Φτέρη - Βλασία Στην άγνωστη ορεινή Αχαΐα
5.0/5 κατάταξη (11 ψήφοι)
κείμενο: Αλεξία Τούλιο | φωτογραφίες: Αλεξία Τούλιου, Νίκος Υφαντής

Πώς µπορεί κανείς να εκτιµήσει το φθινόπωρο αν δεν του ταιριάξει µια βόλτα στα ορεινά; Σε τόπους που άθελά του γίνονται κοµµάτι της µετάβασης, καθώς η φύση γενναιόδωρα αποκαλύπτει στην παλέτα της όλη την οµορφιά της φθοράς. Σε χωριά και κατοίκους που κάποτε θυσιάστηκαν για την ελευθερία της χώρας...

Στα χωριά της Φτέρης

Με προορισµό τη Φτέρη Αιγιαλείας, πριν ακόµη χαράξει για τα καλά, προσπερνάµε Σελινούντα και Αχλαδιά. Όσο ανηφορίζουµε σε φιδίσιο δρόµο, σχεδόν σε κάθε στροφή ξεφυτρώνει ένας ή δύο κυνηγοί. Με το βλέµµα προσηλωµένο στη γη δεν ταράζονται από την παρουσία µας. Στο νου µου σκηνή από την «Πόλη των αγγέλων» λες και µεµιάς αψηφώντας τους νόµους της φύσης θα βρεθούν καταγής, αιφνιδιάζοντας και υπερνικώντας το θήραµά τους. Και είναι η στολή δηλωτικό της ιδιότητάς τους, αλλιώς θα έβλεπα µόνο φύλακες, προστάτες µιας περιοχής που δεινοπάθησε κάποτε στα χέρια των κατακτητών.
Η οικονοµία του τόπου στηρίζεται ως επί το πλείστον στην κτηνοτροφία και τα αµπέλια, ενώ η σταφίδα είναι ευρέως γνωστή. Παρακολουθώντας την να ωριµάζει κάτω από το πανί και σαν παιδί της πόλης αναρωτιέµαι γιατί δεν µπορώ να διδαχτώ από τη σοφία της γης, αφού δεν κατέχω την αρετή της υποµονής, την οποία θαυµάζω στους χωρικούς.
Μια στάση στον Άγιο Βλάσιο την ώρα που σκάει ο ήλιος και γραµµή για Φτέρη. Τόπος µαρτυρίου αφού µαζί µε τους Ραγούς και την Κερπινή κάηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Γερµανούς.
Σε υψόµετρο 1.105 µ., ανατολικά του όρους Κλωκός ή Κερύνεια, µας υποδέχεται ο οικισµός της Φτέρης. Η πρώτη µου εικόνα είναι καθαρά υδάτινη. Σε µια χαρακτηριστικά παραδοσιακή κρήνη, το νερό τρέχει άφθονο όλο το χρόνο. Τα άλλοτε αρχοντικά πετρόκτιστα κτίρια µε το χαγιάτι δεν υπάρχουν πια, παρά µόνο υπολείµµατα όπου συνενώθηκαν στο χρόνο µε νεότερα υλικά δόµησης. Το µόνο σωζόµενο, σχεδόν στο ακέραιο, πέτρινο κτίσµα είναι το σχολείο, λίγα µέτρα κάτω από το δρόµο.
∆υο βήµατα κι έχεις φτάσει στο κέντρο του χωριού. Κάτι το κρύο και η έλλειψη καφεΐνης κάτι η θετική αύρα της σερβιτόρας, απόλαυσα τον καλύτερο καφέ της ζωής µου στο κεντρικό καφενείο-εστιατόριο, στο οποίο µπορεί κανείς να θαυµάσει κι ένα µικρό διαµαντάκι: έναν χάρτη της Ελλάδας του 1884.
Μπροστά µου η εκκλησιά, η Κοίµηση της Θεοτόκου, πίσω µου η υπερυψωµένη πλατεία µε τους αγέρωχους πλάτανους, και δίπλα µου ένας παππούς. ∆εν υπάρχει καλύτερος τρόπος να µάθεις την ιστορία ενός τόπου απ’ το να εκµαιεύεις πληροφορίες από έναν ντόπιο. Είναι αυτό που λέµε «από πρώτο χέρι». Του ζήτησα λοιπόν να µου επιβεβαιώσει την εκδοχή πώς τη 17η ∆εκεµβρίου 1943, ένα µουλάρι, λεία των Γερµανών από το ολοκαύτωµα των Καλαβρύτων, ξεστράτισε όταν πυκνή οµίχλη είχε καλύψει τα πάντα, κι ένας στρατιώτης στην προσπάθειά του να το επιστρέψει, από τη ράχη του είδε τη Φτέρη, µε αποτέλεσµα να επιστρέψουν να την κάψουν κι αυτή. Εξάλλου µαρτυρίες θέλουν τους Γερµανούς να κινούνται από το δρόµο του Αιγίου και όχι των Καλαβρύτων. Ισοπεδωτικός, το δίχως άλλο, γκρέµισε το αγγελοπουλικό σκηνικό που είχα στο µυαλό µου. «Μην τ’ ακούτε αυτά, είναι παραµύθια. Ήδη µέρος της Φτέρης είχε καεί το ‘42 από τους Ιταλούς και ήταν σηµειωµένη και στο χάρτη των Γερµανών. Γνώριζαν και για το αντάρτικο που είχε στηθεί στο ξενοδοχείο του Φραγκόπουλου. Έκαψαν και σκότωσαν. Μόνο το ξωκλήσι του Αϊ-Γιώργη έµεινε όρθιο».
Το χωριό γονάτισε ακόµα µία φορά από τις φωτιές του 2007 και οφείλει πολλά στο φιλοδασικό σύλλογο που στέκει ακόµα και σήµερα αρωγός για την ανάπτυξή του.
Πέρα από τουριστικά θέρετρα, η Φτέρη αλλά και η Βλασία φηµίζονται διεθνώς για το ιδανικό του κλίµατος. Λέγεται ότι ακόµη και η πριγκίπισσα της Αυστρίας Σίσσυ επισκέφτηκε την πρώτη για την αποθεραπεία της.

