηπειρώτικη φέτα και ντοµάτα τουρσί, και θα περιπλανηθούµε στο χωριό µε τις 17 εκκλησιές, τα 4 µονότοξα γεφύρια και τα σπάνια αρχιτεκτονικά στοιχεία. Υπέροχα εσωτερικά σπιτιών µε παλιά κελάρια και περίτεχνα πέτρινα τζάκια µε ανάγλυφα, δείγµατα γραφής σπουδαίων µαστόρων της πέτρας, σώζονται µέχρι σήµερα στην Καστάνιανη. Σε µια σχετικά δυσπρόσιτη τοποθεσία βρίσκεται και ο παλιός αναπαλαιωµένος νερόµυλος του χωριού.

Τα µπουλούκια
που έχτισαν τον κόσµο


∆ιασχίζοντας τη γέφυρα του Σαραντάπορου ποταµού, οδεύουµε βορειοδυτικά προς τα χωριά της κοιλάδας του Γοργοπόταµου στον Γράµµο. Πρώτος σταθµός η Πυρσόγιαννη, κεφαλοχώρι της περιοχής και παλαιότερη έδρα του δήµου Μαστοροχωρίων. Από τη γενέτειρα περιβόητων πετράδων και ξακουστών µαστόρων, οι Πυρσογιαννίτες µάστοροι έχτισαν παλάτια, πύργους, σπίτια, φάρους, εκκλησιές και γέφυρες φτάνοντας µέχρι τα Βαλκάνια, τη Σµύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Αµερική, την Ασία και την Αφρική. Εργάζονταν οµαδικά, οργανωµένοι σε οµάδες, τα λεγόµενα «µπουλούκια». Ο ένας δίδασκε τον άλλον, ο πατέρας το γιο κ.ο.κ. Επικεφαλής ήταν ο πρωτοµάστορας, ο πιο ταλαντούχος, που είχε τη µεγαλύτερη πείρα και είχε καταξιωθεί µέσα από την τέχνη του. Αυτός έκλεινε τις συµφωνίες και είχε ολόκληρη την ευθύνη του έργου. Ήταν και εργολάβος και µηχανικός. Τα ονοµαστά µπουλούκια της Πυρσόγιαννης, µητρόπολης των µαστόρων, ταξιδεύουν σε όλο τον κόσµο... Στον καφενέ του ξενώνα Αρµολόι στην πλατεία, µια γιγάντια φωτογραφία απεικονίζει πετράδες στις αρχές του 1900 να χτίζουν το σιδηροδροµικό σταθµό του Ντιτρόιτ των ΗΠΑ.
«Για να καταλάβετε το µέγεθος της τέχνης τους, συµµετείχανε µέχρι και στο χτίσιµο των γεφυριών του Οριάν Εξπρές!» αφηγούνται οι ντόπιοι.
Η Πυρσόγιαννη είναι χτισµένη ολόκληρη µε διαλεχτές πέτρες και πελεκηµένα αγκωνάρια. Χρειάζεται να σκύψεις στοργικά σε κάθε σκαλιστή πέτρα, κτητορική επιγραφή και τοιχοποιία για να διαπιστώσεις το µεράκι και τη γνώση της δουλειάς των µαστόρων. Από την «Κόκα Καρυά», την όµορφη πλατεία του χωριού µε τη βρύση, τα δύο καφενεδάκια και το γερο-πλάτανο, ανηφορίζουµε προς την εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου µε το διπλό καµπαναριό. Οι στέγες από ψηλά, όπως διαγράφονται στο φως του ήλιου που δύει, µοιάζουν µε αρχιτεκτονικό ποίηµα. Παλιότερος ναός του χωριού είναι ο Άγιος Νικόλαος (1772) µια τρίκλιτη βασιλική µε πυργοειδές καµπαναριό, περιστύλιο και χαγιάτι, που προσφέρει άπλετη θέα στην κοιλάδα του Σαραντάπορου. Στην Πυρσόγιαννη λειτουργεί και το Εθνολογικό Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων, που είναι αφιερωµένο στην τέχνη των κτιστάδων, στην πέτρα και τα µυστικά της.
 


Στη Βούρµπιανη
των καλοφαγάδων


Στη Βούρµπιανη, στο εστιατόριο του οµώνυµου ξενώνα, θα δοκιµάσουµε µαγειρευτό ζαρκάδι από τα χεράκια της Βιολέτας, που φηµολογείται πως είναι µία από τις καλύτερες µαγείρισσες τη περιοχής. Λαχανόπιτα, τυρόπιτα και άλλες ηπειρώτικες πίτες µε χειροποίητο φύλλο, «τσουρβί» –κουνέλι καρυδάτο µε σκορδαλιά–, κυνήγια, αρνί γάστρας και «κλωστό» –γλυκό µε καρύδι και φύλλο– είναι µερικές από τις παραδοσιακές σπεσιαλιτέ του µαγαζιού. «Ποτέ δεν µαγειρεύω ξεχωριστά, ό,τι βγάζει η κατσαρόλα, θα φάµε κι εµείς, θα φάει κι ο κόσµος… Τις πατάτες και τα κηπευτικά τα καλλιεργούµε εµείς, τα κρέατα είναι από δω, από ντόπιους». Τόσο αγνά και σπιτικά. ∆εν είναι τυχαίο ότι µεγάλες παρέες κατεβαίνουν από Θεσσαλονίκη αποκλειστικά για το φαγητό τους. Στη Βούρµπιανη, µε το παλιό σχολαρχείο και τις 15 εκκλησιές, σώζονται αξιόλογες εικόνες Χιοναδιτών ζωγράφων, από τους Χιονάδες της Κόνιτσας, που φυλάσσονται στο ναό της Κοιµήσεως της Θεοτόκου, στο κέντρο του χωριού. Βλέπετε δεν ήταν µόνο οι πετράδες ονοµαστοί τεχνίτες της περιοχής. Μαραγκοί από τη γειτονική Οξυά (Σέλτση) και το Ασηµοχώρι (Λεσκάτσι) κατασκεύασαν τα υπέροχα ξύλινα ταβάνια, λαϊκοί ζωγράφοι και αγιογράφοι απ’ τους Χιονάδες διακόσµησαν τα εσωτερικά των ναών και των σπιτιών, και «ταλιαδόροι» (ξυλογλύπτες) απ’ τον Γοργοπόταµο φιλοτέχνησαν σκαλιστά έργα –κυρίως τέµπλα– στις γύρω περιοχές και στα Βαλκάνια.

