Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: You are over your quota.
Διρός Σπήλαιο Γλυφάδα ή Βλυχάδα
5.0/5 rating 1 vote
κείμενο: Βασίλης Γιαννόπουλος | φωτογραφίες: Γιάννης Αθανασόπουλος

Το σπήλαιο Βλυχάδα βρίσκεται στο νομό Λακωνίας, στη χερσόνησο της Μάνης (το νοτιότερο άκρο της ευρωπαϊκής ηπείρου). Η θέση αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στο παρελθόν, ιδίως κατά την περίοδο των παγετώνων, κατά την οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, έγιναν μετακινήσεις ζώων και συνεπώς και ανθρώπων νοτιότερα προς ανεύρεση ηπιότερου κλίματος. Το σπήλαιο «Γλυφάδα» ή «Βλυχάδα» στην τοπική διάλεκτο πήρε το όνομά του από το υφάλμυρο νερό που εκβάλλει στη θάλασσα από τη φυσική είσοδο. Από την είσοδο αυτή και με σκοπό την ανεύρεση πόσιμου ύδατος, το 1923, οι κάτοικοι της περιοχής ανακάλυψαν τυχαία τις πρώτες αίθουσες του σπηλαίου. Η πρώτη συστηματική εξερεύνηση έγινε από τον γεωλόγο-σπηλαιολόγο Ι Πετρόχειλο και τη σύζυγό του, το 1949. Η τουριστική του αξιοποίηση πραγματοποιήθηκε το 1961. Μέχρι το 1992 είχαν χαρτογραφηθεί διάδρομοι συνολικού μήκους 6.200 μ. και έκτασης 34.100 τμ. Από το 1987, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας- Σπηλαιολογίας Ν.Ε., σε συνεργασία με διεθνή ομάδα σπηλαιοδυτών, άρχισε συστηματικά την εξερεύνηση και χαρτογράφηση, των χερσαίων και υποβρυχίων τμημάτων του σπηλαίου και ταυτόχρονα τη μελέτη του σπηλαιοπεριβάλλοντος. Έτσι μέχρι σήμερα έχουν εξερευνηθεί και χαρτογραφηθεί διάδρομοι συνολικού μήκους 14.750 μ. Ένα μεγάλο μέρος από αυτούς βρίσκεται κάτω από τη σημερινή επιφάνεια των υδάτων που έχουν κατακλύσει το σπήλαιο σε παλαιότερες εποχές. Το σπήλαιο έχει διανοιχτεί εντός κρυσταλλικών ασβεστολίθων (πέτρωμα που αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο). Το πέτρωμα αυτό σε συνδυασμό με το παλαιοκλίμα και γενικότερα με τις συνθήκες που επικρατούσαν ευνόησαν την δημιουργία πολλών σπηλαίων στην ευρύτερη περιοχή. Η μορφολογία της Βλυχάδας είναι η κλασική μορφολογία των σπηλαίων που δημιουργούνται στην επιφάνεια του υδροφόρου ορίζοντα, επηρεασμένη τόσο από τις διευθύνσεις των μεγάλων διακλάσεων-ρηγμάτων (μεγάλες αλλά και μικρότερες ρωγμές των πετρωμάτων) της περιοχής και γενικότερα των τεκτονικών φαινομένων, όσο και από τις ευστατικές κινήσεις (μετατόπιση του επιπέδου της θάλασσας που εξαρτάται από το λιώσιμο ή την αύξηση των παγετώνων) του επιπέδου της θάλασσας. Η σημερινή του μορφή σε πολλά σημεία είναι δαιδαλώδης, λόγω της δημιουργίας του πολύ πλούσιου λιθωματικού διακόσμου. Για να κατανοηθεί όμως καλύτερα η πολύπλοκη μορφολογία του σπηλαίου είναι σκόπιμο να χωριστεί στα εξής έξι τμήματα. 1) Λιμναίο τουριστικό τμήμα 2) Χερσαίο τουριστικό τμήμα 3) Τμήμα "Πάνθηρα" 4) Τμήμα "Νυχτερίδων" 5) Μεγάλο σιφόνι 6) Υποβρύχιο τμήμα

