Το περιβόλι της Παναγιάς - Ταξίδι πρώτο στο Άγιο Όρος
5.0/5 κατάταξη (6 ψήφοι)
Κείμενο: Νίκος Υφαντής, Αλεξία Τούλιου - Φωτογραφίες: Νίκος Υφαντής

Ξημερώματα τούτης της άνοιξης βρέθηκα σε μια μικρή πολιτεία της Χαλκιδικής, που θέλει στ' όνομά της μια δόση ουρανού. Πειράζοντας συνεχώς το σκληρό μου μούσι, το οποίο καιρό τώρα άτακτα συντηρώ, σηκώνω συνοφρυωμένος το βλέμμα στον ήλιο της Ουρανούπολης. Τα μακριά μανίκια και παντελόνια που φορώ, δεν επιτρέπουν στη θέρμη του πρώιμου καλοκαιρινού ήλιου να ζεστάνει το δέρμα μου, εξασφαλίζουν όμως την ευσεβή και ασφαλή μου μετάβαση στον «επουράνιο» προορισμό μου. Όπως ο ξενιτεμένος την γυναίκα, έτσι κι εγώ αφήνω στην πόλη τις προσφιλείς, εγκόσμιες συνήθειες να με καρτερούν. Και ξεχωρίζοντας στα δυο τα συνθετικά του ονόματός της, είμαι έτοιμος να ριχτώ σε αυτήν την πρωτόγνωρη μεταφυσική ταξιδιωτική εμπειρία.

Ήδη τα πάντα ελαφραίνουν, μέχρι και τα υλικά νιώθω να βιώνουν μια απουσία βαρύτητας, καθώς η μοναδική μου αποσκευή αναρριχάται στους ώμους. Μια αλλαξιά χωρά και ίσως κι αυτή περιττή, όταν αποφασίζεις ν' απογυμνώσεις την ψυχή σου. Με το πολυπόθητο ιερό διαμονητήριο να κρατώ σφιχτά και στα δυο μου χέρια, υπομένω τον αστυνομικό έλεγχο, λίγο πριν το βήμα μου με φέρει στο κατάστρωμα, που θα ενώσει θάλασσα και ουρανό, για να με ταξιδέψει στην ιερή γη του, εκεί που βασιλεύει μόνο μια κυρά, η Παναγιά.

Βραχύς ο καιρός για τις Άγιες μέρες και οι συνταξιδιώτες μου βαρείς και ταπεινοί. Ο θόρυβος της μηχανής του καραβιού, το γύρισμα της σελίδας του βιβλίου, και οι ψίθυροι μιας προσευχής, ενσαρκωμένες ευχούλες που σκαρφαλώνουν κόμπο-κόμπο στο μακρύ κομποσχοίνι, ολοκληρώνοντας ακόμη μια στροφή. Η ηρεμία που υφαίνουν τα σύννεφα, διαλύεται με τα φασαριόζικα θαλασσοπούλια. Μουδιασμένος σηκώνομαι να χαρώ την επίσκεψη, προτάσσοντας διστακτικά στον αέρα το παξιμάδι της μάνας μου. Αποφασιστικά και δυνατά, με ακρίβεια χιλιοστού, ένας γλάρος που παραφυλά ξοπίσω μου τ' αρπάζει απο το χέρι μου. Αστραπιαία σκύβω να προφυλαχτώ. Η αφέλειά μου σκορπά με τα γέλια των προσκυνητών. Ξάφνου απέναντι ξεπροβάλλει ένα βουναλάκι. Είναι αυτή η απαρχή του θείου Όρους, που θα κορυφωθεί στο βάθος σε μια τέλεια λίθινη πυραμίδα ύψους 2033μ. Το Άγιο Όρος ξεκινά δειλά να μας συστήνεται με τους μικρούς αρσανάδες των μονών.