Οι ακρίτες του Γράµµου


Το Ασηµοχώρι (Λεσκάτσι) προβάλλει πολύχρωµο στην αντικρινή πλαγιά. Παντέρηµο ετούτη την εποχή, στη µικρή όµορφη πλατεία ξεχωρίζει το παλιό σχολείο και το γραφικό καφενεδάκι-παντοπωλείο. Ο δρόµος για τους Χιονιάδες είναι γεµάτος …χιόνι (!), που δεν θα µας επιτρέψει την ανάβαση στα 1.120 µ. υψόµετρο όπου στέκει το χωριό. Θα το αγναντέψουµε από µακριά να απλώνεται µικρό και πανέµορφο µε κατάλευκες τις στέγες του από το χιόνι. ∆υο µαχαλάδες κι ανάµεσά τους η εκκλησιά του Αγίου Αθανασίου, ένα πέτρινο γεφύρι και µικρά καταρρακτάκια είναι µερικά από τα αξιοθέατα του χωριού µε τους ελάχιστους εναποµείναντες κατοίκους, στα σύνορα σχεδόν µε την Αλβανία.
Στο Πληκάτι όλοι είναι έτοιµοι για τη µεγάλη γιορτή. Στις 16 Φλεβάρη η εικόνα της Παναγιάς Πληκαδίτισσας περιφέρεται στο χωριό. Στα τρία καφενεδάκια του χωριού, τα ταψιά είναι ήδη στις «µασίνες» –ξυλόσοµπες που χρησιµεύουν και ως φούρνοι– προκειµένου να εξυπηρετήσουν τον άφθονο κόσµο που θα ανέβει ως εδώ. Από τα αξιοθέατα του χωριού, µε τα όµορφα παραδοσιακά σπίτια και τη θέα στις χιονισµένες βουνοκορφές του Γράµµου, ο ναός του Αγίου Αθανασίου (17ος αι.) µε το ξυλόγλυπτο παλιό τέµπλο και το περίτεχνο ταβάνι µε τον Παντοκράτορα. ∆ίπλα στο Πληκάτι, σε πανέµορφη τοποθεσία στην καρδιά του δάσους, το «Αγριολούλουδο του Γράµµου» προσφέρεται για διαµονή στα 1.350 µ. υψόµετρο και ορειβατικές εξορµήσεις στις δασωµένες πλαγιές, τα λιβάδια, τις λιµνούλες και τις µεγάλες κορυφές της αγέρωχης οροσειράς. Από το Πληκάτι, άλλωστε, θαρρείς πως ο Γράµµος χαµηλώνει…
Επιστρέφοντας στον κεντρικό δρόµο και συνεχίζοντας βόρεια κι ανατολικά, προς την αντίθετη κατεύθυνση, διασχίζουµε το πέτρινο γεφύρι της Ζέρµας για να προσεγγίσουµε τη ∆ροσοπηγή (Κάντσικο). Ο τελευταίος µας προορισµός αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και πιο καλοδιατηρηµένα χωριά και µοιάζει να πρωτοστατεί σε κινηµατογραφικό σκηνικό. Η µεγάλη πλακόστρωτη πλατεία είναι χτισµένη σε δύο επίπεδα. Γύρω της ο πλάτανος, η θολωτή πετρόχτιστη βρύση, τα παραδοσιακά και προσεγµένα καφεµεζεδοπωλεία-καφεπαντοπωλεία και στο κέντρο ο µεγαλοπρεπής ναός της Αγίας Παρασκευής µε το διπλό καµπαναριό, που χτίστηκε το 1930 από τους µαστόρους του χωριού. Λίγο πριν από την είσοδο στον οικισµό, το ξωκλήσι της Παναγιάς κεντρίζει το βλέµµα µε τις πρωτότυπες ζωγραφιστές αναπαραστάσεις, έργα ξεχωριστά Χιοναδιτών αγιογράφων.
Κι ενώ η υπεύθυνη από την τοπική αυτοδιοίκηση επιχείρησε να µας αποτρέψει να επισκεφθούµε την περιοχή τη συγκεκριµένη εποχή, που τα χωριά ερηµώνουν, αυτήν ακριβώς την περίοδο είναι που θα έρθεις σε επαφή µε ό,τι πιο αγνό και αυθεντικό έχεις να αντικρίσεις στην Ελλάδα. Τα χωριά αυτά άλλωστε δεν απευθύνονται σε «τουρίστες» αλλά σε ανθρώπους που θα σεβαστούν τον ιδρώτα, το ήθος, την παράδοση, θα µυηθούν στις µουσικές, τις µνήµες, τις ιστορίες – όλη αυτή την παρακαταθήκη... Και όταν η παγωνιά επιµένει, θα µαζευόµαστε γύρω απ’ την ξυλόσοµπα ή το τζάκι – πραγµατική εστία, να µας γεµίζει όλους ζεστασιά και θαλπωρή... ∅

Χάρτης