Ειδοποίηση
  • Google Geocoding API error: The request was denied.
Επίδαυρος
4.8/5 κατάταξη (5 ψήφοι)
κείμενο:Εύη Αισώπου | φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Ντόκος
 
Εδώ, τα δέντρα σκύβουν να δροσιστούν στα καταγάλανα νερά. Εδώ χτυπάει η γαλαζοπράσινη καρδιά της φύσης. Εδώ παίζει η ζυγαριά το αινιγματικό παιχνίδι της και μοιράζει το χώρο κατά πως θέλει στους ασάλευτους κορμούς του βουνού και στην αιώνια κίνηση του νερού. Περπατώ δίπλα στη θάλασσα όπου ανεπαίσθητα ρυτιδώνει απ' το απαλό φύσημα του ανέμου... Καλημερίζω παλιούς ναυτικούς που επισκευάζουν τα καΐκια τους στην ακροθαλασσιά με το γαλάζιο μάτι τους να' ναι  πλημμυρισμένο από λαχτάρες και οράματα. Στο ξέφωτο αντικρύζω με μια ματιά την ύλη να μετουσιώνεται σε πνεύμα...   
 
 

Μονή Αγνούντος

Καθώς κατεβαίνει κανείς απ’ την Αθήνα προς την ονειρεμένη Επίδαυρο γεμάτος προσμονή και έκσταση, το πρώτο φως της μέρας εναρμονίζεται με τη λάμψη της εσωτερικής ιερότητας που εκπέμπει το χιλιόχρονο μοναστήρι της Χριστιανοσύνης, η «Μονή Αγνούντος».
Η πρώτη στάση: κατανυκτικό προσκύνημα στο αρχαιότερο μοναστικό φρούριο της Επιδαυρίας, μοναδικής και ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας. Η Μονή, σύμφωνα με τους μελετητές, χτίστηκε τον 11ο αιώνα και περιβαλλόταν από τείχος για την προστασία των μοναχών απ’ τις επιδρομές. Η κατασκευή του Κυρίως Ναού υπήρξε ιδιαίτερα σύνθετη αφού συνδυάζει διάφορους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Εσωτερικά ο προσκυνητής μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της μονόκλιτης βασιλικής με τρούλο. Στο εσωτερικό του Ναού που είναι αφιερωμένος στην «Κοίμηση της Θεοτόκου» οι μισοφωτισμένες μορφές των αγίων διαπερνούν με το σιωπηλό τους βλέμμα, θαρρείς, την ψυχή σου και τη λυτρώνουν. Έτσι εξαγνισμένος ο επισκέπτης αφήνει πίσω του τον ευλογημένο χώρο και αφουγκράζεται γύρω του και μέσα του μια αναβλύζουσα πνευματικότητα που θα τον συνοδεύει στο υπόλοιπο του ταξιδιού του.
 

Νερόμυλος (Ν. Επίδαυρος)

Από τη Ν. Επίδαυρο και επί της παλιάς εθνικής οδού Κορίνθου-Λυγουριού βρίσκεται ο Νερόμυλος, ένα υπαίθριο μουσείο υδροκίνησης. Κάτω απ’ τα αρχαία προμυκηναϊκά τείχη της Βασσιάς, σ’ ένα χώρο έξι στρεμμάτων που φτάνει μέχρι την κατάφυτη ρεματιά με τα σκιερά πλατάνια, αναστηλώθηκαν, με πολύ μεράκι και αγάπη στις παραδόσεις και το λαϊκό πολιτισμό, ένα ολόκληρο εργαστήρι παραγωγής αλεύρου, πλιγουριού αλλά και πατητήρι σταφυλιών, αλώνι, ζυμωτήριο, φούρνος με ξύλα, μαγκανοπήγαδο και πολλά άλλα. Στη μεγάλη λιθοστρωμένη αυλή αισθάνεται κανείς αμέσως τη δροσιά που έρχεται απ’ τη ρεματιά και ακούει τα μελωδικά τιτιβίσματα των αηδονιών. Το τοπίο είναι ειδυλλιακό και ιδιαίτερο. 
Κατεβαίνοντας τα πλατιά σκαλοπάτια φτάνει στον λιθόκτιστο υδρύμυλο. Στο επάνω πάτωμα κατοικούσε ο μυλωνάς και στο εσωτερικό του υπάρχει καταπακτή με ξύλινη σκάλα που οδηγεί στις εγκαταστάσεις του νερόμυλου. Όλα τα αντικείμενα διακόσμησης και χρήσης αν και έρχονται απευθείας απ΄ το παρελθόν έχουν μείνει ανέπαφα απ’ τη φθορά του χρόνου, των οποίων η έκθεση και η λειτουργία είναι υψίστης μουσειακής αξίας. Εντύπωση προκαλεί ο ανακατασκευασμένος παραδοσιακός φούρνος στου οποίου το στόμιο είναι στερεωμένα δυο πέτρινα λαξευμένα, σαν τόξα, αγκωνάρια, που λέγονται «Καπριά» και λειτουργούσαν ως θερμόμετρο αφού άσπριζαν ανάλογα με τη θερμοκρασία που αναπτυσσόταν στο εσωτερικό του φούρνου.
Την προσοχή του επισκέπτη τραβάει το μαγκανοπήγαδο που λειτουργεί, μάλιστα, κανονικά και βγάζει νερό απ’ τη δεξαμενή.
Στο χώρο υπάρχουν και άλλα κτίσματα, απόλυτα εναρμονισμένα με το περιβάλλον και την ατμοσφαιρική διάσταση που θέλει να προσδώσει ο ιδιοκτήτης, για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Τον Νερόμυλο επισκέπτονται πολλά σχολεία αλλά και περιηγητές κάθε ηλικίας και εθνικότητας. Πραγματοποιείται ξενάγηση που διαρκεί μιάμιση περίπου ώρα με αναπαράσταση και συμμετοχή όλων στις διαδικασίες παραγωγής. Έπειτα οι επισκέπτες μπορούν σε χώρους κατάλληλα διαμορφωμένους με φυσικά υλικά, όπως πέτρα και ξύλο, να φάνε, να πιούν καφέ ή να δροσιστούν μ’ ένα φρέσκο χυμό πορτοκαλιού.
 
«Στην αφή της παλάμης σου θ’ αναγαλλιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι…» προσανατολισμοί, Ελύτης.
 