Λιμναίο τουριστικό τμήμα

Το σχήμα της φυσικής στοάς αυτού του τμήματος είναι ελλειψοειδές. Στην πραγματικότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία αίθουσα, διαμορφωμένη από το σταλαγμιτικό υλικό. Ανάμεσα στο ΒΑ και ΝΔ τμήμα του διαδρόμου πολύ λίγα είναι τα τεμάχη του φυσικού αρχικού πετρώματος (ασβεστόλιθου). Το τμήμα αυτό αρχίζει από την κύρια τεχνητή είσοδο. Ένας διάδρομος με σκάλες οδηγεί στην πρώτη αίθουσα που έχει διαμορφωθεί σε αποβάθρα. Από αυτό το σημείο αρχίζει το λιμναίο τμήμα. Μια τεχνητή γαλαρία, διαστάσεων 2x2 μ. περίπου, έχει διανοιχτεί για να ενώσει την πρώτη αίθουσα με την "μεγάλη λίμνη". Το βάθος του πυθμένα του τεχνητά διανοιγμένου τμήματος κυμαίνεται από 40-80 εκ. ανάλογα με τις παλίρροιες, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα και την στάθμη των υδάτων μέσα στο σπήλαιο. Από την "μεγάλη λίμνη" ένας φυσικός πλέον διάδρομος μήκους περίπου 300 μ. έχει κατεύθυνση προς τα νοτιοανατολικά και περνάει ανάμεσα από σταλαγμιτικές κολώνες που κάνουν πολύ σύνθετη την τοπογραφία. Σε αυτό το τμήμα οι επεμβάσεις διαπλάτυνσης είναι λίγες. Στο τέλος του διαδρόμου δεξιά υπάρχει πέρασμα που οδηγεί στην αίθουσα του "πάνθηρα", ενώ προς τα αριστερά, με διεύθυνση προς βορρά, έχει διανοιχθεί άλλη τεχνητή γαλαρία που οδηγεί στην "κόκκινη αίθουσα", με διεύθυνση πλέον ΒΔ (στο τέλος αυτής της στοάς και στην αρχή της "κόκκινης αίθουσας" με κατεύθυνση αντίθετη αρχίζει το "μεγάλο σιφόνι"). Και εδώ ο διάδρομος είναι πάλι φυσικός, ανάλογος με τον προηγούμενο, και καταλήγει ξανά στη μεγάλη λίμνη. Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του διαδρόμου είναι τα πολλά υποβρύχια τμήματα (σιφόνια) με διεύθυνση κυρίως ΝΑ, καθώς και η αίθουσα του "Μεγάλου Ωκεανού", διαστάσεων 30 x 10 μ., όπου εντοπίστηκε και το μεγαλύτερο βάθος του σπηλαίου στα - 75 μ. Από την "μεγάλη λίμνη" η διαδρομή συνεχίζει προς ΒΔ για να φθάσει μετά από 70 περίπου μέτρα στην αρχή του χερσαίου τουριστικού τμήματος. Από αυτή την αίθουσα αρχίζει με κατεύθυνση προς νότον η αίθουσα των "νυχτερίδων".

Χερσαίο τουριστικό τμήμα

Πάντα με την ίδια κατεύθυνση ΒΔ, συνεχίζει το χερσαίο τουριστικό τμήμα. Πρόκειται για επιμήκη διάδρομο με αρκετή διακόσμηση που καταλήγει σε αίθουσα με διεύθυνση Βορρά-Νότο. Σε αυτή την αίθουσα έχει διανοιχθεί τεχνητή σήραγγα που οδηγεί εκτός του σπηλαίου. Γενικά οι ανθρώπινες επεμβάσεις εδώ είναι αρκετά εμφανείς, κυρίως με την προσθήκη τσιμέντου για την διαμόρφωση του διαδρόμου.

