Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Γαλάτιστα Η άγνωστη Χαλκιδική
5.0/5 κατάταξη (9 ψήφοι)
κείμενο : Patricia van der Wal | φωτογραφίες : Patricia van der Wal

Σαράντα χιλιόµετρα από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, µέσω της εθνικής οδού που συνδέει τη νύµφη του Θερµαϊκού µε τη Σιθωνία και το Άγιον Όρος, προβάλει η ιστορική κωµόπολη Γαλάτιστα. Χτισµένη αµφιθεατρικά στη µεσηµβρινή πλαγιά του Προφήτη Ηλία, που ανήκει στην οροσειρά του Κισσού (Χορτιάτη), δεσπόζει σε υψόµετρο 460 µ. πάνω από την εύφορη πεδιάδα του Ανθεµούντα, η οποία χάνεται στον ορίζοντα ακολουθώντας την κοίτη του οµώνυµου ποταµού προς τη θάλασσα. Η πεδιάδα πήρε το όνοµά της από την αρχαία πόλη της Μυγδονίας «Ανθεµούς», και σύµφωνα µε τη µυθολογία ο πρώτος βασιλιάς της, ο Μέροπας, σκοτώθηκε σε µονοµαχία µε τον Σίθωνα, γιο του Ποσειδώνα, όταν ζήτησε σε γάµο τη κόρη του Παλλήνη. Στις ιστορικές πηγές την συναντάµε για πρώτη φορά όταν ο υποτελής στους Πέρσες βασιλιάς Αµύντας Α’ της µακεδονικής δυναστείας των Αργεάδων ή Τηµενιδών, προσφέρει τη περιοχή στον Αθηναίο τύραννο Ιππία που εξορίστηκε µετά από στρατιωτική επέµβαση του βασιλιά της Σπάρτης Κλεοµένη. Αργότερα και µετά την ήττα των Περσών στις Πλαταιές, ο γιος του Αµύντα, Αλέξανδρος Α’, εκµεταλλεύτηκε την υποχώρηση των Περσών και απέσπασε την Ανθεµούντα από τους Ηδωνούς. Το 390 µε 380 π.Χ. η Ανθεµούς καταλαµβάνεται από το Κοινό των Χαλκιδέων, προκαλώντας την επέµβαση των Σπαρτιατών το 379 π.Χ. Η περιοχή περιέρχεται στη Β’ Αθηναϊκή Συµµαχία ώσπου ο Φίλιππος Β’, κατά τη διάρκεια του πολέµου του µε τους Αθηναίους, θα διώξει την Αθηναϊκή Φρουρά κάνοντας την Ανθεµούντα µέρος του Μακεδονικού Βασιλείου. Επί βασιλείας Φιλίππου Β’ δηµιουργείται το περιβόητο ιππικό της Μακεδονίας οργανωµένο σε ίλες πάνω σε εδαφικά κριτήρια και µία από τις οκτώ συνολικά ίλες είχε έδρα την Ανθεµούντα. Ο Μέγας Αλέξανδρος ενσωµατώνει στο νεοσύστατο βασιλικό άγηµα των Εταίρων την ίλη Ανθεµούντος µε Ιλάρχη τον Περοίδα, γιο του Μενεσθέα, η οποία και διακρίνεται κατά την εκστρατεία στην Ασία, στη περιβόητη µάχη της Ισσού το 333 π.Χ. Οι εταίροι της ίλης Ανθεµούντος ίδρυσαν στη συνέχεια στη βορειοδυτική Μεσοποταµία τη πόλη «Ανθεµουσία». Αν και η θέση της αρχαίας Ανθεµούντας δεν έχει εξακριβωθεί, έχουν εντοπιστεί στην περιοχή της Γαλάτιστας προϊστορικές και µεταγενέστερες εγκαταστάσεις, τµήµατα οικοδοµικών λειψάνων και επιγραφές.

Ο πύργος της «Γαλάτισσας»