Δήμαινα. Ιέρεια στο δάσος Ελαιών.

Είναι ένα γραφικό χωριό απλωμένο σε πεδιάδα που περιβάλλεται απ’ τα βουνά Αραχναίο, Σολυγεία, Κολόνι και Άκρο. Ο θρύλος για την προέλευση του ονόματος λέει ότι το χωριό πήρε τα’ όνομά του απ’ την Κυρά  - Δήμαινα, γυναίκα του Δήμου, και αρχόντισσα του οικισμού ή απ’ το δίμηνο σιτάρι που υπήρχε στην περιοχή.
Αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς με την πρώτη ματιά είναι η ευφορία της γης και η πληθώρα των καλλιεργειών. Διάφορα είδη εσπεριδοειδών όπως ροδακινιές, αχλαδιές, βερυκοκιές, πορτοκαλιές εμπλουτίζουν με τους χυμώδεις καρπούς τους την εικόνα που αντικρύζει κανείς κάνοντας μια βόλτα στις πλαγιές εκεί που στοιχισμένα τα δέντρα προσμένουν τους ηλιοκαμμένους αφεντάδες τους ν’ αρχίσουν τη συγκομιδή.
Ο περιηγητής σε τούτο τον τόπο κυριεύεται από μια ακατανίκητη λαχτάρα να ξαπλώσει στο χώμα, ν’ αφουγκραστεί τον παλμό της Μάνας – Γης, ν’ αγγίξει τον ανώμαλο, τραχύ φλοιό μιας αιωνόβιας ελιάς, να ξαποστάσει στον ίσκιο της ακούγοντας τα τζιτζίκια, ν’ αφήσει το βλέμμα του να περιπλανηθεί, μέσα απ’ τις φυλλωσιές, στα χρώματα του δειλινού που λάμπουν αχνά σαν τις αναμνήσεις μας. Αξίζει να τονιστεί ότι μέσα στους ελαιώνες του χωριού οκτώ λιόδεντρα έχουν αναγνωριστεί ως διατηρητέο μνημείο της φύσης.
Οι κάτοικοι της Δήμαινας που αγαπούν τον τόπο τους με την ίδια θέρμη που αγαπούν τους ανθρώπους. Είναι δεμένοι με τις ρίζες και το λαϊκό πολιτισμό. Κάθε οικογένεια έχει φυλάξει, σχεδόν ευλαβικά, αντικείμενα παλιάς χρήσης από αλλοτινές εποχές όπως κόσκινα, ρόκες, αργαλειούς, πετρόμυλους, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα αποτελέσουν εκθέματα σ’ ένα Μουσείο Λαογραφίας που θα φτιαχτεί.
Κάνοντας μια βόλτα στο χωριό αντιλαμβάνεται κανείς ότι υπάρχουν πολλά ελαιοτριβεία γεγονός που δηλώνει τον όγκο της παραγωγής λαδιού στην ευρύτερη περιοχή. Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει η πετρόχτιστη πλατεία που λειτουργεί ως τόπος συνάντησης των νέων ενώ στις λιγοστές ταβέρνες οι μεγαλύτεροι μαζεύονται τα βράδια για να μοιραστούν τον παραδοσιακό μεζέ της «γκιόσας».
 
 
«Μια προσευχή μεταμορφώνει τα ύψη της.
 Αλλάζει κοίτη ο χρόνος
 και γυμνούς από έγνοια επίγεια
 Σ’ άλλα νοήματα μας οδηγεί». Προσανατολισμοί Ελύτης
 

Μονή Ταξιαρχών

Έξω απ’ τη Δήμαινα και επί της παλιάς εθνικής οδού από Κόρινθο προς Λυγουριό βρίσκεται η γυναικεία Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, η οποία κτίστηκε στα μέσα περίπου του 15ου αιώνα από ομάδα μοναχών που ήρθαν στην πεδιάδα> Πιάδα> Ν. Επίδαυρο, απ’ τη μονή Καλαμίου. Η μονή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας πέρα από θρησκευτικό έπαιξε σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό ρόλο. Επίσης με την ίδρυση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους η μονή αποτέλεσε και πνευματικό λίωνο αφού στους χώρους της λειτούργησε σχολείο. Το 1945 οικοδομήθηκε ο σημερινός ναός αφού κατεδαφίστηκε ο αρχικός, σε ρυθμό βυζαντινό, σταυροειδής με τρούλο, με ωραίο εσωτερικό διάκοσμο, στον οποίο φυλάσσονται άγια λείψανα και παλιές εικόνες. Μέσα σ’ ένα κατάφυτο περιβάλλον, η μονή αποτελεί ησυχαστήριο για τον επισκέπτη και χώρο περισυλλογής.
 
 
«Ελαιώνες και αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
  Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση….»
Προσανατολισμοί, Ελύτης
 