"Τμήμα "Πάνθηρα"

Αποτελείται από ένα λιμναίο και ένα χερσαίο τμήμα. Το λιμναίο τμήμα αποτελεί συνέχεια του τουριστικού λιμναίου και χωρίζεται από αυτό με σταλακτιτικά παραπετάσματα. Η διεύθυνσή του είναι στην αρχή νότια και κατόπιν νοτιοανατολική. Το μήκος του είναι περίπου 500 μ. Κοντά στο τέλος του λιμναίου τμήματος και δεξιά αρχίζει το χερσαίο τμήμα, το οποίο βρίσκεται περίπου 10 μ. ψηλότερα από την επιφάνεια του νερού. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το "απολιθωμένο" τμήμα του σπηλαίου. Η διεύθυνσή του είναι Ανατολή - Δύση. Και εδώ η ύπαρξη του υγρού στοιχείου είναι έντονη με μια σειρά από μικρές λίμνες. Στο τέλος αυτού του τμήματος εντοπίστηκαν δύο σκελετοί θηλαστικών, οι οποίοι ανήκουν σε πάνθηρες. Σε όλο αυτό το τμήμα ο σταλαγμιτικός διάκοσμος είναι πολύ έντονος, και δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες ανθρώπινες επεμβάσεις.

Τμήμα "Νυχτερίδων"

Κοντά στην αρχή της χερσαίας τουριστικής διαδρομής, και με διεύθυνση νότια, αρχίζει το τμήμα των "νυχτερίδων". Η πρώτη διακλάδωση βρίσκεται μετά από 40 μέτρα περίπου αριστερά και οδηγεί στο λιμναίο τουριστικό τμήμα. Μετά από 10 περίπου μέτρα υπάρχει άλλη διακλάδωση προς τα δεξιά που οδηγεί στην αρχή του χερσαίου τουριστικού τμήματος. Στο μεγαλύτερο τμήμα αυτών των διακλαδώσεων υπάρχει νερό. Ο κυρίως διάδρομος συνεχίζει και φθάνει στην πρώτη μεγάλη αίθουσα με λεπτούς και μεγάλους σταλαγμίτες. Από το τέλος της πρώτης αίθουσας το σπήλαιο γίνεται πάλι λιμναίο μέχρι την τρίτη και μεγαλύτερη αίθουσα, χαρακτηριστικό της οποίας είναι οι πολύ μεγάλες και σχετικά πρόσφατες κατολισθήσεις. Από την αρχή αυτής της αίθουσας και προς τα δεξιά συνεχίζει χερσαίος στενός διάδρομος προς τα δυτικά με πολλές και νέες κατολισθήσεις. Αριστερά της αίθουσας υπάρχει άλλος διάδρομος λιμναίος με κατεύθυνση ανατολικά και κατόπιν βόρεια, που διακόπτεται από σταλαγμιτικό παραπέτασμα. Καμία επέμβαση δεν έχει γίνει σε αυτά τα τελευταία τμήματα.

Μεγάλο σιφόνι

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό αρχίζει στην αρχή της "κόκκινης αίθουσας" με κατεύθυνση νοτιο-ανατολική. Το πρώτο του τμήμα είναι λιμναίο και κατόπιν γίνεται υποβρύχιο. Το μήκος του είναι περίπου 850 μ. και το βάθος του κυμαίνεται από -1 μ. έως - 5 μ. Η σπουδαιότερη παρατήρηση εδώ, αλλά και ίσως σε όλο το σπήλαιο, είναι ότι εντοπίστηκε σε αυτό το σημείο ρεύμα νερού που δείχνει τη προέλευση του γλυκού νερού από το όρος Σαγγιάς.

