Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Στην κοιλάδα των Τεµπών Άνοιξη στην Εθνική Oδό
5.0/5 κατάταξη (2 ψήφοι)
κείμενο: Θάλεια Νουάρου | φωτογραφίες: Θάλεια Νουάρου

Πόσες χιλιάδες άνθρωποι περνούν από δω καθηµερινά. Πόσες φορές πέρασα κι εγώ, να µε παρασέρνει η γοητεία της ασφάλτου. Χωρίς ποτέ να αφεθώ στις πολύχρωµες στιβάδες των δέντρων που αγκαλιάζουν τον αργυροδίνη Πηνειό, να µείνω για να αφουγκραστώ τους ήχους των πουλιών, να κελαηδούν
στην µπούκα ή στα γεφύρια, να τρυπώσω στην
καλύβα ενός ψαρά, να ανέβω ψηλά σε ιστορικούς
οικισµούς για να ατενίσω τη θάλασσα,
που διαδέχεται τη µεγαλύτερη πεδιάδα της χώρας.


∆ιόδια, σήραγγες, διαγραµµίσεις –ο φόβος των µηχανοδηγών–, προσεκτική οδήγηση, φουλ αντανακλαστικά. Κι από πίσω µια κοιλάδα µε τον τραγουδισµένο γεροπλάτανο να απλώνει ρίζωµα στα ανείπωτα. Με ανθρώπους που σκαλίζουν την αγάπη στο ξύλο και συζητούν για τον Λιαντίνη τα ανοιξιάτικα βράδια στα Μεσάγκαλα, εκεί όπου ανταµώνει ο Θερµαϊκός µε το Αιγαίο. Κάποιος ψαράς απλώνει δίχτυα στον βυθό του ∆έλτα, ένα σπίτι από κοχύλια ξεπροβάλλει στη µέση του πουθενά, η ∆άφνη και η Αφροδίτη χορεύουν στις πηγές µεθυσµένες µε κρασί Ραψάνης κι ένα ζευγάρι Γερµανών κλαίει κάθε φορά που αφήνει αυτόν εδώ τον τόπο˙ έναν τόπο κοµβικό, που συνηθίσαµε απλώς να προσπερνάµε.
Πήραν το όνοµά τους από το ρήµα «τέµνω». Μια µεγάλη γεωλογική τοµή, αποτέλεσµα κάποιου φοβερού σεισµού ή της οργής του Ποσειδώνα, άνοιξε τον αυλώνα των Τεµπών ελευθερώνοντας τα λιµνάζοντα νερά του Θεσσαλικού κάµπου προς τη θάλασσα. Φοβερές γεωλογικές αναστατώσεις, πληµµύρες και το τεράστιο σεισµικό ρήγµα ανάµεσα στον Όλυµπο και τον Κίσσαβο (ή Όσσα), που αποτελούσαν µέχρι τότε ενιαία οροσειρά, έρχονται να ανταµώσουν τον ∆ευκαλίωνα και τον περίφηµο κατακλυσµό του. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εδώ η γη… σείεται αφήνοντας κληρονοµιά κάτι από την ενέργειά της. Μια ενέργεια τόσο δυνατή, που µόνο οι µύθοι µπορούν να ερµηνεύσουν. Η Άρτεµις, ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας, η ∆άφνη, η Ευρυδίκη και ο Πάνας µε τις νύµφες του στάθµευσαν κάποτε στην κοιλάδα, που ήδη από την αρχαιότητα αποτελούσε µοναδικό πέρασµα από τη Μακεδονία στη Θεσσαλία.