ΝΕΑ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ>Πιάδα>Πεδιάδα

Πάνω στις βραχώδεις πλαγιές του Άκρου και σε υψόμετρο 100 περίπου μέτρων είναι χτισμένο το χωριό της Ν. Επιδαύρου που μέχρι το 1928 λεγόταν Πιάδα. Η Ν. Επίδαυρος πρωτοκατοικήθηκε κατά την μηκυναϊκή εποχή, αλλά στα χρόνια του Βυζαντίου ήκμασε τόσο ως θρησκευτικό όσο και ως διοικητικό κέντρο. Επίσης πρωτοστάτησε στην περίοδο της εθνικής εξέγερσης κατά της Τουρκοκρατίας το 1821.
Ανηφορίζοντας το δρόμο του χωριού για να φτάσω στην κεντρική πλατεία παρατηρώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα πέτρινα δίπατα σπίτια που δεσπόζουν αρχοντικά. Τα ολάνθιστα μπαλκόνια με τα χίλια χρώματα κι αρώματα, τους ασβεστομένους μαντρότοιχους και τα γραφικά καλντερίμια που προσδίδουν στο χώρο μια νησιώτικη αύρα. Οι κάτοικοι εδώ αγαπούν τη ζωή γιατί όλη την ομορφιά της την στριμώγνουν στους κήπους τους. Νιώθεις αμέσως τη ζεστασιά, τη ζωντάνια, τη φιλόξενη διάθεση, την αισιοδοξία τους.
Το χωριό έχει ένα δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα, ανόθευτο απ’ τις αλλοτριωτικές επιδράσεις του τουρισμού, αποπνέει μια γραφικότητα και παραπέμπει σε άλλες πιο αυθεντικές εποχές. Στην κεντρική πλατεία υψώνεται καταμεσής η αναθηματική στήλη με το φοίνικα στην κορφή, σύμβολο ελευθερίας και δημοκρατίας, για να θυμίζει σε όλους τους νεοέλληνες πως εδώ στις 20 Δεκεμβρίου του 1821 πραγματοποιήθηκε η Α΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων με 59 αντιπροσώπους στην οποία το έθνος διακήρυξε την πολιτική του «ύπαρξη και ανεξαρτησία» και ψήφισε Σύνταγμα δημοκρατικό και φιλελεύθερο με φανερές τις επιδράσεις απ’ τη Γαλλική Επανάσταση.
Το Σύνταγμα της Επιδαύρου συνιστά, σύμφωνα με τον Ε. Βενιζέλο υπουργό και καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, την πανηγυρική και συμβολική διεκδίκηση της Ανεξαρτησίας ενός νέου κράτους που αγωνίζεται να διαμορφώσει τις πρακτικές προϋποθέσεις της ύπαρξής του. 
Στο καφενείο της πλατείας παραγγέλνω καφέ ελληνικό και γλυκό του κουταλιού που οι γυναίκες του χωριού φτιάχνουν απ’ τα ντόπια προϊόντα και διακινούν μόνες τους.
Απέναντί μου υψώνεται επιβλητικό ένα παλιό αλλά καλοδιατηρημένο νεοκλασικό κτίριο που κατασκευάστηκε το 1910 απ’ τον αρχιτέκτονα Τσίλλερ και λειτούργησε ως δημοτικό σχολείο θηλέων μετά τη δωρεά απ’ τον Συγγρό. Στ’ αριστερά μου μια άγρια βλάστηση με προκαλεί να πλησιάσω. Κοντοζυγώνοντας και κοιτώντας προς τα κάτω αντιλαμβάνομαι πως εδώ στο βάθος των απόκρημνων βράχων σχηματίζεται το φαράγγι του Βόθυλα. Τα βράχια τριγύρω καθώς υψώνονται κατακόρυφα στέκουν σαν άγρυπνοι φύλακες και μοιάζουν να δονούνται από μια εσώτερη ορμή και δύναμη που δεν είναι εύκολο να τιθασευτεί. Ετούτοι οι ασάλευτοι γίγαντες αποτελούν μέρος μιας τρίπτυχης σύνθεσης: οι συμπαγείς όγκοι των βράχων, το μεθυστικό άρωμα των άνθεων στον κάμπο με τις εύθραστες πορτοκαλιές και το αέναο λίκνισμα της θάλασσας καθώς προστατευμένη στον κόλπο του Σαρωνικού ατενίζει την απεραντοσύνη της.
Ανηφορίζω μέσα απ’ τα στενά γραφικά σοκάκια και τις αυλές των σπιτιών με προορισμό το Βυζαντινό Κάστρο της Ν. Επιδαύρου, που απ’ το 1205 περιέπεσε στα χέρια των Ενετών οι οποίοι τελειοποίησαν τις οχειρώσεις με προμαχώνες, πύργους και φρούρια για την προστασία απ’ τις πειρατικές επιδρομές.
Καθώς ανεβαίνω αργά τα πέτρινα, χορταριασμένα σκαλοπάτια προσπαθώντας να φτάσω στο πιο ψηλό σημείο των ερειπίων, υπνωτίζομαι απ’ τα αγριολούλουδα και τους φλόμους, τα μυρωμένα βότανα και τ’ αγριόπευκα. Δίπλα στα απομεινάρια των ερειπίων στέκεται ολόρθο το μικρό εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου που χτίστηκε το 1710 μ.Χ. Είναι η μόνη απ’ τις τρεις εκκλησίες που σώζεται μέσα στο κάστρο. Η θέα από δω ψηλά είναι μοναδική. Όλο το χωριό κρεμασμένο –θαρρείς- από ένα μαγικό εξώστη και από κάτω ίσαμε τη θάλασσα κάμπος με πορτοκαλιές βαθυπράσινος που δεν μπορεί το μάτι να τον δαμάσει.
 
Τ’ απομεσήμερο με βρίσκει στην παραλία της Ν. Επιδαύρου. Η θάλασσα σε τούτη τη φιλόξενη γωνιά της γης μοιάζει μ’ ερωτικό κάλεσμα καθώς σε κυριεύει ο πόθος ν’ αφεθείς στην ανέφελη δροσιά της. Τα λιγοστά μαγαζιά της παραλίας σου ικανοποιούν κάθε γαστρονομική επιθυμία με φρέσκα προϊόντα κατευθείαν απ’ την παραγωγή στην κατανάλωση και οι πρόθυμοι μαγαζάτορες γίνονται φίλοι σου με το πρώτο καλωσόρισμα.
Απέναντι απ’ το γραφικό λιμανάκι και στο ύψωμα ενός βράχου δεσπόζει το εκκλησάκι του Αϊ-Νικόλα με απλότητα και χάρη. Μια εικόνα βγαλμένη από την αιγαιοπελαγίτικη ποίηση του Ελύτη.
 
 
«Η δροσιά γεννιέται μεσ’ στα φύλλα
  Όπως μεσ’ στον απέραντο ουρανό
  το ξάστερο συναίσθημα».  Προσανατολισμοί, Ελύτης
 