Πλατανιώτισσα

Επόµενος σταθµός το χωριό Πλατανιώτισσα Καλαβρύτων. Αν και σήµερα λειτουργεί ως αναψυκτήριο, ο παλιός νερόµυλος της εκκλησίας Μεταµόρφωσης του Σωτήρος διατηρείται σε άριστη κατάσταση στις όχθες του ποταµού Κερυνίτη. Μα το θαυµαστό είναι ο φυσικός ιερός ναός που σχηµατίζεται µέσα στην κουφάλα τριών ενωµένων πλάτανων µε ύψος απαγορευτικό για φυσικό φωτισµό, ενώ ίσα που χωράει 15 πιστούς.
Ένα όραµα στις αρχές του 4ου αιώνα έφερε στο µέρος εκείνο δύο νεαρούς απ’ τη Θεσσαλονίκη, τον Συµεών και τον Θεόδωρο, για να ανακαλύψουν την εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου µε τη βοήθεια του Αποστόλου Λουκά. Ωστόσο αποκαµωµένοι κοιµήθηκαν κάτω απ’ τα πλατάνια, που τότε ως εκ θαύµατος συνενώθηκαν σε ένα υποδηλώνοντας την τρισυπόστατη φύση του Θεού, και στο εσωτερικό του κορµού αποτυπώθηκε το ακριβές αντίτυπο της Παναγιάς της Μεγαλοσπηλιώτισσας, το οποίο παραµένει αναλλοίωτο έως σήµερα. Στέκοµαι κάτω απ’ το άσβεστο καντήλι να την κοιτώ µε δέος και ξεγλιστρώντας τα δάχτυλά µου στις κοιλότητες των δέντρων προχωρώ στο εσωτερικό. Πόσο αγνή φαντάζω κι εγώ υπό τη φλόγα των κεριών.
Ένα τσιγάρο στο πέτρινο γεφυράκι καθώς χαζεύω τον ποταµό, που απ’ τη βροχή έχει πια πάρει το χρώµα καραµέλας γάλακτος, αναπολώ παιδικές εµπειρίες και σκέφτοµαι πως τελικά «τα πάντα ρει», µα ευτυχώς σε σταθερές παραµέτρους, στο πιο γλυκό µονοπάτι που λέγεται ζωή.