Το περιβόλι της Παναγιάς – όπως συχνά αποκαλείται το Όρος – διαθέτει 20 μονές, 12 σκήτες και αρκετά κελιά, βυζαντινούς θησαυρούς, πολύτιμα κειμήλια και σπάνιες, ανεκτίμητης αξίας βιβλιοθήκες. Με το καράβι να σιγοπλέει αποχαιρετώ τη μονή Ζωγράφου, μα περισσότερο σαστίζω σαν αντικρίζω τη μονή Δοχειαρίου, η οποία θυμίζει πέτρινο φρούριο. Πριν την αφήσω κι αυτή πίσω, προσπαθώ ν’ αποστηθίσω όλη την ομορφιά. Ιπποτική, προσκαλεί τους πιστούς με τους δυο αρχαγγέλους της, οικοδεσπότες, έναν δεξιά κι έναν αριστερά να ορθώνονται ως αγάλματα σε κίονες ψηλούς, φύλακες και προστάτες της στους αιώνες. Ξεμακραίνοντας και από την Ξενοφώντος έκθαμβος μένω να κοιτώ την ρωσικής τεχνοτροπας, Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, μια σωστή πολιτεία που με τους σμαραγδένιους θόλους της επιβάλλεται πολυτελώς. Η ανυπομονησία μου φουντώνει να βρεθώ στις δικές μου μονές. Σχεδόν μήνα χρειάζεται κάποιος για να οργανώσει μια επίσκεψη στο Άγιο Όρος και πρέπει να γνωρίζει, ότι δεν μπορεί να φιλοξενηθεί πάνω από τρεις μέρες συνολικά και αυτές μοιρασμένες σε διαφορετικές μονές.

Καρυές

Το καραβάκι μας δένει στη Δάφνη και είναι η πρώτη φορά που θα πατήσω το πόδι μου σε αυτόν τον πολυκουβεντιασμένο  Άγιο Τόπο. Δεν προλαβαίνω ούτε να νιώσω. Κλέφτης το άγχος στις πρώτες μου εικόνες. Τρέχουμε όλοι γρήγορα, μην φύγει το λεωφορείο, που θα μας μεταφέρει στην πρωτεύουσα, τις Καρυές. Αλαφιασμένος κάθομαι πίσω-πίσω, καθώς οι πρώτες οχτώ θέσεις προορίζονται αποκλειστικά για τους μοναχούς.

Στο χωριουδάκι των Καρυών υπάρχουν μόνο σκήτες και κελιά. Ένας καφενές, ένας φούρνος, ένα φαρμακείο και μικροκαταστήματα με αναμνηστικά. Αυτοκίνητα θυμίζουν τον κόσμο που ζούμε, μόνο που εδώ υπάρχουν για την εξυπηρέτηση των μοναχών αλλά και την αποπεράτωση των εργασιών. Οι επισκέπτες θα περιηγηθούν πεζοί στα μονοπάτια του Αγίου Όρους ή με ταξί στον έναν δρόμο που διαθέτει. Στη σκήτη του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές, στεγάζεται και η περίφημη Αθωνιάδα Ακαδημία, η οποία παρέχει δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με οικότροφους που οργανώνονται και ζουν κοινοβιακά. Οι γιορτές είναι η ευκαιρία να επανενωθούν με τις οικογένειές τους. Στο Πρωτάτο των Καρυών φυλάσσεται και η θαυματουργή εικόνας της Παναγίας «Άξιον Εστί». Με ευλάβεια προσκυνώ γονατιστός πάνω στο μάρμαρο, εκλιπαρώ τη βοήθειά της και είμαι έτοιμος να εξερευνήσω αυτό το τόσο ενεργειακό μέρος, που ο Θεός έχει ευλογήσει να έχει αυτάρκεια σε αγαθά, από στεριά και θάλασσα.