Σε κώδικα που σώζεται στο αρχείο της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους και που χρονολογείται από το 897 µ.Χ., αναφέρεται η ύπαρξη του πύργου της «Γαλάτισσας»* και θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως το κτίσµα αυτό ήταν η αρχική οικοδοµική φάση του πύργου που υψώνεται σήµερα επιβλητικός και απόµακρος µέσα στον οικισµό. Σήµα κατατεθέν της σηµερινής Γαλάτιστας, ο πύργος, ήταν την εποχή της κατασκευής του συνδεδεµένος γεωγραφικά, οικονοµικά και διοικητικά µε το Άγιον Όρος και αποτελούσε µέρος ενός δικτύου προπυργίων που φύλαγαν τα µοναστηριακά και ιδιόκτητα κτίσµατα της Χαλκιδικής αλλά και τα φυσικά περάσµατα και τις κύριες αρτηρίες επικοινωνίας µεταξύ της Θεσσαλονίκης και του Αγίου Όρους. ∆ίπλα στον πύργο οι ανασκαφές της 10ης ΕΒΑ αποκάλυψαν τα ερείπια δύο νερόµυλων και µιας στέρνας που µοιάζει να είναι προγενέστερη του πύργου. Ο πύργος, πιθανότατα αποτελούσε το κέντρο ενός κτήµατος µε περίβολο που λειτουργούσε για τη φύλαξη του νερού που προφανώς υπήρχε σε αφθονία σε αυτή τη θέση και γύρω από το οποίο αναπτύχτηκε στη συνέχεια ο οικισµός που χρονολογείται από το 14ο αι. τουλάχιστον. Άγνωστο παραµένει, ωστόσο, αν ο πύργος υπήρξε µέρος ενός µοναστηριακού οχυρωµένου φυλακίου ή αν επρόκειτο για κτήµα κάποιου υψηλού αξιωµατούχου ή εύπορου τοπικού άρχοντα του Βυζαντίου. Ο πύργος σώζεται σήµερα ερειπωµένος σε ύψος 15µ. περίπου. Το τοίχωµα χτισµένο µε ντόπια πέτρα και «κουρασάνι», εµφανίζει στην εξωτερική του όψη πολλαπλές αντηρίδες -ιδιαιτερότητα αµυντικής αρχιτεκτονικής στους οποίους στηρίζονταν ο τελευταίος 1 ½ όροφος που του λείπει σήµερα - και έχει µόνο ένα σηµείο εισόδου σε ύψος 5 µ. πάνω από το έδαφος που σηµαίνει ότι ήταν προσβάσιµος µόνο µε ανεµόσκαλα ή αφαιρούµενη ξύλινη γέφυρα. Στο εσωτερικό ο φωτισµός ήταν σχετικά χαµηλός αφού προερχόταν από τις σχισµές των πολεµίστρων . Οι εργασίες αποκατάστασης του πύργου δεν αλλοίωσαν την µορφή του ώστε να αντιλαµβάνεται ο επισκέπτης τον πύργο στην αρχική του κατάσταση όπως διασώθηκε στο χρόνο. Με την ευκαιρία των εργασιών αποκατάστασης, η ΕΒΑ έκανε µια ανασκαφή στο εσωτερικό του πύργου και γύρω από αυτόν, η οποία έφερε στο φως κεραµικά του 12ου-15ου αι. , περίοδος που πρέπει να συµπίπτει µε τη χρήση του πύργου. Βρέθηκαν επίσης αρκετές αιχµές από βέλη καθώς και σπιρούνια από καβαλάρηδες. Τα ευρήµατα αυτά εκτίθενται σε βιτρίνες στο εσωτερικό του πύργου, ο οποίος ανοίγει για το κοινό µόνο την ηµέρα των Θεοφανείων ή κατόπιν συνεννόησης. Με την αναστήλωση του πύργου έγινε και η αναστύλωση του νερόµυλου και της στέρνας που βρίσκονται δίπλα του. Πρόκειται για νερόµυλο ελληνικού τύπου µε οριζόντια φτερωτή που εκµεταλλεύονταν την πίεση του νερού από υδατόπτωση. Ως το 1965 λειτούργησαν άλλοι 3 νερόµυλοι σε χαµηλότερα υψόµετρα που χρησιµοποιούσαν διαδοχικά το ίδιο νερό. Γύρω από τον πύργο η λαϊκή παράδοση δηµιούργησε το θρύλο της βασίλισσας Γαλατείας η οποία έµεινε στον πύργο µαζί µε τον σύζυγο της Άνθιµο. Λέγεται πως ο πύργος τότε ήταν περιβαλλόµενος από πυκνό δάσος µε αποτέλεσµα να µην είναι ορατός από τα παράλια και προστατευµένος από τις πειρατικές επιδροµές. Μια µέρα, όµως, ενώ η Γαλατεία πήγαινε για νερό στη βρύση της έπεσε το κουβάρι και κύλισε ως τα Βασιλικά όπου το βρήκαν οι πειρατές και τυλίγοντάς το οδηγήθηκαν στον πύργο. Η άτυχη βασίλισσα σκοτώθηκε και η παράδοση θέλει να έδωσε το όνοµα της στο χωριό.

