Σπήλαιο Αγγίτη - Στα άδυτα του υπόγειου ποταµού
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)
Κείμενο - Φωτογραφίες: Γιάννης Αθανασόπουλος

Ο Αγγίτης είναι ένα από τα οµορφότερα και µεγαλύτερα σπήλαια της Ελλάδας και του κόσµου γενικότερα. Ένας ενεργός καρστικός αγωγός µε τεράστιες αίθουσες και εντυπωσιακό διάκοσµο αποτελεί σίγουρα το επίκεντρο της προσοχής κάθε σπηλαιολόγου και όχι µόνο. Κάθε άνθρωπος που σέβεται και θαυµάζει τη φύση, θα ήθελε να βρεθεί µπροστά σε αυτό το σπάνιο µεγαλείο της, να το νιώσει, να το βιώσει κατανοώντας πώς µπορεί να είναι ένας υπόγειος ποταµός.    

Για χρόνια είχε γίνει το αντικείµενο των συζητήσεών µας στον σπηλαιολογικό σύλλογο Ναυπλίου. Μία αποστολή, µετά από πολλές αναβολές, είχε φτάσει η στιγµή να πραγµατοποιηθεί. Ο καιρός είχε ωριµάσει. Αναµονή λίγο καιρό ακόµα για να πέσει η στάθµη του νερού, κάτι απαραίτητο για την προσπέλαση των στενών σηµείων του σπηλαίου (σιφονιών), αφού ο στόχος µας ήταν να µπούµε µέχρι τα 6 χιλιόµετρα βάθος, στο σηµείο που δυο υπόγεια ποτάµια ενώνονται σε ένα.

Ο υπόγειος ποταµός και το σπήλαιο του Μααρά ή Αγγίτη βρίσκεται στο µικρό οµώνυµο χωριό, στους πρόποδες του όρους Φαλακρό, πολύ κοντά στην κωµόπολη της Προσοτσάνης και 23 χλµ. βορειοδυτικά της ∆ράµας. Εκεί βρίσκονται οι πηγές του ποταµού Αγγίτη, όπου το νερό εκβάλλει από το βουνό, για να διανύσει άλλα 70 περίπου χιλιόµετρα, µέχρι να ενωθεί µε τον Στρυµόνα. Το µήκος του υπόγειου ποταµού υπολογίζεται περίπου 20 χλµ. και είναι το µεγαλύτερο ποτάµιο σπήλαιο που έχει πρόσβαση ο άνθρωπος στην Ελλάδα και τα Bαλκάνια.

Η φύση σε προϊδεάζει για την οµορφιά του σπηλαίου ήδη από τον έξω περιβάλλοντα χώρο. Το τοπίο είναι πραγµατικά µαγευτικό, πλούσια βλάστηση από πλατάνια, λεύκες και ιτιές πάντα σε αρµονία µε τους ήχους του ποταµού και των πουλιών, όµορφα µαγαζάκια και εστιατόρια µε κυρίαρχο στοιχείο τον ποταµό Αγγίτη που µόλις έχει τελειώσει το υπόγειο ταξίδι του.

Το εντυπωσιακό τοξωτό άνοιγµα στον βράχο, όπου ο ποταµός συναντά για πρώτη φορά το φως του ήλιου, είναι η φυσική είσοδος του σπηλαίου. Μετά την τουριστική εκµετάλλευσή του από το 2000 έως σήµερα, έχει διανοιχθεί άλλη, τεχνητή είσοδος λίγα µέτρα πιο µακριά από τη φυσική, όπου µέσω µιας στοάς οδηγεί τον επισκέπτη στην πρώτη αίθουσα του σπηλαίου.

Φτάνοντας στην Προσοτσάνη,, µας περίµενε ο Νίκος ∆ιάφας, ηλεκτρολόγος και ξεναγός του σπηλαίου, παρών σε κάθε αποστολή. ∆ιανυκτερεύσαµε στις όχθες του Αγγίτη και ξηµερώµατα κιόλας ξεκίνησαν οι ετοιµασίες του σπηλαιολογικού και φωτογραφικού εξοπλισµού.