Μονή της Παναγίας στην Παραλία της Πολεμάρχας

Παίρνοντας κανείς το φιδωτό δρόμο απ’ τη Ν. Επίδαυρο προς την Αρχαία, μέσα απ’ την πευκόφυτη βουνοπλαγιά που φτάνει ως τη θάλασσα, αν ξεκόψει απ’ την άσφαλτο αριστερά κατηφορίζοντας για περίπου 10 λεπτά μόνο με όχημα 4Χ4 φτάνει στην απόμερη παραλία της Πολεμάρχας και στη μονή της Παναγίας.
Την μονή ίδρυσε ο Όσιος Αντώνιος ο νεώτερος με άλλους συνασκητές του τον 15Ο αιώνα φεύγοντας απ’ τη μονή Αγνούντος. Όμως εξαιτίας των επιδρομών και των βεβηλώσεων απ’ τους πειρατές οι μοναχοί που γλύτωσαν απ’ τις σφαγές εγκατέλειψαν φοβισμένοι την Πολεμάρχα αφήνοντας τα κελιά τους ημιτελή και αναζήτησαν ασφαλές καταφύγιο σε ορεινή δεντροφυτεμένη περιοχή πάνω απ’ την Αρχαία Επίδαυρο όπου εκεί αργότερα έφτιαξαν τη μονή Καλαμίου.
Σε τούτη την απάνεμη αγκαλιά που ξεχειλίζει από πεύκα και ασημένια λιόδεντρα ζωντανεύουν εμπρός στον επισκέπτη-περιηγητή ασκητικές μορφές καλόγερων, ηχούν γλυκές μελωδίες που τον κάνουν να διαισθάνεται με δέος όλη τη μυστηριακή ταυτότητα του θείου. Απ’ την άλλη η φυσική ομορφιά του τοπίου αγγίζει την τελειότητά του γι’ αυτό και αισθάνεται εσωτερικά πλήρης όποιος έχει προσκυνήσει στη μισοτελειωμένη εκκλησιά με τη θολωτή στέγη και έχει βουτήξει στα γαλαζοπράσινα νερά.
 
«Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
  Δίχως θύμηση
  Με το δέντρο της αμίλητο προς τη θάλασσα….»  Προσανατολισμοί, Ελύτης
 

Αρχαία Επίδαυρος

Κατηφορίζοντας τον εθνικό δρόμο κατευθύνομαι προς την Αρχαία Επίδαυρο, μη μπορώντας όμως ν’ αντισταθώ σε τόση ειδυλλιακή ομορφιά που αντικρύζουν τα μάτια μου σταματώ σ’ ένα πλάτωμα αριστερά για ν’ απολαύσω το θέαμα: αμφιθεατρικά στο βάθος απλώνεται η Αρχαία Επίδαυρος, η σαγηνευτική Σειρήνα του Σαρωνικού. Η θάλασσα αστράφτει χρυσαφένια. Τα περιβόλια σκορπούν μοσκοβολιές απ’ τους πυκνούς πορτοκαλαιώνες, οι πλαγιές είναι φορτωμένες από πεύκα και λιόδεντρα που στα ριζά τους προστατεύουν το θυμάρι και τη ρίγανη.
Στο λιμάνι οι ψαράδες ξεπλέκουν τα δίχτυα τους έχοντας μόλις πουλήσει την πρωινή τους πραμάτεια στις ψαραταβέρνες. Στα αραγμένα ιστιοφόρα οι επιβάτες πίνουν τον πρωινό τους καφέ καθώς λιωνίζονται απ’ το ελαφρύ κυματάκι. Στο βάθος του θαλάσσιου ορίζοντα μπορεί κανείς να διακρίνει το Αγκίστρι, ακόμα και την Αίγινα. 
 

Αρχαία Επίδαυρος: Μικρό Θέατρο-Λιμάνι-Παραλίες

Περπατώ δίπλα στη θάλασσα όπου ανεπαίσθητα ρυτιδώνει απ’ το απαλό φύσημα του ανέμου, στην περιοχή που λέγεται «Νησί» και που για 23 αιώνες είχε θαμμένο εντός του έναν ολόκληρο πολιτισμό. Καλημερίζω παλιούς ναυτικούς που επισκευάζουν τα καΐκια τους στην ακροθαλασσιά με το γαλάζιο μάτι τους να’ ναι πλημμυρισμένο από λαχτάρες και οράματα. Στρίβω δεξιά και χάνομαι μέσα στις πορτοκαλιές και τις μανταρινιές, δέντρα που, καθώς μεγαλώνουν, οι ρίζες τους αγγίζουν έναν κόσμο αρχαίο και συνάμα ζωντανό. Παίρνω το ίδιο μονοπάτι που απ’ το 1995 ακολουθούν όλοι οι λάτρεις των θεατρικών-καλλιτεχνικών δρώμενων, από τότε δηλ. που άρχισε να λαμβάνει χώρα ένας μικρός φεστιβαλικός κύκλος με την ονομασία «Μουσικός Ιούλιος», μια πρωτοβουλία του Συλλόγου «οι Φίλοι της Μουσικής» και του Χρήστου Λαμπράκη.
Στο ξέφωτο αντικρύζω με μια ματιά την ύλη να μετουσιώνεται σε πνεύμα: το μικρό θέατρο της Επιδαύρου, που ανακαλύφθηκε μόλις το 1971, και το οποίο βρίσκεται στην ακρόπολη της αρχαίας Πόλης χωρητικότητας 2.000 θέσεων περίπου.
Χτίστηκε τον 4Ο αιώνα προς τιμήν του θεού Διονύσου και εκεί παρουσιάζονται δρώμενα Διονυσιακής λατρείας. Μαρμάρινα εδώλια που έχουν σμιλευτεί με χάρη και δύναμη, προκαλούν και προσκαλούν σ’ ένα ταξίδι στην αρχαία ελληνική τέχνη. Ένας πολιτισμός που αποκάλυψε τα μεγάλα μυστικά της τελειότητας στη ζωή και την τέχνη: αρμονία, ισορροπία, μέτρο.
Το Μικρό Θέατρο υπέστη ριζικές αλλαγές την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του αποτελούν οι επιγραφές στα εδώλια που αναγράφουν ονόματα χορηγών και αξιωματούχων και λόγω αυτών των επιγραφών αποκαλείται μάλιστα και «Λαλούν» θέατρο. Προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ ήχους, λέξεις, μουσικές απ’ το παρελθόν για να στριμώξω μέσα μου όση περισσότερη μαγεία μπορώ ν’ αντέξω.
Καθώς με βρίσκει το μεσημέρι παίρνω και πάλι το σκιερό μονοπάτι να μ’ οδηγήσει πίσω στο παρόν.
 