12 Μαντεµοχώρια

Μετά την κατάκτηση από τους Οθωµανούς, ο τότε σουλτάνος Μουράτ Β’ αναδιοργάνωσε στην περιοχή της Χαλκιδικής την παραγωγή του µεταλλεύµατος -που υπήρχε από τα αρχαία και βυζαντινά χρόνια - µε κέντρο τα βυζαντινά Σιδηροκαύσια, όπου λειτουργούσε και νοµισµατοκοπείο, συντάσσοντας µάλιστα ειδικό κανουναµέ για τη λειτουργία του και παραχωρώντας στην περιοχή µεταξύ του 1478-1527 ένα ιδιαίτερο ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς προς αντιµετώπιση της ασυδοσίας από έκτακτους φόρους. Φυσικό επακόλουθο ήταν ο πληθυσµός της Χαλκιδικής στο βόρειο και ανατολικό τµήµα κατά µήκος των λιµνών Βόλβης να αυξηθεί αλµατωδώς . Η Γαλάτιστα άνηκε το 15ο αι. στο βακούφι του µπεηλέρµπεη Ισάκ Πασά (ο οποίος έχτισε το 1484 µ.Χ. το γνωστό Αλατζά Ιµαρέτ στη Θεσσαλονίκη, αφιερώνοντας τους φόρους της Γαλάτιστας για τη συντήρηση του). Ήταν το µεγαλύτερο χριστιανικό χωριό στο βόρειο τµήµα της χερσονήσου και κατά το 1ο µισό του 16ου αι. αύξησε τον πληθυσµό της από 415 νοικοκυριά το 1519 σε 647 ως το 1568. Ο πληθυσµός αυτός φαίνεται να εγκαταστάθηκε τόσο γύρω από το πύργο όσο και σε µικρούς «µαχαλάδες» στην κοιλάδα του Ανθεµούντα. Το 1638 η Γαλάτιστα γίνεται έδρα της επισκοπής Αρδαµερίου η οποία µετονοµάζεται σε επισκοπή Αρδαµερίου και Γαλατίστης. Το 17ο αι. τα χωριά της Χαλκιδικής σχηµάτισαν µεγάλες γεωγραφικές ενότητες ανάλογα µε το είδος της φορολογίας των παραγόµενων προϊόντων στην οποία υπάγονταν. Μια από αυτές της ενότητες ήταν τα «Μαδεµοχώρια», τα χωριά που υπάγονταν στο µεταλλείο των Σιδηροκαυσίων και οι κάτοικοι των οποίων εξόρυσσαν ασήµι και µόλυβδο για το σουλτάνο. Τα Μαντεµοχώρια ήταν 12: η Γαλάτιστα, ο Βάβδος, τα Ραβνά (Πετροκέρασα), ο Καζαντζή Μαχαλάς (Στάγειρα), ο Στανός, η Βαρβάρα, η Λιαρίγκοβη (Αρναία), το Νοβοσέλο (Νεοχώρι), ο Ίσβορος ( Στρατονίκη), η Χωρούδα, τα Ρεβενίκια (Μεγάλη Παναγία) και η Ιερισσός. Τα χωριά αυτά, τα λεγόµενα «µουκατά», απολάµβαναν µια αυτονοµία και είχαν τη δική τους ξεχωριστή κοινοτική διοίκηση στην οποία δεν µπορούσε να επέµβει ούτε ο Madem-Emini, o Οθωµανός αξιωµατούχος των µεταλλείων ο οποίος κατείχε πολιτικές και δικαστικές αρµοδιότητες. Η οµοσπονδία των Μαντεµοχωρίων διοικούνταν από µια κεντρική επιτροπή στην οποία συµµετείχε ένας εκπρόσωπος από κάθε χωριό και αποφάσιζαν για την διευθέτηση των γενικότερων και σοβαρότερων ζητηµάτων που αποχαλούσαν τα χωριά. Η επικύρωση των αποφάσεών τους γινόταν µε το σφράγισµα από τη σφραγίδα των Μαδεµοχωρίων, η οποία αποτελούνταν από 12 κοµµάτια και κάθε εκπρόσωπος κρατούσε ένα από αυτά. Οι δώδεκα αυτοί εκπρόσωποι εξέλεγαν µεταξύ τους για ένα χρόνο τέσσερις «βεκίληδες» που επέβλεπαν την εφαρµογή των αποφάσεων, ασκούσαν δικαστική εξουσία και ανέπτυσσαν τις επαφές µε τις οθωµανικές αρχές, φροντίζοντας µε αναφορές προς τη Πύλη για την διασφάλιση των προνοµίων τους. Το 1705 η οµοσπονδία προσπάθησε ανεπιτυχώς να τις ανατεθεί η λειτουργία του µεταλλείου, ζητώντας από την Πύλη να αναλάβουν την εκµετάλλευση των ορυχείων ως µισθωτές του κράτους. Άγνωστη παραµένει η έκβαση της δεύτερης προσπάθειας που έγινε το 1775. Το 1819 όµως έχουµε την πρώτη γραπτή αναφορά σε φιρµάνι για την εκµετάλλευση των µεταλλείων από τους κατοίκους, µε προϋπόθεση να παραδίδονται κάθε χρόνο στο αυτοκρατορικό νοµισµατοκοπείο 220 οκάδες καθαρό ασήµι και να καλύπτουν τα έξοδα του Madem-Emini και των στρατιωτών του. Μάλιστα ενώ µε το πέρασµα του χρόνου η απόδοση των µεταλλείων ελαττώθηκε, οι Μαδεµοχωρίτες δεν ενηµέρωσαν ποτέ τη Πύλη και προτίµησαν να συµπληρώσουν τις 220 οκάδες αργύρου αγοράζοντας Ισπανικά τάλιρα και λιώνοντάς τα, να τα παρουσιάσουν ως προϊόν των µεταλλείων τους, προκειµένου να αποφύγουν κάθε είδος παρέµβασης που θα διακινδύνευε το καθεστώς ελευθερίας τους. Η ακµή της Γαλάτιστας ως Μαντεµοχώρι, η ζωτικότητα του πληθυσµού της, η επίκαιρη θέση και η ευφορία της κοιλάδας του Ανθεµούντα οδήγησαν στην ανάπτυξη της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, του εµπορίου και της βιοτεχνίας. Συνέπεια της οικονοµικής ανάπτυξης υπήρξε και η πνευµατική άνοδος των κατοίκων. Στο τέλος του 18ου αι. και στις αρχές του 19ου αι. δραστηριοποιήθηκε στη Γαλάτιστα η αθωνική οικογενειακή συντροφιά αγιογράφων του Γαλατσάνου µοναχού Μακάριου και των ανιψιών του Βενιαµίν και Ζαχαρία που εκτέλεσαν µεταξύ άλλων τοιχογραφίες σε Τράπεζες (στο Βατοπέδι το 1786) και σε παρεκκλήσια (σκήτη Αγίου ∆ηµητρίου Βατοπεδίου το 1806, παρεκκλήσιο Αρχαγγέλων Ιβήρων το 1812 κ.λπ.). Ο Βενιαµίν έφτασε να αγιογραφεί ως τον Όσιο Μελέτιο Κιθαιρώνος το 1820.