Με αφετηρία την είσοδο του σπηλαίου, διασχίσαµε την τουριστική διαδροµή, που έχει βάθος 500 µέτρα και κινείται αντίθετα στη ροή του ποταµού. Στο πρώτο αυτό τµήµα του, η οροφή είναι γεµάτη µε εντυπωσιακούς λευκούς και κόκκινους σταλακτίτες διαφόρων µορφών. Λόγω της ροής του νερού, οι σταλαγµίτες είναι περιορισµένοι. Η διαδροµή τελειώνει λίγο πριν το πρώτο σιφώνι. Είναι ένα στενό σηµείο µε χαµηλό ύψος οροφής, το οποίο µε την άνοδο των νερών είναι πιθανό να καλυφθεί και να κλείσει την έξοδο. Τα σιφώνια είναι τα πιο επικίνδυνα τµήµατα των σπηλαίων, αφού µια ξαφνική νεροποντή µπορεί να ανεβάσει τη στάθµη του ποταµού και να σε εγκλωβίσει µέσα σε αυτά.

Είναι η ώρα να περάσουµε το πρώτο σιφώνι µήκους 10 περίπου µέτρων και πλάτους 1-2 µέτρα. Οι καταδυτικές στολές είναι αναγκαίες, καθώς το νερό είναι σε αρκετά χαµηλή θερµοκρασία. Όλος ο εξοπλισµός πρέπει να στεγανοποιηθεί, για να περάσει µε ασφάλεια στην άλλη πλευρά. Συνηθισµένο φαινόµενο σε σπηλαιολογικές αποστολές, γι’ αυτό και υπάρχουν όλες οι κατάλληλες στεγανές συσκευασίες για την ασφαλή µεταφορά του. Σίγουρα όµως κάθε φορά είναι µία πρώτη φορά. Αφού περάσαµε το πρώτο σιφώνι µπροστά µας ανοιγόταν αγωγός 100 µέτρων µε πλάτος 20 και 10 µέτρα ύψος. Μοιραστήκαµε το βάρος και συνεχίσαµε το υπόγειο ταξίδι στα άδυτα του ποταµού Αγγίτη. Κάθε βήµα µας και ένα προσκύνηµα στο υπέροχο αυτό ενεργό µνηµείο της φύσης. Στο τέλος του αγωγού, για 10 περίπου µέτρα, συναντήσαµε στενό σηµείο, όπου η ροή του νερού γινόταν εντονότερη, δυσκολεύοντας την προσπέλαση. Το σπήλαιο συνεχίζει για περισσότερο από 500 µέτρα. Η οροφή και τα  πλαϊνά τοιχώµατα είναι γεµάτα µε σταλαγµιτικό υλικό, προσφέροντας χρώµατα και υπέροχες εικόνες καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας µας.

Η διαδροµή µας οδηγεί στην πρώτη τεράστια αίθουσα του σπηλαίου, που βρίσκεται περίπου στα 1200 µέτρα από την είσοδο, την αίθουσα της Ακρόπολης, όπως την ονόµασαν οι πρώτοι εξερευνητές. Εδώ στο παρελθόν συνέβη µια µεγάλη κατακρήµνιση. Πάνω και γύρω απ' αυτήν έχει δηµιουργηθεί πλούσιος διάκοσµος αρκετών µέτρων, που µας χαρίζει ένα πραγµατικό  υπερθέαµα. Τα κατάλληλα φωτιστικά µέσα αποτελούν βασική προϋπόθεση, προκειµένου να αντιληφθεί κανείς το πραγµατικό µέγεθος της αίθουσας, που είναι ίσως η µεγαλύτερη εξερευνηµένη ως σήµερα στην Ελλάδα.