Περπατώ στο λιμάνι της Αρχαίας Επιδαύρου.  Απ’ τη μια στη σειρά τα τραπεζάκια του καφέ, του μεζέ, του φαγητού σε προσκαλούν να καθίσεις κι απ’ την άλλη οι ψαρόβαρκες, τα καΐκια, τα σκάφη αναψυχής, σου ασκούν μια γοητεία και μια λαχτάρα ν’ ακολουθήσεις το κάλεσμα της θάλασσας. Περπατώ προς το φάρο έχοντας για συντροφιά μου τον κυμάτινο παφλασμό του νερού που σκάει στην προκυμαία. Από δω το χωριό ξεδιπλώνει την άλλη του πλευρά: ένας καταπράσινος πευκώνας κατηφορίζει προς τις παρυφές του λόφου κι ανάμεσα στα βαθύσκιωτα τούτα δέντρα ο θεϊκός ζωγράφος προσθέτει πινελιές από ασημένιες ελιές.
Συνεπαρμένη απ’ το πράσινο και το γαλάζιο που αρμονικά συνυπάρχουν φτάνω στην παραλία της Βαγιονιάς. Εδώ, τα δέντρα σκύβουν να δροσιστούν στα καταγάλανα νερά. Εδώ χτυπάει η γαλαζοπράσινη καρδιά της φύσης. Εδώ παίζει η ζυγαριά το αινιγματικό παιχνίδι της και μοιράζει το χώρο κατά πως θέλει στους ασάλευτους κορμούς του βουνού και στην αιώνια κίνηση του νερού.
 
Το απόγευμα της ίδιας μέρας με βρίσκει στην παραλία Παναγίτσα στο Γιαλάσι. Κάθομαι στα σκαλοπάτια της εκκλησίας και ρίχνοντας ένα βότσαλο στο νερό παρατηρώ πως οι κύκλοι όσο πλαταίνουν, γαληνεύουν. Είμαι σίγουρη πως η προσευχή σε τούτο το ξωκλήσι μετουσιώνεται σε μια εκ βαθέων ευχαριστία στο Θεό που έπλασε τη γη τόσο όμορφη. Κατά την περιδιάβασή μου στις παραλίες όπου η κάθε μια αναδεικνύει μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη πτυχή της σταματώ στην παραλία της Βυθισμένης Πολιτείας. Εδώ ζει αιώνια ένας σιωπηλός κόσμος που η ανάσα του μας ζεσταίνει και μας στηρίζει, ανεπαίσθητα.
Το σούρουπο με βρίσκει στην παραλία Γιαλάσι, όπου τα οργανωμένα κάμπινγκ, τα θαλάσσια σπορ και η νυχτερινή διασκέδαση πάνω στο κύμα, έχουν την τιμητική τους. Η νεανική θέρμη και ο καλοκαιρινός ερωτισμός είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα.
Καθώς πέφτει το βράδυ όλοι κατεβαίνουν στο λιμάνι. Τα μαγαζιά είναι γεμάτα. Ο χυμός του φρέσκου πορτοκαλιού ρέει άφθονος. Η μυρωδιά του καφέ αναμειγνύεται με κείνη του ούζου και ο ουζομεζές έρχεται κατευθείαν απ’ τα δίχτυα των ψαράδων του χωριού. Η προσδοκία του νυχτερινού ονείρου ξεκινάει. Ο χρόνος καταργείται σε τούτο τον τόπο που η μάγισσα θάλασσα ορίζει την ψυχή και την σκέψη μας και μεις παρασυρμένοι αφηνώμαστε στο παραμύθι της.
 

Κολιάκι-Τραχειά

Απ’ την αρχαία Επίδαυρο, αν τραβήξει κανείς τον ανηφορικό δρόμο αριστερά μετά από λίγα χλμ. και έχοντας διανύσει μια καταπληκτική σε θέα διαδρομή θα φτάσει στο χωριό Κολιάκι. Ένα μικρό γραφικό χωριό με πέτρινα σπίτια και ιδιαίτερο χρώμα. Κατοικείται από Αρκάδες οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή γύρω στα 1850 μ.Χ. και σε υψόμετρο 350μ. περίπου δημιούργησαν το χωριό που μέχρι το 1940 ονομαζόταν Κολλιάκι ή Κολλίνες.
Εδώ ο επισκέπτης μπορεί να κάνει μια βόλτα στην αγροίκα φύση με την πλούσια βλάστηση, να νιώσει ξεγνοιασιά και ν’ αλαφρώσει η καρδιά του απ’ τις σκοτούρες και τα προβλήματα. Έπειτα μπορεί να ξαποστάσει στις φημισμένες, λιγοστές ταβέρνες, τρώγοντας ψωμί χωριάτικο με ντόπιο κεφαλοτύρι αλλά και κόκκορα με χυλοπίτες και κάθε είδους κρεατικά αφού κοπάδια αιγοπρόβατα αμέριμνα βόσκουν στις πλαγιές συνθέτοντας μια βουκολική φιλήσυχη εικόνα.
Οι κάτοικοι εδώ είναι ζεστοί και φιλόξενοι και προσπαθούν να περιποιηθούν τον επισκέπτη όσο καλύτερα μπορούν.
 
Συνεχίζοντας τον ίδιο δρόμο και σε ελάχιστα χλμ. απ’ το Κολιάκι φτάνει κανείς στην Τραχειά, έναν απ’ τους πιο παλιούς οικισμούς του Δήμου Επιδαύρου. αρακτηριστικά στοιχεία του χωριού είναι οι πολυάριθμες ταβέρνες και οι παραδοσιακές οικογενειακές επιχειρήσεις γαλακτοκομικών προϊόντων. Η Τραχειά φημίζεται όχι μόνο για τα τυριά της αλλά και για το ψωμί και τα παξιμάδια της. Οι κάτοικοι εκτός των άλλων είναι και σπουδαίοι αρτοποιοί. Άλλωστε στο χωριό έχει συσταθεί και ο «Αγροτικός συνεταιρισμός Αρτοποιών Τραχειάς». Με μεράκι και παραδοσιακό τρόπο ζυμώνουν και ψήνουν διάφορα είδη ψωμιού που η γαργαλιστή μοσκοβολιά του τραβάει σα μαγνήτης τους περαστικούς από και προς την περιοχή του Πόρου και της Ερμιονίδας. Έτσι όλοι σταματούν να προμηθευτούν φρέσκο ψωμί, ζυμωτά παξιμάδια, γιαούρτι, μυζήθρες και διάφορα είδη τυριών όπως φέτα, κεφαλοτύρι, γραβιέρα.
Κοντά στην Τραχειά βρίσκεται και η Μονή Αυγού του 14ου αιώνα που είναι χτισμένη μέσα σε βράχο στο όρος Αυγό και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο το Μυροβλήτη.
 