Το ολοκαύτωµα

Η Χαλκιδική υπήρξε η µοναδική περιοχή της Β. Ελλάδος που επαναστάτησε σχεδόν ταυτόχρονα µε τη Νότια Ελλάδα και τα νησιά. Οι αγωνιστές κατέλαβαν αρχές Ιουνίου του 1821 την Ιερισσό και τα Μαδεµοχώρια και έφτασαν ως τα Βασιλικά. Στριµωγµένος ο βαλής της Θεσσαλονίκης Γιουσούφ Μπέης, ζήτησε ενισχύσεις από τον Χατζή Μεχµέτ Μπαϊραµ πασά ο οποίος έφτασε από τη Καλλίπολη και την ανατολική Θράκη µε στρατιά 35.000 ανδρών. Καίγοντας τα ελληνικά χωριά και σφάζοντας τους κατοίκους οι δυνάµεις του Μπαϊράµ πασά πέρασαν από την Αρναία προς τα Βασιλικά της Θεσσαλονίκης. Εκεί στους πρόποδες του Βούζιαρη και της Μονής Αγία Αναστασίας ακολούθησε φονική σύγκρουση µε τις δυνάµεις του Χάψα και η άνιση µάχη κατέληξε µε την ήττα και τον ηρωικό θάνατο των επαναστατών. Σε αντίποινα των σηµαντικών απωλειών που είχαν δεχτεί, οι Τούρκοι προχώρησαν στις 28 Ιουνίου σε ολοκαύτωµα της Γαλάτιστας και προέβησαν σε αγριότητες κατά των κατοίκων. Σε δύο εβδοµάδες πουλήθηκαν στη Θεσσαλονίκη 150 γυναικόπαιδα από τη Γαλάτιστα και τα Ραβνά και άλλα 500 αργότερα. Το Σεπτέµβρη το επαναστατικό µέτωπο στη Χαλκιδική διαλύθηκε στην Κασσάνδρα όταν οι δυνάµεις του Εµµανουήλ Παπά, µην έχοντας ενισχύσεις, έπεσαν στο πεδίο της µάχης. Οι ηγούµενοι του Αγίου Όρους είχαν αποφασίσει να συνθηκολογήσουν µε τους Τούρκους και να παραδώσουν τον Εµµανουήλ Παπά ο οποίος όµως πρόλαβε να ξεφύγει µε πλοίο για την Ύδρα. Η καρδιά του όµως τον πρόδωσε στη διάρκεια του ταξιδιού. Όσοι Γαλατσάνοι αγωνιστές γλύτωσαν από την καταστροφή της Κασσάνδρας κατέφυγαν στη Σκόπελο και τη Νότια Ελλάδα για να συνεχίσουν τον αγώνα.