Μονή
Μακελλαριάς

Με στόχο πάντα τον ορεινό όγκο του Ερύµανθου, συναντάµε ιστορικά χωριά όπως τους Πετσακούς, τις Κορφές, το ∆ροσάτο, τη Γουµένισσα, µέχρι που αποφασίζουµε να ξεστρατίσουµε για µία ακόµη συνάντηση µε τον Θεό. Νότια των Λαπαναγών, σ’ ένα γυµνό βράχο, βρίσκεται η Μονή της Μακελλαριάς, προσωνύµιο που πήρε από το µακελειό που προκάλεσαν οι Τούρκοι όταν έβαψαν µε αίµα τα κελιά των µοναχών. Αφιερωµένη στην Παναγία τη Λιθαριώτισσα µε τη θαυµατουργή εικόνα, άρχισε να λειτουργεί εκ νέου εδώ και τρία χρόνια. Ο επισκέπτης µπορεί να δει το κιούπι µε το θαυµατουργό λάδι, που φυλάσσεται στο ναό, και παράλληλα να γευτεί αγνά προϊόντα από την έκθεση της µονής. Αντιλαµβάνεσαι µια διαφορά αίσθησης καθώς το εξωτερικό φαντάζει απόκοσµα θεϊκό, ενώ µέσα στον περίβολο µε τη φροντίδα των δύο µοναζούσων όλα γίνονται πιο οικεία, ανθρώπινα. Και ζήλεψα πολύ την εικόνα ενός ατρόµητου παπά πάνω στα κεραµίδια, παραδοµένου στον αγέρα να ατενίζει την πλάση κάπου εκεί, στην κόψη µεταξύ θείου και θνητού.
Επιστροφή στο δρόµο και µικρή στάση στο Κρυονέρι, όνοµα και πράγµα, αφού νερά αναβλύζουν από πηγές στην κεντρική πλατεία. Στο καφενεδάκι Ασάνι, παλιά ονοµασία του χωριού, οι θαµώνες συζητούν και φιλοσοφούν. Άνθρωποι χαρούµενοι, µε αγάπη για τον τόπο τους, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από υποδοµές. Η Αγία Παρασκευή προστάτιδα υψώνεται επιβλητικά κατηφορικά του δρόµου που καταλήγει στο Μάνεσι, εξίσου µεγάλο χωριό, δικαίως περήφανο για τον Αϊ-Γιώργη του.