Μονή Φιλοθέου

Με μπούσουλα την άριστη διαδικτυακή κατατόπιση και τις σημάνσεις των καλογέρων παίρνω το μονοπάτι για τη Μονή Φιλοθέου. Βήμα ταχύ και τάμα που χρωστώ μια προσευχή, ελέγχουν την αναπνοή μου, καθώς γρηγορεύω για να προφτάσω την πύλη της μονής ανοιχτή. Οι κανονισμοί είναι αυστηροί κι αν τύχει και σε βρει η δύση κανείς δεν πρόκειται να σου ανοίξει. Και είναι η δύση αυτή το ορόσημο για το ξεκίνημα της νέας ημέρας, η πρώτη ώρα η βυζαντινή. Άλλη μέρα και άλλη ώρα εδώ, μα ευτυχώς, ύστερα από τρεισήμιση ώρες ποδαρόδρομο φτάνω εγκαίρως στο Μοναστήρι. Όσο περιμένω τον αρχοντάρη να με οδηγήσει στο δωμάτιό μου, μελετώ τους κανονισμούς. Ως γνωστόν σε αυτήν την αυτόνομη πολιτεία τα πάντα δουλεύουν διαφορετικά. Οι απαγορεύσεις και η αυστηρότητα των μοναχών, όπως τους βλέπω σκυφτούς να περνούν εμπρός μου μετά το πέρας της λειτουργας, υποδηλώνουν την αδιαφορία σε οποιαδήποτε τουριστική ανάπτυξη. Αντιθέτως, θεωρώ πως σου δίνουν μια ευκαιρία να πλησιάσεις λίγο πιο κοντά στον Θεό.

Απομεσήμερο και ήρθε επιτέλους η ώρα για το φαγητό. Αποκαμωμένος οδηγούμαι στην τράπεζα μέσα από έναν κλειστό ξύλινο διάδρομο, ο οποίος τη συνδέει με το καθολικό. Συνηθισμένος ευγενής μάταια πασχίζω να σκοντάψω σ' ένα βλέμμα, να ψυχανεμιστώ ένα νεύμα ή έστω ένα μικρό τσαλάκωμα των χειλιών σε ελαφρύ μειδίαμα. Όλα είναι σιωπή, όλα είναι ιερά. Ένας μοναχός στον άμβωνα έχει αναλάβει να διαβάζει προσευχές και εμείς ετοιμαζόμαστε να φάμε νηστίσιμα. Στο Άγιο Όρος κρέας δεν τρώνε, γι' αυτό και δεν υπάρχουν πουθενά οικόσιτα ζώα, μόνο μουλάρια για μεταφορά και πελαγίσια ψάρια. Οικονομικά πορεύονται κυρίως από χειροτεχνίες, ξυλογλυπτική και αγιογραφίες. Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη λόγος που δε θα συναντήσεις ζώα πάρα μόνο πολύχρωμα πετούμενα. Εδώ το άβατο δεν πρέπει να παραβιαστεί από κανένα έμβιο θηλυκό ον για χάρη της Παναγιάς και αυτό οφείλει να είναι σεβαστό ακόμη και ως παράδοση αιώνων. Φασολάκια λοιπόν και γεμιστά είναι ψημένα σε ξύλα πάνω στη φωτιά, κάτι που τα κάνει απρόσμενα εύγεστα. Τα συνοδεύουν άριστα, μαύρο ψωμί, τσακιστές ελιές και βαθυκόκκινος ημίγλυκος οίνος απ'τα φροντισμένα αμπελάκια των μοναχών, που σαν κοινωνία ρέει στα τσίγκινα ποτήρια. Με κίνδυνο επίπληξης μα χωρίς να μπορώ ν' αντισταθώ σε αυτή την απόλαυση, ήπια παραπάνω από ένα και δεν το μετάνιωσα, καθώς απαλό το ένιωθα να εξαγνίζει τα σωθικά μου.

Ο ήλιος πίσω απο τα βιτρώ παράθυρα στην τράπεζα άρχισε κι απόψε να πεθαίνει και λαβωμένος να τρεμοκοκκινίζει το αίμα του, στα αυλακωμένα πρόσωπα των μοναχών. Ναι, είναι η πρώτη ώρα και η υπενθύμιση της φύσης του Θεού για το διάβα της μοναστικής ζωής που δεν είναι άλλη παρά μια καθημερινή πρόβα θανάτου, καθώς αυτή επιδίδεται στην αέναη μάχη με τους σαρκικούς πειρασμούς.

Το δωμάτιο μου λιτό και πεντακάθαρο. Άνθρωπο να πω μια κουβέντα δεν βρήκα. Αύριο θα πάρω τον δρόμο για τη Μονή Ιβήρων.