Υποβρύχιο τμήμα

Περιλαμβάνει όλα τα υποβρύχια τμήματα που έχουν εξερευνηθεί έως τώρα. Πρόκειται για ένα παλαιοκάρστ (παλαιά σπηλαιογένεση) με πολλούς σταλακτίτες ακόμα και σε βάθος 71 μ. . Οι διάδρομοι που υπάρχουν έχουν δημιουργηθεί κυρίως από σταλαγμιτικό διάκοσμο και λιγότερο από την διάβρωση και διάλυση του ασβεστόλιθου. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλη την επιφάνεια, όχι μόνο του πυθμένα αλλά και των τοιχωμάτων των υποβρυχίων διαδρόμων, είναι η ύπαρξη ιλύος, πάχους 1-20 cm. Η διάβρωση του υποβρυχίου διακόσμου και γενικότερα του πετρώματος είναι εμφανής σε όλο αυτό τμήμα, με εντονότερα χαρακτηριστικά από τα -6 μ. και κάτω. Από αυτό το βάθος και κάτω παρατηρήθηκε επίσης μια μείωση του διακόσμου με σταλακτίτες και σταλαγμίτες λιγότερους σε αριθμό και μεγαλύτερους σε διαστάσεις. Στο πλαίσιο της γενικότερης μελέτης του σπηλαιοπεριβάλλοντος έχουν πραγματοποιηθεί πολλές μελέτες σε όλους τους τομείς τους σχετικούς με το σπήλαιο και την ευρύτερη περιοχή. Σημαντικότατο εύρημα αποτελεί ο εντοπισμός πληθώρας οστών ζώων κατά η διάρκεια των σπηλαιοκαταδύσεων, τα οποία αποτέλεσαν ειδικό αντικείμενο έρευνας. Στην πλειονότητά τους ανήκαν σε ιπποπόταμους. Εντοπίστηκαν επίσης οστά ύαινας για πρώτη φορά τόσο νότια στην Ευρώπη, καθώς και οστά πάνθηρα, λιονταριού, ελαφιού, τρωκτικών, πτηνών και φώκιας. Η χρονολόγηση έγινε στο κέντρο έρευνας ισοτόπων του Πανεπιστημίου Gröningen της Ολλανδίας και έδωσε έμμεση χρονολόγηση 31.650 ± 550 B.P.. Η ανεύρεση τόσο μεγάλου αριθμού οστών ιπποποτάμων καθιστά τη θέση αυτή τη σημαντικότερη στον ελλαδικό χώρο και μια από τις σημαντικότερες στην Ευρώπη. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί περισσότερα από 350 ακέραια οστά και πάνω από 900 τμήματα οστών, ενώ παράλληλα έχουν εντοπιστεί νέες θέσεις με οστά. Η εξέταση των ιζημάτων και της μορφολογίας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο της θάλασσας, σε σχέση με το σπήλαιο, την εποχή που ζούσαν οι ιπποπόταμοι ήταν μόλις λίγα μέτρα χαμηλότερα από το σημερινό. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι έχουμε εντοπίσει διάκοσμο σε όλο το υποβρύχιο τμήμα και σε διάφορα βάθη, ως και 70 μ., δεδομένου ότι ο διάκοσμος αυτός, σύμφωνα με τις απόλυτες χρονολογήσεις, είναι νεότερος {18.000 χρόνια}. Μια από τις σημαντικότερες ίσως παρατηρήσεις και μελέτες ήταν ο εντοπισμός μιας μελανής επιφανειακής επίστρωσης τόσο στα τοιχώματα και τον διάκοσμο που βρίσκονταν σε βάθος μεγαλύτερο των 50cm., όσο και στο εκτεθειμένο στο νερό οστεολογικό υλικό. Το μαύρο επίχρισμα που κάλυπτε το δείγμα αποδείχθηκε με την μέθοδο της μικροανάλυσης, ότι αποτελείται από άμορφα οξείδια του μαγγανίου με μικρή περιεκτικότητα σιδήρου. Κατά την διάρκεια μελετών που πραγματοποιήσαμε την περασμένη δεκαετία σε παλαιοντολογικό υλικό και γενικότερα στο περιβάλλον ενός υποθαλασσίου σπηλαίου στη Κρήτη, εντοπίσαμε την παρουσία ενός ίδιου επιφανειακού στρώματος μαγγανίου, στις εσωτερικές αίθουσες του σπηλαίου που είχε καλύψει τόσο τον διάκοσμο όσο και το εκτεθειμένο στο νερό παλαιοντολογικό υλικό. Οι πρώτες μελέτες μας οδηγούν στο συμπέρασμα μιας πολύ μεγάλης υποθαλάσσιας ηφαιστειακής έκρηξης και της αντίστοιχης «μόλυνσης» της θάλασσας με οξείδια του μαγγανίου. Η έρευνα σήμερα συνεχίζεται και επικεντρώνεται στα εξής σημεία: Στη διερεύνηση των αιτίων της παρουσίας του παλαιοντολογικού υλικού εντός του σπηλαίου Βλυχάδας. Στην αιτιολόγηση της δημιουργίας του στρώματος μαγγανίου σε όλες τις εκτεθειμένες στο θαλάσσιο νερό επιφάνειες. Και τέλος, στον ακριβέστερο προσδιορισμό της χρονικής στιγμής της εναπόθεσης του μαγγανίου, καθώς και στο εύρος εξάπλωσης αυτού του φαινομένου.

 

 

 

 

 

 

 

Χάρτης