Λυγουριό

Γραφικό χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά στα νότια του λόφου Άγιοι Ταξιάρχες, στα όρια του Βασιλείου της Αρχαίας Λήσσας. Πίσω του ορθώνεται σα φυσικός προστάτης, ο φαλακρός γίγαντας, το όρος Αραχναίο -«Σαπυσελάτων», στην αρχαιότητα- που σύμφωνα με το μύθο στην κορφή του υπήρχαν βωμοί του Δία και της Ήρας στους οποίους θυσίαζαν ζητώντας βρέξει.
Στα στενά δρομάκια του πάνω χωριού, θαρρείς πως βρίσκεσαι σε μια άλλη εποχή: πέτρινα σπίτια, άλλα εγκαταλελειμμένα, άλλα αναπαλαιωμένα με κήπους που μοσχοβολά το γιασεμί και το νυχτολούλουδο, παραδοσιακά αρχοντικά, βυθισμένα στη σιωπή τους, με τα παραθυρόφυλλα ερμητικά κλειστά, γέροντες που κάθονται αμέριμνοι στα πεζούλια ή στα παγκάκια μιας μικρής πετρόχτιστης πλατείας κάτω από τη σκιά ενός πλατάνου.
Ανηφορίζοντας κανείς συνεπαρμένος φτάνει στην κεντρική πλατεία του παλιού οικισμού του πάνω χωριού που ήταν μέχρι τη δεκαετία του 1920 η κεντρική πλατεία.
Εκεί αντικρίζει συγκινημένος τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγίτσα). Είναι ένας μεταβυζαντινός ναός χρονολογημένος το 1701, σταυροειδής με τρούλο. Χτίστηκε την περίοδο της Ενετοκρατίας (1686-1715). Στο εσωτερικό του, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πλούσια εικονογράφηση αλλά και οι κίονες με τα δωρικού τύπου κιονόκρανα. Με δέος και σεβασμό το βλέμμα στέκεται στις χλωμές μορφές των Αγίων στο μισοφωτισμένο και αμίλητο ναό που στηρίζεται στις αρχαίες κολόνες. 
Βγαίνοντας απ’ το εκκλησάκι στον κεντρικό δρόμο όλα επανέρχονται στους κανονικούς τους ρυθμούς. Ένα πολύβουο κέντρο με δημόσιες υπηρεσίες, εμπορικά καταστήματα, καφετέριες, ταβέρνες. Μέσα σ’ αυτή τη θορυβώδη καθημερινότητα όαση χαλάρωσης και δροσιάς κατά τους καλοκαιρινούς μήνες αποτελεί η «Πλατεία», ένας ξεχωριστός χώρος επί του κεντρικού δρόμου που δίνει την αίσθηση μιας ονειρικής φυγής σ’ όποιον καθίσει εκεί να γευματίσει ή να απολαύσει τον καφέ του. Πολλοί επισκέπτες σταματούν στις ταβέρνες του Λυγουριού που είναι φημισμένες για τα αρνίσια παϊδάκια και το κοκορέτσι τους. 
 
Προχωρώντας στον κεντρικό δρόμο προς το Αρχαίο Θέατρο, συναντάει κανείς στα δεξιά του τον Ναό του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα, πιο γνωστού ως Αγίου Κωνσταντίνου. Ο ναός χρονολογείται απ’ τα τέλη του 11ου αιώνα ή στις αρχές του 12ου αιώνα, είναι ο παλαιότερος της περιοχής και αποτελεί εξαιρετικό βυζαντινό μνημείο. Το χαρακτηριστικό και συνάμα εντυπωσιακό στοιχείο του Ναού είναι η χρησιμοποίηση αρχιτεκτονικών κομματιών απ’ τα μνημεία του Ασκληπιείου που εντοιχίστηκαν σχεδόν αυτούσια κατά την κατασκευή του.
Κατηφορίζοντας προς τον οικισμό «Κορώνι» ο επισκέπτης συναντάει άλλο ένα ακόμα ξωκλήσι, τον ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγίτσα Κορωνίου), ένα μικρό νεκροταφειακό ναό με χαμηλή προτεταμένη ξύλινη στέγη που χρονολογείται από τα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αιώνα. Χαρακτηριστικό του στοιχείο είναι τα κυπαρίσσια που τον περιβάλλουν και ως φύλακες χρόνια τώρα, προσκυνούν με κατάνυξη και ευλάβεια τους τάφους που κείτονται τριγύρω σε μια ατμόσφαιρα συγκινησιακά φορτισμένη.
Βγαίνοντας απ’ το Λυγουριό, στους πρόποδες του όρους Αραχναίο και κοντά στη γνωστή «Πυραμίδα» της αρχαίας οδού, που περνώντας απ’ τις βόρειες παρυφές του λόφου στο Λυγουριό κατέληξε στο λιμάνι της Επιδαύρου, συναντάω το Ναό της Αγίας Μαρίνας. Αποτελεί κι αυτός ένα ακόμα χιλιόχρονο βυζαντινό στολίδι και αρχιτεκτονικά ανήκει στον τύπο του τετρακίονου σταυροειδούς με τρούλο όπου οι τέσσερις μάλιστα, κεντρικοί κίονες και κιονόκρανα προέρχονται από τις αρχαιότητες του Ασκληπιείου.
Δυτικά του Λυγουριού δεσπόζει το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου στην κορυφή του ομώνυμου λόφου. Είναι ένας μικρός χωστός και σε σχήμα Βασιλικής. Εντυπωσιακή είναι η σύνθεση, στο εσωτερικό του, της Δευτέρας Παρουσίας της Πλατυτέρας και του Παντοκράτορα λόγω της ακρίβειας των αναλογιών και της ζωντάνιας των χρωματισμών. Ο επισκέπτης αγναντεύοντας απέναντι τον αρχαίο χώρο του Ασκληπιείου αισθάνεται ότι σ’ αυτή την όμορφη, μυστηριακή γη λειτουργεί αδιάκοπα στο χρόνο η ζωή άμεσα συνυφασμένη με τη λατρεία του θεού.
Στην περιοχή του Λυγουριού που η ιστορική του διαδρομή ξεκινάει απ’ τα βάθη της αρχαιότητας υπάρχουν διάσπαρτες 300 εκκλησίες και ξωκλήσια άλλες καλοδιατηρημένες που έχουν αντέξει στη φθορά του χρόνου και άλλες ερειπωμένες.
 