Παλαιός Παντελεήµονας

Ίσως γι’ αυτό συχνά δεν είσαι σίγουρος για το πού ακριβώς βρίσκεσαι. Βόρεια σε σκεπάζουν οι χιονισµένες κορφές του Ολύµπου, ακολουθεί το κάστρο του Πλαταµώνα, σε υποδέχονται µε την πέτρα τους κουκλίστικοι ορεινοί οικισµοί: ο Παλαιός Παντελεήµονας, ένας παραδοσιακός αναπαλαιωµένος οικισµός, που πρωτοσυναντάµε στις αρχές του 16ου αιώνα και βρίσκεται χτισµένος σε υψόµετρο 440 µ. στις ανατολικές πλαγιές του Ολύµπου. Το χωριό ζούσε πλουσιοπάροχα από την εκτροφή µεταξοσκώληκα και τις µπολιασµένες αγριοκαστανιές που δηµιούργησαν τον σηµερινό ήµερο καστανεώνα που απλώνεται γύρω του. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, άρχισε η εγκατάλειψη, καθώς µε την έκρηξη του τουρισµού οι κάτοικοί του µετακοµίζουν προς τη θάλασσα χτίζοντας εκεί τον Νέο Παντελεήµονα.
Στα µέσα της δεκαετίας του ’80, κάποιοι ξένοι φαίνεται να επανεκτιµούν τον τόπο, αγοράζουν τα πρώτα εγκαταλειµµένα κτίσµατα και τα αναπαλαιώνουν. Ύστερα χτίζεται το πρώτο χάνι, έπειτα ακόµη ένας ξενώνας κι ανοίγουν τα πρώτα µαγαζάκια, που µέχρι σήµερα προσφέρουν καλό φαγητό και αρτιστίκ σουβενίρ. Τα αµέτρητα πλακόστρωτα µε φόντο την καταπληκτική θέα φιλοξενούν σήµερα δέκα µόνιµους κατοίκους, πανέµορφους παραδοσιακούς ξενώνες και περιποιηµένα τσιπουράδικα γύρω από την πλατεία µε τον ναό του Άγιου Παντελεήµονα. Στον ξενώνα «Αγνάντι», στο ψηλότερο σηµείο του οικισµού, τύχαµε θερµότατης υποδοχής από την οικογένεια Γκοδελιά. Αυτοδίδακτος ο κ. Βαγγέλης έµαθε πριν από δεκαπέντε χρόνια να σκαλίζει το ξύλο. Μας ξεναγεί στις αµέτρητες ρήσεις, τα αντιναζιστικά και… αντικαπνιστικά µηνύµατα, στο «Αν» του Κίπλνγκ και τα άφθονα πειράγµατα, όλα σκαλισµένα στην ντοπιολαλιά του χωριού. Το «Αγνάντι», µε το κελάρι, το εστιατόριο και τα φιλόξενα δωµάτια µε το τζάκι, προσφέρει µέχρι και σπα σε µια θέα που δεν χορταίνεις να τη ρουφάς. Πολιτική και φιλοσοφία, παρέα µε τους νόστιµους µεζέδες της κυρα-Πόπης και κουµαρίσιο τσιπουράκι, το τοπικό προϊόν του χωριού, το οποίο αποτελεί σήµερα ένα από τα καλύτερα παραδείγµατα παραδοσιακής µακεδονίτικης αρχιτεκτονικής στη βόρεια Ελλάδα. Καθώς είναι στραµµένο προς τον Βορρά, όταν έχει άπνοια, αγναντεύεις ως τη Χαλκιδική...
Αν θέλεις να κρατήσεις λίγο ακόµα από το παραµύθι, µπορείς να ακολουθήσεις τη σήµανση προς την Καλλιπεύκη. ∆ιασχίζοντας το οµώνυµο οροπέδιο στις πλαγιές του Κάτω Ολύµπου, το µάτι σου ταξιδεύει σε µια θέα απίθανη...