Ένας Γαλατσάνος στο Άργος

Η καταστροφή του χωριού ανάγκασε πολλούς Γαλατσάνους να ακολουθήσουν το γενικότερο κύµα προσφύγων από τη Μακεδονία. Μεταξύ αυτών ήταν και ο µετέπειτα δάσκαλος και ιεροµόναχος Σεραφείµ Ιπποµάχης (από τη γνωστή οικογένεια της Γαλάτιστας Ποµάκης) γνωστός για το έργο του «Επιτοµή Ελληνικής Γραµµατικής, δια τους πρωτοπείρους της ελληνικής σχολής του Άργους παίδας» που εξέδωσε στο Άργος το 1837 για τη βελτίωση της διδασκαλίας των ελληνικών. Ο Ιπποµάχης είχε εγκατασταθεί στο Άργος το 1835 όπου του ανατέθηκε η διεύθυνση της εκεί ελληνικής σχολής, µετά από αρκετά χρόνια παραµονής του στο εξωτερικό (Τεργέστη, Λονδίνο, Μόναχο). Παρέµεινε στο Άργος ως τα τέλη της δεκαετίας του 1840, οπότε διορίστηκε σχολάρχης του Ελληνικού σχολείου Πειραιά και στη συνέχεια γυµνασιάρχης του νεοσύστατου γυµνασίου Λαµίας όπου παρέµεινε ως το 1855. Επέστρεψε στο Άργος όπου έζησε µέχρι το θάνατό του το 1871.

Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

Η Γαλάτιστα ανοικοδοµήθηκε πάνω στα πυρποληµένα ερείπια της στα µέσα του 19ου αι. και κατάφερε να διασώσει ως τις ηµέρες µας τον παραδοσιακό πολεοδοµικό ιστό της καθώς και αξιόλογα δείγµατα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της Μακεδονίας. Πρόκειται κυρίως για δίπατα πέτρινα σπίτια µε την χαρακτηριστική «σαχνισιά», τις προεξοχές των ορόφων στηριγµένες σε καµπύλα ξύλινα δοκάρια οι οποίες βρίσκονται πέρα από τα όρια της τοιχοποιίας του ισογείου και δηµιουργούν πρόσθετο ωφέλιµο χώρο στον όροφο καθώς και τη δυνατότητα ελέγχου της εισόδου και του δρόµου. Πολλά δεσπόζουν πάνω από περιτοιχισµένη αυλή. Από τα τρία αρχοντικά που κατασκευάστηκαν προς τα τέλη του 19ου αι. και που σώζονται ως σήµερα ανακαινίστηκε µόνο το αρχοντικό του Λειβαδιώτη, που στεγάζει στο κατώι παραδοσιακό κελάρι και αποστακτήριο της τοπικής αποσταγµατοποιίας-ποτοποιίας «Ανθεµούς» της οικογένειας Λειβαδιώτη, η οποία παράγει και εµπορεύεται εδώ και µισό αιώνα εξαιρετικό τσίπουρο και κρασί. ∆υστυχώς η τριώροφη οικία Ζαφειροπούλου -που κατά µια πληροφορία στέγασε την Επισκοπή Αρδαµερίου για κάποια χρόνια πριν τη κατάργησή της το 1934- και το τετραώροφο αρχοντικό Χατζόγλου, που αποτελεί το δεύτερο πιο αναγνωρίσιµο κτήριο της Γαλάτιστας µετά τον πύργο, καταρρέουν παρά τις µελέτες που έχουν εκπονηθεί για την αποκατάστασή τους από το Τµήµα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Πρόκειται για εντυπωσιακά κτήρια που όµοιά τους δεν υπάρχουν τόσο κοντά στη Θεσσαλονίκη. Η αποκατάστασή τους µαζί µε την διατήρηση και περεταίρω ανάδειξη του παραδοσιακού ιστού της κωµόπολης αναµφίβολα θα αποτελέσει σηµαντικό ορόσηµο στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονοµιάς όχι µόνο της Γαλάτιστας αλλά της ευρύτερης περιοχής. Πραγµατικό στολίδι της Γαλάτιστας αποτελεί και το παλιό πέτρινο ∆ηµοτικό σχολείο που εγκαινιάστηκε το 1912 και που βρίσκεται στην δυτική και οικιστικά νεότερη συνοικία του χωριού. Είναι διώροφο κτίσµα µε πέντε µεγάλες αίθουσες και οκτώ µικρότερες, και µεγάλα ξύλινα κουφώµατα που φέρουν κλασικό διάκοσµο µε το θέµα του µαιάνδρου. Ο εξωτερικός χώρος είναι διαµορφωµένος µε παρτέρια και περιλαµβάνει και ένα µικρό αµφιθέατρο κάτω από τα πανύψηλα πεύκα που πλαισιώνουν όλο το χώρο. Από αναφορά της εφηµερίδας «Φάρος της Μακεδονίας» του 1884, έχουµε τη πληροφορία πως η Γαλάτιστα αριθµούσε το 1876 πεντακόσιες οικίες και πως είχε 230 µαθητές που µετέβαιναν «εις το ενταύθα γυµνάσιο». Στη πρώτη απογραφή που διεξήχθη µετά την απελευθέρωση το 1913, αναφέρονται για τη Γαλάτιστα που είναι το µεγαλύτερο πληθυσµιακά χωριό της Χαλκιδικής, µε 3500 κατοίκους, πάνω από 250 µαθητές. Η εκπαιδευτική αυτή δυναµική συνεχίζεται ως τις ηµέρες µας. Στις πολυάριθµες εκκλησίες της Γαλάτιστας που είναι όλες µεταγενέστερες της καταστροφής του 1821, ο συνηθέστερος τύπος κατασκευής είναι αυτός της µονόκλιτης βασιλικής, µονόχωρο πέτρινο κτίσµα µε ξυλοσκεπή, καλυµµένη µε σχιστόπλακες ή κεραµίδια, και µε πέτσωµα (ξύλινο ταβάνι) εσωτερικώς. Χωριστή κατασκευή αποτελεί το κωδωνοστάσιο, συνήθως πετρόκτιστο τετράγωνης κάτοψης, µε ύψος που ποικίλλει µέχρι πολλά µέτρα. Η ασβεστωµένη τοιχοποιία των κατοικιών µε τα πολύχρωµα κουφώµατα σε συνδυασµό µε τα στενά πλακόστρωτα σοκάκια σε µεταφέρουν σε άλλες εποχές. Καθώς περιπλανάσαι σε αυτά συναντάς νερά που ρέουν άφθονα από τις πολυπληθείς και σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα περίτεχνες βρύσες. Η µικρή κυκλική πλατεία, το «παζάρι» όπως το ονοµάζουν η Γαλατσάνοι, είναι πλακόστρωτη µε παλιές πέτρες και συγκεντρώνει µαγαζιά που εξυπηρετούν τις καθηµερινές ανάγκες των κατοίκων και που στεγάζονται επί το πλείστον στο ισόγειο παραδοσιακών κατοικιών, καθώς και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και το νεοκλασικό κτήριο του ∆ηµαρχείου (σήµερα έδρα της δηµοτικής ενότητας Ανθεµούντα του ∆ήµου Πολυγύρου) που χρονολογείται από το 1929. Το καλοκαίρι µια αιωνόβια µουριά και άλλα πλατύφυλλα δέντρα προσφέρουν πολύτιµή σκιά και σε εµπνέουν να καθίσεις για καφέ ή φαγητό. Το 2008 η πλατεία µετονοµάστηκε σε Πλατεία «Επισµηναγού Ιωάννη Χατζούδη» προς τιµήν του άτυχου Γαλατσάνου πιλότου της πολεµικής αεροπορίας που έχασε τη ζωή του σε διατεταγµένη αποστολή τον Ιούλιο του 2007 στα Στύρα Ευβοίας.

Το έθιµο της Καµήλας

Στη πλατεία και στα σοκάκια του χωριού εξελίσσεται την γιορτή των Θεοφανίων και του Αϊ Γιαννιού ένα ξεχωριστό λαϊκό δρώµενο: το έθιµο της Καµήλας και ο Γάµος της Μανιώς. Αν και τα δρώµενα µε µεταµφιέσεις του ∆ωδεκαήµερου (Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Φώτα) παραπέµπουν σε πανάρχαιες µορφές λατρείας για γονιµότητα, καρποφορία, ευηµερία και εξορκισµό του κακού, το έθιµο στη Γαλάτιστα έχει συνδεθεί µε ένα πραγµατικό γεγονός που συνέβη επί Τουρκοκρατίας όταν ο γιος του τοπικού Τούρκου αγά έκλεψε την Γαλατσάνα Μανιώ που ήταν ξακουστή για την οµορφιά της. Για να την πάρουν πίσω, οι Γαλατσάνοι µε µπροστάρη το παλικάρι µε τον οποίο ήταν ερωτευµένη η Μανιώ, επινόησαν ένα γλέντι στο επίκεντρο του οποίου ήταν ένα οµοίωµα καµήλας και το οποίο κουβαλούσαν οι φίλοι του ερωτευµένου. Με χορό και τραγούδι οι Γαλατσάνοι ξεχύθηκαν στα σοκάκια του χωριού και στη συνέχεια στην κατοικία του Τούρκου αγά, παρασύροντας τους Τούρκους σε ξέφρενο γλέντι. Εκµεταλλευόµενοι το γενικό πανδαιµόνιο βρήκαν την Μανιώ, την έβαλαν κάτω από την καµήλα και εξαφανίστηκαν χορεύοντας όπως ήρθαν, χωρίς να γίνει η απελευθέρωση αντιληπτή. Την επόµενη µέρα τελέστηκε ο γάµος των δύο ερωτευµένων, για να µην µπορεί ο Τούρκος να την ξαναπάρει.