Μονή Ιβήρων

Με παράκαμψη από τη Μονή Καρακάλου χάνομαι όλο και περισσότερο στο μονότονο μα τόσο αναζωογονητικό πράσινο. Το καντηλάκι ανάβει στον απομακρυσμένο Άγιο Γεώργιο σημάδι ανδρός, παρέμβαση και ατέρμονη φροντίδα για να παραμείνει το τελετουργικό ζωντανό. Από σκονισμένους τρακτερόδρομους ξεπέφτω σε λιθόστρωτα καλντερίμια. Στη σχηματισμένη λιμνούλα κάτω από μια βρύση κοντοστέκομαι, πριν ξεδιψάσω και καθρεφτίζοντας το ταλαιπωρημένο μου πρόσωπο, πόσο μου θυμίζει τα σμιλεμένα απο το χρόνο σκαλοπάτια του μονοπατιού, τα πολυχρησιμοποιημένα, που όμως αντέχουν να δείχνουν τον δρόμο. Κι όμως δεν με νοιάζει ο χρόνος ο άκαρδος, γιατί κάπως έτσι φαντάζομαι τον παράδεισο, χρωματιστό και γήινο. Ένα μπλε να ξεκουράζει τις ψυχές κι ένα πράσινο να τις ζωηρεύει. Η ησυχία είναι τόσο εκκωφαντική, που η κραυγή μέσα μου δεν κρατιέται και ξεσπάει σ' έναν κόμπο στο τέλος της γλώσσας. Λίγο ακόμη και θα εναρμονιστεί με τη μουσική της πλάσης. Το μονοπάτι που διαβαίνω δεν με οδηγεί πια στη Μονή, αλλά στον πιο εσωτερικό εαυτό μου, που μου συστήνεται απο την αρχή σαν φίλος ξεχασμένος, πιο ελεύθερος και πιο διαλλακτικός.

Το γεφυράκι θα με περάσει πάνω απο το ποταμάκι, να με φέρει σε μια από τις πιο εντυπωσιακές μονές του Αγίου Όρους, τη Μονή Ιβήρων, το σπίτι της θαυματουργής Παναγιάς της Πορταϊτισσας. Τριγύρω κορμοί ξύλων φανερώνουν τις υλοτομικές δραστηριότητες, αμπέλια προστατευμένα σε ξύλινες πέργκολες, ένα πέτρινο υδραγωγείο, μικροί κηπάκοι και μια μελωδία που αντηχεί στο καμαρωτό καμπαναριό στο κέντρο της αυλής, συνθέτουν το σκηνικό. Το μοναστήρι ντύνεται με πέτρα, μα όσο ψηλώνει, χρωματίζει το εξωτερικό σαν να έκλεψε θαρρείς κάποιες απο τις φευγαλέες ανταύγειες ενός ουράνιου τόξου, που ήρθε κάποτε σαν σημάδι ελπίδας και χαράς.  

Στο κυλικείο αυτοεξυπηρετείσαι, γι' αυτό θα φτιάξω μόνος έναν καφέ αχνιστό και μυρωδάτο. Μετά απο τις νερόβραστες μεν, πεντανόστιμες δε φακές που βλασταίνουν λευκές φύτρες σαν πάνσοφα κεφαλάκια, θα ξεκουραστώ για να παραστώ στη νυχτερινή λειτουργία. Ασπαζόμενος τα λείψανα 160 Αγίων εισέρχομαι εν μέσω της νυκτός στον ναό. Σε βαθιά κατάνυξη, σ’ έναν θεοσκότεινο ναό, οι μοναχοί προσκυνούν ένας-ένας την Παναγιά, ενώ ψάλλουν αρμονικά. Φαντάζουν διάφανα τα πρόσωπά τους, καθώς αυτά αχνοφέγγουν στις φλόγες των κεριών. Μόνο τα ράσα διαγράφουν την ανθρώπινη παρουσία  και λες είναι αυτά που τραβούν κάτω τούτες τις μορφές σε έναν επίγειο τάφο ανοιχτό και μαύρο, και μόνο η πίστη με την προσευχή και ψήγματα καθαρής ψυχής ανέρχονται με τον καπνό απο το κερί ψηλά στον τρούλο, σαν μικρές αλήθειες να συναντήσουν τον φιλεύσπλαχνο Θεό, ο οποίος πάντα ανταμείβει τον ενάρετο βίο δίνοντας την αιώνιο ζωή και το μέγα έλεος.