Εκτός απ’ τα θαυμάσια βυζαντινά εκκλησάκια, ένα άλλο μνημείο που πρέπει να δει ο επισκέπτης είναι η «Πυραμίδα». Στους πρόποδες του όρους Αραχναίο και δίπλα στην Αγία Μαρίνα κείτονται τα ερείπια της Πυραμίδας. Ο Παυσανίας όταν επισκέφθηκε την περιοχή μας αναφέρει σχετικά με την πυραμίδα: «Δεξιά του δρόμου που οδηγεί από το Άργος προς την Επιδαυρία υπάρχει οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα και έχει πάνω απεικονισμένες ανάγλυφες ασπίδες που το σχήμα τους είναι ίδιο με των αργολικών» και υποστηρίζει ότι ήταν οχυρό για στρατιωτικές φρουρές. Οι απόψεις όμως των μελετητών διίστανται.
Επίσης ένα άλλο στοιχείο μοναδικότητας που χαρακτηρίζει την περιοχή του Λυγουριού αποτελούν οι αμμωνίτες, απολιθώματα 235.000.000 χρόνων. Ιδιαίτερα ολοκληρωμένες συλλογές αμμωνιτών της περιοχής Ασκληπιείου μπορεί να θαυμάσει κανείς στο Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας που βρίσκεται στο Λυγουριό 5 χλμ απ’ το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να συναντήσει απολιθωμένους οργανισμούς από 530.000.000 χρόνια πριν έως 3.000.000 χρόνια πριν.
 
 
«Τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
  Τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
  Τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.             Σεφέρης
 

Ιερό Απόλλωνος Μαλεάτα και Ασκληπιού

Το ιερό του Ασκληπιού στην πόλη-κράτος της Επιδαύρου απέκτησε φήμη παγκόσμιας εμβέλειας και ακτινοβολίας και θεωρήθηκε «η αφετηρία της Ιατρικής που ασκήθηκε ως δύναμη και δόθηκε και στους ανθρώπους ως γνώση απ’ το Θεό».
Το Ασκληπιείο περιλαμβάνει δύο ιερά όπου λατρεύονταν δύο θεοί με ιαματικές-θεραπευτικές ιδιότητες. Ο Απόλλωνας Μαλεάτης και ο Ασκληπιός. Ο μύθος λέει ότι στο «Κυνόρτιον όρος» ο βασιλιάς της Επιδαύρου Μάλος ίδρυσε ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα κοντά στο οποίο η εγγονή του Κορωνίς έφερε στον κόσμο το παιδί του Απόλλωνα, Ασκληπιό. Στην τελετουργία της ίασης δινόταν ιδιαίτερο βάρος στην καθαρτική σημασία του νερού.
Οι αρχαίοι πίστευαν «ότι όλες οι δυνάμεις της ζωής εκπορεύονται απ’ τη γη και σ’ αυτή καταλήγουν για να ανανεωθούν, όπως ο σπόρος των φυτών. Και οι θεϊκές δυνάμεις που ενσάρκωναν τη ζωή ακολουθούσαν στη σκέψη τους τον ίδιο κύκλο. Ο περιοδικός θάνατός τους εξασφάλιζε την ανανέωση στην πηγή της ζωής.
Η θρησκευτική μαγική τελετουργία της ίασης, ένα είδος ανανέωσης, επέβαλλε, λοιπόν, τη μίμηση της διαδικασίας αυτής της θείας αναγέννησης. Η εγκοίμιση κοντά στο νερό, πηγή της ζωής μέσα στη γη, ήταν η μίμηση του αναγεννητικού θανάτου απ’ τον ασθενή, μια και για τους αρχαίους ο Ύπνος θεωρείτο αδερφός του Θανάτου. Στον ύπνο του ο ασθενής έβλεπε τη θεότητα και ή θεραπευόταν από θαυμαστή επέμβασή της ή άκουγε τι έπρεπε να πράξει για να θεραπευτεί». (από το βιβλίο «το Ασκληπιείο της Επιδαύρου» της ομάδας εργασίας για τη συντήρηση των μνημείων Επιδαύρου).
 
Περιδιαβαίνοντας κανείς στον ιερό χώρο του Ασκληπιείου Επιδαύρου μπορεί να δει το κυκλικό οικοδόμημα που ο Παυσανίας αποκαλεί «Θόλο» αλλά η οικοδομική επιγραφή αναφέρει ως «θυμέλη» δηλ. βωμός, ξακουστό παγκοσμίως ως το «μεγαλύτερο και τελειότερο κυκλικό περίπτερο μνημείο. Το «Άβατον» μια επιμήκη στοά που ήταν στο εγκοιμητήριο, το συγκρότημα του «Γυμνασίου» ή Εστιατόριο σύμφωνα με κάποιους μελετητές άλλα μικρά ιερά, τα ελληνικά και ρωμαϊκά λουτρά.
 
 

«Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου»