«’πόψε µας κλέψαν τη Μανιώ»

Η αναβίωση του εθίµου πραγµατοποιείται σήµερα µε τη συµβολή όλων των συλλόγων και κατοίκων της Γαλάτιστας και µε µεγάλη συµµετοχή της νεολαίας του τόπου. Την παραµονή των Φώτων γίνεται η ιεροτελεστική κατασκευή της Καµήλας η οποία παλιά κατασκευάζονταν από ξύλινα κορδόνια και σκεπάζονταν µε ραµµένα σαγίσµατα, τοµάρια και προβιές και στο ξύλινο πλαίσιο στερεώνονταν τροκάνια. Την κατασκευή αυτή σήκωναν 6 άντρες. Σήµερα, σύγχρονα υλικά έχουν κάνει τη κατασκευή ελαφρύτερη. Την ηµέρα των Φώτων η καµήλα περιφέρεται στα σοκάκια του χωριού µε συνοδεία νταουλιών και ζουρνάδων και µε τους «τζαµαλάρηδες», µασκοφόροι φουστεναλάδες µε γκλίτσες στο χέρι και εφοδιασµένοι µε ντόπιο τσιπουράκι , σε «πατινάδα» - ποµπικός χορός- να τραγουδούν: «‘πόψε µας κλέψαν τη Μανιώ, τρεις Τούρκοι Αρβανιτάδες αµάν γκιουζέλ Μανιώ…» Παλιότερα, ένα γαϊδουράκι µε δύο κοφίνια στερεωµένα στο σαµάρι µάζευε από τις νοικοκυρές του χωριού λουκάνικα, τυριά και ψωµί για το µεγάλο γλέντι που ακολουθεί στο παζάρι. Την ποµπή ακολουθεί µέχρι σήµερα «καβαλαρία» µε τα στολισµένα άλογα τους. Ο γάµος της Μανιώς που τελείται την επόµενη µέρα έχει βασικό στοιχείο τη σάτιρα αφού τόσο ο γαµπρός όσο και η νύφη και η κουµπάρα είναι άντρες µεταµφιεσµένοι. Μετά τον γάµο οι νεόνυµφοι µε συνοδεία των οργανοπαιχτών, τον τζαµαλάρηδων και των καβαλάρηδων, στήνουν γλέντι στο παζάρι του χωριού. Στην συνέχεια γυρίζουν και πάλι όλο το χωριό επιδεικνύοντας τη προίκα της νύφης και µοιράζοντας κουφέτα, λουκάνικα και κρασί.