Η Αγία Παρασκευή και η κοιλάδα

Μια δρασκελιά και η Θεσσαλία µάς υποδέχεται. Με την ήρεµη δύναµη του κάµπου, τις ηλιόλουστες πλατείες των χωριών, τα τσιπουράκια, τους ιστορικούς οικισµούς, τη θάλασσα που ετοιµάζεται να υποδεχτεί το καλοκαίρι. Αιγαίο ή Θερµαϊκός; Εδώ σε θέλω!
Στην ηλιόλουστη πλατεία των Γόννων, κατάµεστα από κόσµο τα καφενεία προσφέρουν ελληνικό καφέ και τσίπουρο µε µεζεδάκια στα παραδοσιακά µικρά πιατάκια. Όπως λέµε: η Ελλάδα στο πιάτο σας! Τα ερείπια της οµώνυµης αρχαίας πόλης-οχυρού βρίσκονται σε µικρή απόσταση από τη σύγχρονη κωµόπολη.
Η κατάφυτη κοιλάδα, πλάι στην Εθνική Οδό, προσφέρει τα θέλγητρά της στους περαστικούς. Πηγές, πλατάνια, δάφνες, τρένα και, φυσικά, ο Πηνειός, που δεν είσαι σίγουρος κατά πόσο σε ακολουθεί ή τον ακολουθείς, ανταµώνοντάς τον παντού µέχρι το ∆έλτα του. Η κοιλάδα έχει µήκος 10 χλµ., ενώ στο στενότερο σηµείο της σχηµατίζεται φαράγγι πλάτους 25 µ. και βάθους 500 µ. περίπου. Η πηγή της ∆άφνης και έπειτα εκείνη της Αφροδίτης θα ήθελαν να ποτίσουν τους περαστικούς οδηγούς µε δροσερό νεράκι αλλά η ταχύτητα δεν τους αφήνει...
Οι περισσότεροι πάντως θα κάνουν µια στάση στην Αγία Παρασκευή. Σε µια σχισµή του Ολύµπου, πλάι στο ποτάµι, αναβλύζει αγίασµα για τους προσκυνητές. Μέχρι το 1960, όποτε και χτίστηκε η κρεµαστή γέφυρα, η πρόσβαση εδώ γινόταν αποκλειστικά µε βάρκα, οπωσδήποτε πιο ροµαντικά, αφού µια βόλτα στο ποτάµι κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια, σε µια τόσο ειδυλλιακή τοποθεσία, σίγουρα δεν συνάδει µε τους εκκωφαντικούς θορύβους, τους αγωγούς, τα µεγάφωνα, τις διαφηµιστικές αφίσες και τις παράγκες µε τα πλαστικά σουβενίρ. Είναι από τις στιγµές που το καλτ συναντά το θλιβερό και σε συνθλίβει. Η κοιλάδα των Τεµπών είναι ενταγµένη στο ∆ίκτυο Natura και µαζί µε τον Πηνειό προστατεύεται από τη Σύµβαση Ramsar ως υγροβιότοπος σηµαντικός για τα πουλιά.
Όπως µαρτυρούν τα ευρήµατα, κατά την αρχαιότητα υπήρχε εδώ ιερό του Απόλλωνα, που µάλιστα προηγήθηκε αυτού των ∆ελφών. Από πάνω ακριβώς βρίσκονται τα ερείπια του Κάστρου της Ωριάς, ενώ η πλούσια άγρια βλάστηση παλεύει νυχθηµερόν µε τον αυτοκινητόδροµο… Το καραβάκι του καπετάν Νίκου Τσιρίκα, το µοναδικό ποταµόπλοιο στην Ελλάδα, διέσχιζε κάποτε την κοιλάδα προσφέροντας ξενάγηση στα νεροτριβιά, τις παλιές γραµµές και την ήρεµη οµορφιά του τοπίου. Τα εµπόδια κάθε χρόνο ανυπέρβλητα, ύστερα ήρθε η κρίση και σταµάτησε πια να λειτουργεί. Η ανάπλαση των Τεµπών, που βρίσκεται στα σκαριά, ευχόµαστε να αναχαιτίσει την εικόνα που συναντήσαµε. ∆εν αµαυρώνει απλώς το τοπίο, πληγώνει τον ίδιο τον πολιτισµό µας.