Αφού σταθήκαµε για λίγο στην «Ακρόπολη» µε τον υπέροχο και µεγαλειώδη διάκοσµο, συνεχίσαµε για το υπόλοιπο σπήλαιο κατευθυνόµενοι σε µεγάλο, παρόµοιο µε τον προηγούµενο αγωγό, µέχρι τα 2.700 µέτρα. Εδώ για να συνεχίσουµε έπρεπε να περάσουµε ένα ακόµα αρκετά χαµηλό σιφώνι µήκους 20 µέτρων. Περπατώντας για εκατοντάδες µέτρα µέσα στον υπόγειο ποταµό, το τοπίο συνεχώς αλλάζει. Άλλοτε περπατάς µέσα από το νερό και κόντρα σε αυτό και άλλοτε στις όχθες του που είναι από άµµο. Άλλοτε παρουσιάζονταν µπροστά µας αίθουσες µεγάλων διαστάσεων, που σε κάποια σηµεία στένευαν αρκετά, ενώ τµήµατα µε σταλαγµιτικό διάκοσµο εναλλάσσονταν µε κοφτερούς βράχους. Όλες αυτές οι εναλλαγές  το καθιστούν ως ένα σπουδαίο γεωλογικό φαινόµενο τόσο για την επιστηµονική όσο και για την αθλητική σπηλαιολογία.

Έχουµε φτάσει στα 4.300 µέτρα, κι αφού περάσουµε άλλο ένα στενό σιφώνι, κατευθυνόµαστε προς τον τελικό προορισµό της αποστολής µας που είναι τα 6.000 µέτρα, το λεγόµενο «Σταυροδρόµι», όπως ορθά ονοµατίστηκε από τούς παλαιότερους. Τεράστιες πανύψηλες αίθουσες πραγµατικά εντυπωσιακές προκαλούν δέος και θαυµασµό σε όποιον στέκεται µπροστά τους. ∆ηµιουργήµατα χιλιάδων ετών, που έπλασε η φύση µε πρώτη ύλη το νερό.

Είναι πραγµατικά εντυπωσιακό να βρίσκεσαι σε βάθος 6 χιλιοµέτρων, στο σηµείο που ενώνονται οι δύο ποταµοί. Η δεξιά κοίτη µετά από 300 µέτρα παρουσιάζει σιφώνι, το οποίο έχει µήκος 12 µέτρα και βάθος 7 µέτρα, κάτι που κάνει απαραίτητο τον καταδυτικό εξοπλισµό για την προσπέλασή του. Η αριστερή, η οποία φέρνει και το περισσότερο νερό, συνεχίζει µέχρι και τα 7.800 µέτρα µε πολλές κατακρηµνίσεις καταλήγοντας και αυτή σε σιφώνι. Οι περισσότερες σπηλαιολογικές αποστολές σήµερα έχουν επικεντρωθεί σε αυτά τα σιφώνια. 

Φωτογράφιση 

Η φωτογράφιση τέτοιων σπηλαίων απαιτεί τη συνεργασία πολλών ατόµων, τόσο για τη µεταφορά του εξοπλισµού σε στεγανά κουτιά, όσο και για τον φωτισµό µεγάλων αιθουσών ή καρστικών αγωγών µεγάλου µήκους. Πριν από κάθε φωτογραφία µαζευόµασταν και ρίχναµε τα σχέδια για το πώς και που πρέπει να φωτίσουµε το θέµα µας. Οι πιο τολµηροί σκαρφάλωναν στα ψηλότερα επίπεδα των αιθουσών αντιµετωπίζοντας τους απόκρηµνους σταλαγµίτες, κατακρηµνίσεις, πολλές φορές επικίνδυνα γλιστερά ή ακόµα και ασταθή βράχια. Ο αντίλαλος και ο ήχος του νερού καθιστούσαν αδύνατη την συνεννόηση µεταξύ µας. Το µόνο που µπορούσε να µας συντονίσει, όταν οι αποστάσεις ήταν µεγάλες, ήταν το φως των φλάς και δυνατά συνθήµατα που είχαµε συνεννοηθεί από πριν.