Η Γαλάτιστα σήµερα

Η Γαλάτιστα αριθµεί σήµερα 2700 κατοίκους που ασχολούνται κυρίως µε τη κτηνοτροφία, τη πτηνοτροφία, την καλλιέργεια του πλούσιου κάµπου του Ανθεµούντα, τη µελισσοκοµία και εµπορικές δραστηριότητες που σχετίζονται µε τα προϊόντα που παράγουν (κρασί, κρέατα, τυριά, ελαιόλαδο, µέλι). Άνθρωποι ανοιχτοί, χαµογελαστοί που σου λένε απλόχερα «Καληµέρα!» στο δρόµο, άνθρωποι φιλόξενοι που σε βάζουν στο σπίτι τους και σε κερνάνε σπιτικό λικεράκι και καφέ και σου διηγούνται µε την ήρεµη περηφάνια ανθρώπων που πορεύονται και ζυγίζονται στη ζωή µε καλά φυλαγµένους κώδικες την ιστορία του τόπου τους. Από τη βεράντα του σπιτιού του που βρίσκεται στη σκιά του πύργου, ο Χρήστος Αθ. Ποµάκης, πρώην πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισµού της Γαλάτιστας για πολλά χρόνια, µου δείχνει στον κάµπο τους αµέτρητους ελαιώνες. Στεκόµαστε για λίγο στις τεράστιες επιχωµατώσεις των µεταλλείων του Βάβδου που φαίνονται στην απέναντι πλαγιά και µου εξηγεί πως στα µεταλλεία αυτά γινόταν από τα προπολεµικά ακόµα χρόνια εξόρυξη λευκόλιθου. Επί Γερµανικής κατοχής οι Γερµανοί οικειοποιήθηκαν τα κοιτάσµατα της περιοχής, οργανώνοντας την εργασία µε τρόπο που αποκάλυπτε µακροπρόθεσµα σχέδια εκµετάλλευσης. Το 1957 και για 40 χρόνια η γερµανο-αυστριακή εταιρία MAGNOMIN ανέλαβε την εκµετάλλευση του ορυκτού πλούτου. «∆υόµιση ώρες ποδαρόδροµο» έκαναν οι εργαζόµενοι στα µεταλλεία Γαλατσάνοι για να πάνε, και άλλα τόσα να γυρίσουν. Όµως όταν έληξε η σύµβαση µε το Ελληνικό ∆ηµόσιο και παρά τον αγώνα των κατοίκων της περιοχής για δέσµευση των εγκαταστάσεων σε αντάλλαγµα για τη µη αποκατάσταση του περιβάλλοντος στην οποία -αν και υποχρεωµένη- δεν προέβη ποτέ η εταιρία, τα µεταλλεία έκλεισαν. Ακολούθησε ο οικονοµικός µαρασµός των κατοίκων του Βάβδου ενώ 4.000 στρέµµατα δασικής έκτασης στο βουνό µετατράπηκαν ανεπίστρεπτα σε σεληνιακό τοπίο, µην αφήνοντας καµία αµφιβολία για τη σύγχρονη µοίρα της Χαλκιδικής αν υλοποιηθούν τα σχέδια µετατροπής της σε «Ελντοράντο» πολυεθνικών εταιριών εξόρυξης, µε αµφιλεγόµενα οφέλη για τον τόπο και τη χώρα.

Σπουδαίοι κτηνοτρόφοι

Όι Γαλατσάνοι επεκτάθηκαν δυναµικά στον τοµέα της κτηνοτροφίας και σήµερα παράγουν 65-70000 αιγοπρόβατα ετησίως. Παράλληλα επενδύσανε και στον µεταποιητικό τοµέα µε µονάδες παραγωγής γαλακτοκοµικών και άλλων προϊόντων. Για την προώθηση των τοπικών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων αλλά και την καθιέρωση της Γαλάτιστας ως προορισµό, ο δραστήριος αγροκτηνοτροφικός συνεταιρισµός επινόησε τη τριήµερη Γιορτή Κτηνοτροφίας η οποία ήδη από το 2ο χρόνο της διοργάνωσης της έχει γίνει θεσµός και τελείται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Αγροτικής Παραγωγής και Τροφίµων. Στη Γιορτή αυτή συµβάλουν όλοι οι τοπικοί φορείς και ειδικά ο Σύλλογος γυναικών Γαλάτιστας µε τοπικά εδέσµατα και µε την γνωστή χορευτική οµάδα του η οποία αναδεικνύει την πλούσια µουσικοχορευτική παράδοση του χωριού που φηµίζεται εδώ και δεκαετίες για τους χορευτές, τραγουδιστές και µουσικούς της. Μέχρι και σήµερα εδρεύει στη Γαλάτιστα εργαστήρι κατασκευής χειροποίητων µουσικών οργάνων. Στη Γαλάτιστα δραστηριοποιείται και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τεχνών «Ανθεµούσες» που µεριµνά για τη διάδοση της ζωγραφικής, αγιογραφίας, αγγειοπλαστικής κ.λ.π. και αγωνίζεται για τη δηµιουργία ενός λαογραφικού µουσείου. Η επίσκεψη στη Γαλάτιστα είναι µια εµπειρία για το πως οι άνθρωποι, διατηρώντας την αυθεντικότητά τους και κρατώντας την νεολαία κοντά τους, δηµιουργούν µε ίδια πρωτοβουλία ευκαιρίες και προοπτικές για τον τόπο τους. Μια συνταγή που µπορεί να µετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για πολλές περιοχές της υπαίθρου µας.

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:

    Στη Γαλάτιστα δεν υπάρχει ξενώνας. Εµπνευσµένες από τα τοπικά προϊόντα συνταγές αποτελούν ο τράγος γιουβέτσι Γαλάτιστας και η Σαλάτα Γαλάτιστας από µαρούλι, γίδα βραστή και γραβιέρα Γαλάτιστας. Απολαύστε ακόµα γίδα στη γάστρα, µοσχάρι µε µελιτζάνα ή µοσχαροκεφαλή στις ταβέρνες του χωριού. ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες εθίµου καµήλας είναι της Φανής Παντζιαρέλα, την οποία θερµά ευχαριστούµε.

Χάρτης