Τα ιστορικά Αµπελάκια

Έχουµε κυκλώσει την κοιλάδα των Τεµπών και περνώντας στην αντικρινή όχθη του ποταµού, ανηφορίζουµε για τα Αµπελάκια, τον ιστορικό και πανέµορφο θεσσαλικό οικισµό. Σκαρφαλωµένα στις καταπράσινες πλαγιές της Όσσας, έχουν να αφηγηθούν πολλά για την τέχνη, την αρχιτεκτονική, την ιστορία τους. Στροφή µε τη στροφή στη φιδίσια ανηφοριά, η θέα του Πηνειού, όπως φωτίζεται στον ήλιο του µεσηµεριού, επιβεβαιώνει τον οµηρικό χαρακτηρισµό «αργυροδίνης» – αυτός που σχηµατίζει ασηµόχρωµες δίνες.
Στο χωριό µε τα περίτεχνα αρχοντικά του 18ου αιώνα, περιδιαβαίνουµε στα ανηφορικά δροµάκια µε τις παραδοσιακές γειτονιές, τις εκκλησιές, τα µουσεία. Εδώ λειτούργησε ο πρώτος στον κόσµο συνεταιρισµός «των κόκκινων νηµάτων». Το επιβλητικό αρχοντικό που ήταν έδρα του συνεταιρισµού, είναι επισκέψιµο. Με σύµµαχο το ριζάρι (ερυθρόδανο το βαφικό), το φυτό που τους προµήθευε την κόκκινη χρωστική ουσία, οι Αµπελακιώτες ξεχώρισαν για την «κοκκινάδικη τέχνη». Νήµατα βαµµένα σε έντονο βαθυκόκκινο χρώµα, το λεγόµενο «κόκκινο της Ανατολής», είχαν την ιδιότητα να µην ξεθωριάζουν. Με κύριο αγοραστή τον Γεώργιο Μαύρο ή Σβαρτς, που διέµενε στην Αυστρία και εµπορευόταν στην Ευρώπη, ξεκινά να θεµελιώνεται ένα ισχυρό εµπορικό δίκτυο εξαγωγών προς την Ευρώπη. Το 1750-1760, κάνουν την εµφάνισή τους οι πρώτες οικογενειακού τύπου συντεχνίες ή συντροφιές. Ήταν πέντε και µία εξ αυτών ανήκε στον Σβαρτς. Το 1778 συµφωνείται η ένωση και των πέντε συντεχνιών σε µία ενιαία µε την επωνυµία «Κοινή Συντροφία και Αδελφότης των Αµπελακίων», που έκτοτε θεωρείται η πρώτη υλοποιηµένη προσπάθεια συνεταιριστικής δράσης στον κόσµο.
«Στην Κοινή συνεισέφερε ο καθείς κατά το “έκαστος στο είδος του”, ενώ ορίζονταν ανώτατα ποσά συµµετοχής ώστε να αποφεύγεται η επικράτηση κάποιων έναντι άλλων», µας ενηµερώνει ο ξεναγός, καθώς ταξιδεύουµε νοητά στην εποχή της ευµάρειας. ∆ιχόνοιες και διαφωνίες, αλλεπάλληλες δίκες µεταξύ των µελών και τέλος οι Ναπολεόντειοι Πόλεµοι και η κατάρρευση των αυστριακών τραπεζών, όπου οι Αµπελακιώτες διατηρούσαν τις καταθέσεις τους, θα δώσουν το τελειωτικό χτύπηµα στην Κοινή. Η φθηνότερη ανιλίνη, µια χηµική ουσία βαφής πολύχρωµων νηµάτων, όπως και η εφεύρεση της κλωστικής µηχανής, θα σβήσουν για πάντα την τέχνη των κοκκινάδων. Ο Σβαρτς θα κατηγορηθεί για κατάχρηση κεφαλαίων και θα οδηγηθεί στη φυλακή της Βιέννης, όπου και εξέπνευσε το 1818.
Τι έχει µείνει από όλα αυτά; Σίγουρα κάποιες διδαχές αλλά και ένα θαυµάσιο αρχοντικό, κοµψοτέχνηµα αρχιτεκτονικής και εσωτερικής διακόσµησης. Χτισµένο το 1798, αναστηλώθηκε το 1965 και έκτοτε λειτουργεί ως µουσείο. Οι εσωτερικοί χώροι του είναι γεµάτοι ξυλόγλυπτα, εντυπωσιακές τοιχογραφίες, νήµατα και περίτεχνα τζάκια. Κι όµως οι Αµπελακιώτες δεν έµειναν µόνο εκεί. Στο χωριό, που κάποτε φιλοξένησε το περίφηµο Ελληνοµουσείο και τη Μανιάρειο Σχολή, λειτουργεί λαογραφικό µουσείο µε πλούσιο υλικό από την παράδοση του τόπου, µια ιδιωτική συλλογή για την Εθνική αντίσταση, καθώς και κέντρο πολιτιστικής κληρονοµιάς µε λαογραφικά εκθέµατα και υλικό σχετικό µε την υφαντική τέχνη.
Στην ταβέρνα του Τάκη, στην όµορφη πλατεία του χωριού, απολαµβάνουµε κλασικά ψητά συνοδεία ντόπιου κρασιού. Κατά την έξοδό µας απ’ το χωριό, ο γλύπτης Χρήστος Μαουσίδης µάς ξεναγεί στο καλλιτεχνικό του εργαστήρι όπου µαζί µε τη σύντροφό του φιλοτεχνούν ζωγραφικά έργα και µικρογλυπτά από µάρµαρο και πηλό, τα οποία διαθέτουν σε πολύ προσιτές τιµές.