Βλασία - στις πλαγιές
του Ερύµανθου

Λίγο πριν από τη Βλασία, η Μονή του Αγίου Νικολάου. Χαρακτηριστικός, ως σύγχρονη µεν παρέµβαση, ο πορφυρός τρούλος, που όµως έτσι µατωµένος υπενθυµίζει και τη συµµετοχή της µονής στον εµφύλιο.
Στις πλαγιές του Ερύµανθου, αµφιθεατρικά χτισµένα σ’ ένα τοπίο µε περίσσεια φυσική οµορφιά και αγκαλιασµένα από πυκνό ελατόδασος, σε θόλο βαθυπράσινο, τα χωριά Άνω και Κάτω Βλασία. Η εξαιρετική αισθητική των πετρόκτιστων αρχοντικών, το ιδανικό κλίµα, η γεωγραφική θέση σε µικρή ακτίνα από άλλους προορισµούς, όπως το Αρχαίο Λεόντιο, τα Καλάβρυτα κ.ά., είναι κάποιοι από τους λόγους που τα δύο χωριά προσελκύουν τουρισµό όλο το χρόνο.
Κόσµηµα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της Άνω Βλασίας και το ξενοδοχείο «Μικρή Αρχόντισσα», που σου εξασφαλίζει άνετη και πολυτελή διαµονή, πλούσιο πρωινό και εξαιρετικής ποιότητας φαγητό. Και είχαµε τη χαρά να γνωρίσουµε έναν ιδιαίτερα επικοινωνιακό και γλυκό άνθρωπο, την υπεύθυνη του ξενοδοχείου, κυρία Έλενα Κορδώση, η οποία µας µίλησε µε αγάπη για τις οµορφιές του τόπου αλλά και για τα προβλήµατά του.
Αρχόντισσα κι εγώ, µε τέτοια θέα, βολτάρω πάνω κάτω στο µπαλκονάκι µου, ακολουθώντας την κορυφογραµµή του Ερύµανθου. Αχ πόσο θα ’θελα να ξεδιπλώσω τις άγριες πτυχές του, να συναντήσω την Άρτεµη ζωσµένη τη φαρέτρα, τον Ηρακλή να κυνηγάει τον κάπρο, να χαϊδέψω τα πέταλα και των 32 ειδών άγριας ορχιδέας, να ευφρανθώ µε τη µυρωδιά της ρίγανης και του καλύτερου ίσως τσαγιού που υπάρχει.
Βραδάκι και µια βόλτα στην Κάτω Βλασία µάς φέρνει σ’ ένα καφενεδάκι-µεζεδοπωλείο που φέρει το όνοµα του χωριού. ∆ιακοσµηµένο µε αντίκες και µε συντροφιά το ρεµπέτικο τραγούδι σε ταξιδεύει νοσταλγικά στο χθες.

Στις όχθες του Σελινούντα

Ξηµερώµατα και τελευταίος σταθµός, µόλις 2,5 χλµ. από το χωριό, οι καταρράκτες του Αγίου Ταξιάρχη. Κατεβαίνοντας στις όχθες του Σελινούντα, τοπίο σκοτεινό, θολερό µα άκρως γοητευτικό. Ο ακαριαίος θάνατος ενός κιτρινισµένου φύλλου παρασύρει το κοίταγµά µου σε χορευτικό soundtrack, µουσικά ντυµένο τη βοή του καταρράκτη.
∆εν είµαι τόσο τολµηρή όσο ο συνάδελφός µου, ώστε να µπω στον ποταµό για να εξασφαλίσω ένα πανόραµα, αλλά εκ του ασφαλούς και ισορροπώντας στις πέτρες καταφέρνω να φτάσω σε µια µικρή σπηλιά µε το εσωτερικό της να θυµίζει αναδίπλωση γυναικείου σώµατος. ∆ίπλα µου και πιο ψηλά απρόσιτο βαθύ σπήλαιο, θαρρείς φτιαγµένο για να κρύβονται τα ξωτικά. Πού και πού µου δηλώνουν την ύπαρξή τους λαµπυρίζοντας φευγαλέα στο νερό, όπως το βλέπω από το γεφυράκι πια.
Μια φθινοπωρινή βόλτα έκλεισε. Μια διαδροµή που πέρασε µέσα από καταστροφικές φωτιές για να καταλήξει στο νερό της λύτρωσης. Μια βόλτα που είχε παντού Θεό. Κι εγώ, σαν ηρωίδα του Παπαδιαµάντη, µπροστά στο ξέσπασµα του καταρράκτη τολµώ κι επιχειρώ µια βουτιά ικετεύοντας για προσωπική κάθαρση…

 

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:

    Ευχαριστούµε το ξενοδοχείο «Μικρή Αρχόντισσα» στην
    Άνω Βλασία για τη ζεστή φιλοξενία. Πληροφορίες: τηλ.: 26920 41003
    email:

    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

    www.mikriarchodissa-vlasia.com
      

Χάρτης