Για την φωτογράφιση µεγάλων αιθουσών ήταν απαραίτητη η αναζήτηση µεγάλων φωτιστικών πηγών τις οποίες και διαθέταµε. Πανύψηλοι σταλακτίτες µέχρι και 20 µέτρα ύψος, σταλαγµίτες, παραπετάσµατα και µεγάλες κατακρηµνίσεις καταστόλιστες από σπηλαιολογικό διάκοσµο κάθε χρωµατισµού σε γιγάντιες γαλαρίες όπως η «Ακρόπολη», η «Αψίδα» και τα «Φαντάσµατα» δεν είχαν ποτέ φωτογραφηθεί µέχρι τότε (και ως σήµερα) µε επαρκή φωτισµό.

Η επιστροφή µας πήρε πάνω από 5 ώρες. Τα τµήµατα που είχαµε σχεδιάσει για φωτογράφιση φυσικά δεν τα προλάβαµε όλα κι αυτός ήταν ένας ωραίος λόγος να ξαναπάµε! Το σπήλαιο του Αγγίτη είναι πραγµατικά ένας θησαυρός για όσους αγαπούν την περιπέτεια και τα σπάνια γεωλογικά φαινόµενα. Κρύβει µια απερίγραπτη οµορφιά που θα χρειαζόσουν µέρες ολόκληρες για να τη φωτογραφίσεις όλη. Βγήκαµε, όταν είχε ήδη νυχτώσει, από την φυσική είσοδο του σπηλαίου κι ενώ κάποια µέρη του σώµατός µας ζητούσαν ξεκούραση και φαγητό, κάποια άλλα βρισκόταν ακόµα στις πανέµορφες αίθουσες του υπόγειου ποταµού. 

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:

    Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως σηµαντικά παλαιολιθικά και παλαιοντολογικά ευρήµατα, τα οποία βρίσκονται στο αρχαιολογικό µουσείο της ∆ράµας.  Η ανθρώπινη παρουσία στον χώρο εντός του σπηλαίου είναι γνωστή ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους µε ευρήµατα χρονολογηµένα την 4ή π.Χ. χιλιετία. Μέσα στο σπήλαιο φιλοξενούνται ευκαιριακά ή ζουν µόνιµα 37 είδη ζώων, κυρίως µικρο-πανίδα, εκ των οποίων έξι είδη έγιναν για πρώτη φορά γνωστά στη διεθνή επιστηµονική κοινότητα.

    Την άνοιξη, µε το λιώσιµο των χιονιών, το σπήλαιο τροφοδοτείται µε τεράστιους όγκους νερού, µε αποτέλεσµα να ανεβαίνει κατά πολύ η στάθµη του, οπότε παραµένει κλειστό τόσο για τις σπηλαιολογικές αποστολές όσο και για το κοινό. Πάρα πολλές σπηλαιολογικές αποστολές έχουν πραγµατοποιηθεί τόσο από ελληνικούς αλλά και ξένους σπηλαιολογικούς συλλόγους για την προσπάθεια της εξερεύνησής του σπάνιου αυτού µνηµείου. Η αρχή έγινε το 1958 και την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρία χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσµατα, αφού το πρώτο σιφώνι εµπόδισε την διέλευση στα βαθύτερα σηµεία του σπηλαίου. 

    Οι επόµενες αποστολές θα ξεκινήσουν στην δεκαετία του 70 από τον Γαλλικό σπηλαιολογικό σύλλογο ERIS και θα συνεχίσουν για χρόνια µε πολλές συµµέτοχές Ελλήνων και ξένων σπηλαιολόγων. Σήµερα έχουν χαρτογραφηθεί και εξερευνηθεί πάνω από 12 χιλιόµετρα διαδροµών.