Η κρασοµάνα Ραψάνη

Σειρά έχει η Ραψάνη, το όµορφο κρασοχώρι στους πρόποδες του Κάτω Ολύµπου. Σε υψόµετρο 500 µ. επάνω από την κοιλάδα των Τεµπών, ξεχωρίζει για την πανοραµική της θέα και το µπρούσκο κρασάκι της. Τρεις γηγενείς ποικιλίες, Ξινόµαυρο, Σταυρωτό και Κρασάτο, ενώνονται για να δηµιουργήσουν τον πιστοποιηµένο µε ονοµασία προέλευσης (ΟΠΑΠ) ραψιανώτικο οίνο. Θα επισκεφθούµε το Μουσείο Οίνου και Αµπέλου Ραψάνης, που από το 2012 λειτουργεί µε σκοπό να παρουσιάσει την ιστορία της αµπελοκαλλιέργειας και της οινοποίησης στην περιοχή.
Τρεις αιώνες αλληλένδετα συνδεµένοι µε την καλλιέργεια του αµπελιού και την παραγωγή του περίφηµου ραψανιώτικου µπρούσκου, που δεν υπάρχει καλύτερο από το να το απολαύσεις στην πεντάµορφη πλατεία, ένα αληθινό µπαλκόνι στο Αιγαίο. «…Έπιναν µόνοι τους, χωρίς φασαρία και γλέντι, σαν βέροι κρασοπατέρες˙ έπιναν για να πίνουν…» ιστορεί ο Μ. Καραγάτσης. Ο µεγάλος λογοτέχνης (κατά κόσµο ∆ηµήτρης Ροδόπουλος) εµπνεύστηκε το λογοτεχνικό του ψευδώνυµο από ένα καραγάτσι, µια φτελιά, στην αυλή της εκκλησιάς του Αγίου Αθανασίου, όπου καθόταν και διάβαζε τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων. Η επίσκεψη στο µουσείο, το καµάρι της Ραψάνης, το οποίο στήθηκε µε µεράκι και προσωπική εργασία, είναι και µια καταπληκτική ευκαιρία να σεργιανίσεις τις ανηφοριές του οικισµού µε το κουρείο, το χασάπικο, το κρασοπωλείο και τις 17 (!) εκκλησιές, µαντεύοντας ποια γειτονιά έχει την καλύτερη θέα... Η ευρύτερη περιοχή προσφέρεται για οινικές διαδροµές. Στην Ιτέα, επισκεπτόµαστε το Οινοποιείο Ντούγκου, ένα από τα πέντε της περιοχής των Τεµπών. ∆ίπλα ακριβώς βρίσκονται σταθµευµένες οι δρεζίνες του Πολιτιστικού Κέντρου Σιδηροδρόµων, τα τρενάκια που θα έµπαιναν ξανά στις ράγες προσφέροντας νοσταλγικές διαδροµές στην παλιά γραµµή Αθήνας-Θεσσαλονίκης, αλλά οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό… Το κρασί της Ραψάνης τα πάει πάντως περίφηµα στο εξωτερικό και αυτό οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη δουλειά και το µεράκι των οινοποιών. Φιλοδοξία τους είναι να αναπτυχθεί στο εξής ένα αυτόνοµο δίκτυο οινοτουρισµού στην περιοχή, εγκαινιάζοντας τους δρόµους του κρασιού της Στερεάς Ελλάδας.
Στην ταβέρνα «Κρασοµάνα», στην πλατεία της Ραψάνης, θα γευτείτε µπρούσκο από το οικογενειακό κτήµα Λιάπη, ενώ στη γειτονική Κρανιά αξίζει να επισκεφθείτε και το παραδοσιακό οινοποιείο του Κτήµατος Κατσαρού