Έρημος

Ξαπλωμένος στην κλίνη μου νιώθω συνταραγμένος από την αγιότητα των πάντων και ηλεκτρίζομαι από την ενέργεια της ατμόσφαιρας. Η σκέψη μου τρέχει πιο γρήγορα φρενάροντας απότομα στην ιδέα του μοναχισμού. Εδώ, στο Άγιο Όρος, σε μια γωνιά λίγο πριν το ακρωτήρι τελειώσει, τα πάντα στερεύουν κι ερημώνουν. Το πράσινο γκριζάρει μεμιάς και άνθρωπος εδώ δεν λογάς πώς ζει. Είναι η περιοχή «Έρημος» του Αγίου Όρους στην οποία μόνο ατρόμητοι και βαθιά πιστοί, σαν αγέρωχοι αητοί μονάζουν σε κελιά όμοια με δάκρυα που ίσα που συγκρατούνται στα απόκρημνα βράχια του Όρους. Τα λάξευσε θαρρείς έτσι ο Μέγας Γλύπτης για να γκρεμοτσακίζεται κάθε σκέψη κι επιθυμία σαρκική κι ανάγκη υλική. Μα κι αν τύχει και δεν σπάσει ο δαίμονας το ποδάρι του, τότε σηκώνει κύματα θεριά να τις παρασύρουν να χαθούν και να λησμονηθούν στο πιο βαθύ βάραθρο του πελάγους. Οι  προσκυνητές μόνο στην έρημο θ'αντικρύσουν τα περίφημα καυσοκαλύβια, που έκαιγε ο καλόγερος για ν'αναζητήσει αλλού κατοικία, όταν γειτνίαζαν και άλλοι μοναχοί, μα και τα τρομακτικά καρούλια που μόνο ίλιγγο προκαλούν ακόμη και στους πιο τολμηρούς. Όταν κάποιος αποφασίσει να μονάσει σε κελί παραμένοντας αμόλυντος και πλησιάσει στην τέλεια αφοσίωση, ίσως αντικρύσει τον θρύλο που θέλει σαν άλλοι Έλληνες Θεοί, δώδεκα γυμνούς καλόγερους να κατοικούν στην κορυφή του Όρους. Είναι σχεδόν άυλοι λένε όσοι τους έχουν συναντήσει, ενώ η φύση τους αγγίζει το υπερφυσικό καθώς ούτε τροφή δεν χρειάζονται πλέον για να ζήσουν. Είναι οι εκλεκτοί, που δεν θα γνωρίσουν τον θάνατο κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Κι αν αξιώσει και μένα ο Θεός και δε δειλιάσω εμπρός στο δέος της αφιλόξενης γης, θα βρεθώ σίγουρα στην «Έρημο» την επόμενη φορά.

Το ταξίδι μου στο Άγιο Όρος μικρό μα διδακτικό. Όπως οι μοναχοί έτσι κι εγώ δίχως οικογένεια κάτω απο την σκέπη του Θεού και μόνη οδηγό την Παναγιά ακολούθησα το δικό μου μονοπάτι. Πήρα λοιπόν τον δρόμο του Θεού, να δω πρώτος το θαύμα, εδώ στο σπίτι του στη γη και τον φώναζα και τον έψαχνα και αυτός δεν ανταποκρινόταν. Κι όσο έψαχνα, το μονοπάτι μάκραινε λίγα ακόμη μέτρα πιο δύσκολα από πριν και δύσβατα και το «Εγώ» μου, μεγάλο πειραχτήρι, ξεστράτιζε απο τα ουσιώδη και βαρυγκωμούσε. Δεν ήξερε το άμοιρο ως τώρα, πως ο Θεός είναι παντού, μέσα μας και με τα λίγα γαληνεύει η ψυχή, με τα πολλά θυμώνει και γίνεται αγρίμι αχόρταγο, που ψάχνει να φάει στα μάταια, στα άνομα, στα παραπλανητικά.