.

∆έλτα Πηνειού

Κι ο Πηνειός πάντα εδώ, ιερός, θολός και… φλύαρος. Παρέα του θα πάµε να συναντήσουµε τη θάλασσα. Ένα σπίτι από… κοχύλια στον Παλαιόπυργο µάς επιβεβαιώνει ότι ο δρόµος είναι µάλλον σωστός! Αµέτρητα, χιλιάδες κοχύλια, που από το 2004 µαζεύει από τις γύρω ακτές ο 83χρονος κ. Σωτήρης Μπουντούρης, κεντούν το αξιοπερίεργο αυτό κατασκεύασµα, που ήταν µάλιστα υποψήφιο για βραβείο Γκίνες! Στην παραλία της Κουλούρας, θα συναντήσουµε τον Γιώργο Νάτση, έναν από τους 200 ερασιτέχνες ψαράδες της περιοχής του ∆έλτα. Θα πάµε µαζί να δούµε το σηµείο όπου αράζουν τα «βαρκάκια», στις εκβολές του Πηνειού, εδώ που η θάλασσα σµίγει µε το ποτάµι. Πώς να χωρέσεις τόσες αντιφατικές εικόνες σ’ ένα κείµενο…
Το ∆έλτα του Πηνειού, που προστατεύεται από τη Σύµβαση Ramsar, αποτελεί έναν από τους σηµαντικότερους υδροβιότοπους της χώρας. Στην περιοχή εµφανίζονται τουλάχιστον 225 είδη πουλιών. Απόψε τα νερά είναι γυαλί. Είµαστε τυχεροί. «Τόσα χρόνια ψαράς, µα τη θάλασσα δεν την προβλέπεις, και φυσικά δεν παίζεις µαζί της», θα πει ο Γιώργος. Πόσο µάλλον στο σηµείο αυτό, την µπούκα, όπου έχουν χαθεί ψυχές... Όµως σήµερα είναι αλλιώς.
Ο Γιώργης, φίλος ψαράς κι αυτός, θα µας φιλοξενήσει στη βάρκα για να µας δείξει εν πλω την οµορφιά του τοπίου. Ακόµη µία βάρκα ψαρεύει στα νερά. Νησίδες, σµήνη από πουλιά κι εκείνο το χρώµα του νερού λίγο µετά τη δύση, σαν υδάτινο βιτρό ανάµεσα στη θάλασσα και το ποτάµι. Αφρόψαρα: σαφρίδια, σαρδέλες και κολιοί, και κατά καιρούς πατόψαρα: λυθρίνια, γουφάρια και µαγιάτικα περιλαµβάνει η σοδειά των ψαράδων του ∆έλτα. Ένα από τα χαρακτηριστικά ψάρια του βυθού είναι οι φρίσσες. ∆ύσκολο ψάρι µε πολλά αγκάθια, ο Γιώργης το φτιάχνει παστό κι είναι ο τέλειος τσιπουροµεζές. Ρίχνουµε δίχτυ στα νερά. Η ηρεµία του τόπου είναι αφοπλιστική. Όταν κοιτάς άλλωστε τον Γιώργη, νοµίζεις πως η θάλασσα είναι πάντα τόσο γαλήνια, όπως απόψε. Βάρκα τη βάρκα, καλύβα την καλύβα, η ψυχή καθαρίζει κι είναι κρίµα που αν κάποιος δεν σε φέρει ως εδώ, δύσκολα θα ανακαλύψεις µόνος σου αυτό το µέρος. Γι’ αυτό ίσως και παραµένει τόσο γοητευτικό. Οι ψαράδες πάντως προσφέρονται να σε πάνε βαρκάδα στα νερά. «Οργανωµένη κατάσταση µπορεί να µην υπάρχει», θα πει ο Γιώργος, «υπάρχει όµως καλή καρδιά κι οι καταστάσεις της στιγµής», που είναι πάντα και οι καλύτερες!

Μεσάγκαλα

Στα Μεσάγκαλα, ο Φάνης Βουλιώτης µάς περιµένει. Ιδιοκτήτης του ξενώνα «Νόστος», είναι από τους ανθρώπους µε εκείνη τη φυσική ευγένεια που αναβλύζει πηγαία χωρίς περιτύλιγµα και πολλά φκιασίδια. Όπως και τα Μεσάγκαλα. Ένα ήσυχο παραθαλάσσιο χωριό µε µια ατέλειωτη αµµουδερή ακτή, που µάλιστα φηµίζεται για τις ιαµατικές ιδιότητές της. Φυσικά, παραδοσιακά αµµόλουτρα προσφέρονται δωρεάν κατά µήκος της ακτής αναζωογονώντας και θεραπεύοντας αρθριτικά και άλλες παθήσεις.
Στα «Καράβια», το ταβερνάκι του Κώστα και της Ζανέτ, τρώµε, πίνουµε και συζητάµε. Εδώ θα συναντήσουµε τον Μπερχάρ και την Γκαµπριέλα, να πίνουν τσίπουρο χαζεύοντας την κυµατισµένη θάλασσα. Ένα ζεύγος Γερµανών που εδώ και 10 χρόνια επισκέπτονται ανελλιπώς τα Μεσάγκαλα, και µάλιστα δύο φορές τον χρόνο! Έχουν ταξιδέψει και αλλού στην Ελλάδα, στην Κρήτη και στην Πελοπόννησο, για να καταλήξουν συνειδητά εδώ.
«Στη µέση της αγκαλιάς…» όπου, όπως µας λένε, µπορεί να µην είναι το πιο όµορφο µέρος στην Ελλάδα, είναι όµως όλα όσα σηµαίνει η Ελλάδα για κείνους: ηρεµία, άπλα, αγνάντεµα, µπάνιο, τσίπουρο, µεζέδες, φίλοι. Άνθρωποι απλοί, ανοιχτοί, αληθινοί, που δεν σε βλέπουν σαν πορτοφόλι ή τουρίστα, άνθρωποι όπως ο Φάνης, ο Κώστας, ο Θανάσης…
Ο Πάνος Κούτρας, σκηνοθέτης του πολυβραβευµένου «Ξενία», έκανε τα γυρίσµατα της ταινίας εδώ στον Πηνειό και, όπως εξοµολογήθηκε, το µέρος αυτό του θύµισε τα πρώτα παιδικά του καλοκαίρια...
Στην κοιλάδα των Τεµπών συναντάς πράγµατι συµπυκνωµένη µια µικρή Ελλάδα. Με τα όµορφα και τα παράδοξα, τον πλούτο και τις παραφωνίες. Καθώς απουσιάζει ο πολιτικός σχεδιασµός, ο καθένας παλεύει µονάχος, όπως µπορεί. Στην επιστροφή ακούω Σαββόπουλο: «Ό,τι αγαπήσαµε κι ονειρευτήκαµε εξακολουθεί να επαφίεται στον πατριωτισµό µας...»

Χάρτης