 
Μ’ ένα βήμα ανεξάντλητο και αχόρταγο ο επισκέπτης-περιηγητής στους ιερούς χώρους του Ασκληπιείου ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που αιώνες πριν έπαιρναν οι άνθρωποι για να φτάσουν εδώ. Ανεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια νιώθει αγωνία και δέος γι’ αυτό που θα αντικρύσει μπροστά του: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, το καλύτερα σωζόμενο απ’ όλα τα θέατρα της Αρχαίας Ελλάδος, μέγιστης χωρητικότητας 14.000 θεατών του οποίου η κατασκευή προοριζόταν για αγώνες μουσικούς, ωδικούς και παραστάσεις αρχαίου δράματος στα πλαίσια της λατρείας του Ασκληπιού.
Το σχεδίασε στα μέσα του 4ου αιώνα ο Αργείος αρχιτέκτων και γλύπτης Πολύκλειτος και οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνόρτιου όρους. Αποτελεί το τελειότερο αισθητικά και διασημότερο αρχαίο ελληνικό θέατρο το οποίο πέρα απ’ την μοναδικά, απόλυτη αρμονία των μερών και των διαστάσεων τον, διαθέτει και τέλεια ακουστική. Άλλωστε δεν θεωρείται τυχαία το μεγαλύτερο πέτρινο ηχείο του κόσμου.
Εδώ τα έργα των μεγάλων τραγικών ποιητών Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευρυπίδη δονούν μέχρι και σήμερα τις ψυχές των θεατών. Εδώ η κάθε λέξη που ακούγεται είναι συμπυκνωμένη δύναμη γιατί η τέχνη της δραματικής ποίησης και κυρίως της τραγωδίας συνίστατο σ’ ένα πράγμα: σε κάθε συλλαβή να υπάρχει ανθρώπινη ουσία και ο σκοπός του θεάτρου επίσης επέβλεπε στο να αφεθεί ο θεατής, ν’ ανοίξει την ψυχή του, να νιώσει το περιεχόμενο του υψηλού ποιοτικού λόγου, να συγκινηθεί, να λευτερωθεί απ’ τα πάθη του, να οδηγηθεί στην κάθαρση, να γίνει πνευματικά και ηθικά καλύτερος.
Το θέατρο αποτελούσε στην αρχαιότητα το ουσιαστικότερο πολιτικό και πνευματικό εργαστήρι όπου εκεί ασκείτο ψυχοπνευματικά ο άνθρωπος προκειμένου να υπηρετήσει μα τον καλύτερο δυνατό τρόπο την πόλη και την δημοκρατία.
 
Απ’ το 1955 με την ίδρυση του «Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου» υφίσταται ο θεσμός των Επιδαυρίων σε ετήσια βάση. Μέχρι το 1975 παρουσιάζονταν στο θέατρο παραστάσεις μόνο απ’ το Εθνικό. Έκτοτε δόθηκε η δυνατότητα και σε άλλους θεατρικούς οργανισμούς να συμμετέχουν. 
Οι κάτοικοι του Λυγουριού έχουν αναπτύξει ιδιαίτερους δεσμούς με το θέατρο και τα όσα διαδραματίζονται εκεί κάθε καλοκαίρι. Καταρχάς φιλοξενούσαν στα σπίτια τους ιερά τέρατα της υποκριτικής τέχνης όπως Κ. Παξινού, Μυνωτή, Α. Συνοδινού, Στ. Βόκοβιτς, Μ. Κατράκη, Μ. Μερκούρη, Χ. Νέζερ, Π. Ζερβό, Α. Αλεξανδράκη, Π. Φισσούν, Ν. Τσακίρογλου, α. Γλυκοφρύδη, Α. Βαλάκου και τόσους άλλους. Έπειτα συμμετείχαν σαν κομπάρσοι στις πολύωρες και εξαντλητικές πρόβες, παρακολουθούσαν τις σκηνοθετικές οδηγίες μεγάλων σκηνοθετών όπως ο Κάρολος Κουν, και τολμούσαν να κάνουν παρεμβάσεις ή να ασκήσουν κριτική. Τραγουδούσαν τα χορικά και γίνονταν κοινωνοί των υψηλών νοημάτων του ποιητικού λόγου των μεγάλων τραγικών. Έτσι οι λυγουριάτες είναι άνθρωποι ιδιαίτερα ευαίσθητοι, καλλιεργημένοι, με ψυχική ευγένεια και πνευματική καλλιέργεια. 
 

Αδάμι

Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής από Τραχειά με κατεύθυνση προς το Λυγουριό φτάνει κανείς στο χωριό Αδάμι, το οποίο είναι χτισμένο στο όρος προφήτη Ηλία και σε υψόμετρο 500 μέτρα περίπου. Είναι ένα ορεινό, γραφικό χωριό. Η κεντρική του πλατεία με την καλοδουλεμένη πέτρα και τα πλατάνια αποτελεί τόπο συνάντησης της νεολαίας τα βράδια του καλοκαιριού. Απέναντι, στη σειρά στοιχίζονται παραδοσιακά καφενεία που σερβίρουν ελληνικό καφέ και φιλήσυχα γεροντάκια νωχελικά απολαμβάνουν το απόγευμά τους. Λίγο παραπάνω, απ’ τον φούρνο του Κου Δημήτρη Κωστόπουλου η κανέλλα και το γαρύφαλλο απ’ το φρέσκο γαλακτομπούρεκο και κανταΐφι αρωματίζουν τον αέρα συγκινώντας γαστρονομικά όλους τους περαστικούς άλλα και τους θαμώνες των καφενείων.
Σ’ αυτό τον τόπο, που η ζωή κυλάει με τους δικούς της ρυθμούς, όλα είναι απλά και ήρεμα. Η ομορφιά της ζωής εδώ έγκειται στην απλότητα και στη ζεστή ανθρώπινη επαφή, αφού όλο το χωριό, θαρρείς, είναι μια μεγάλη γειτονιά.
 

Μονή Καλαμίου

Κοντά στο χωριό Αδάμι και ακολουθώντας ένα στενό χωμάτινο δρόμο που παλαιότερα ήταν ακόμα πιο δύσβατος και κακοτράχαλος μέσα σε κατάφυτες πλαγιές όπου κυριαρχεί οργιώδης βλάστηση, φτάνει κανείς μετά από τρία χλμ. στη Μονή Καλαμίου. Ο επισκέπτης με δέος αντικρίζει στις πτυχώσεις του επιβλητικού βουνού ένα σεβάσμιο μοναστηριακό συγκρότημα. Απ’ τους εξώστες της μονής η θέα είναι μοναδική. Το μάτι χάνεται στο μακρινό ορίζοντα περνώντας πάνω απ’ τα βουνά της Αρχαίας και της Νέας Επιδαύρου και από κάτω λόγω κατωφέρειας σχηματίζεται μια βαθειά χαράδρα. Το μοναστήρι χτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα και αρχικά ήταν ανδρικό, μέχρι τη διάλυσή του το 1834. Τ’ όνομά του το πήρε απ’ τον τόπο καταγωγής των μοναχών «Καλάμιοι», απ’ την Καλαμάτα της Μεσσηνίας. Το πιο διαδεδομένο του, βέβαια, όνομα είναι «Η Παναγία στο Καλάμι». Απ’ το 1972 το μοναστήρι ανασυστάθηκε και εγκαταστάθηκε εκεί γυναικεία αδελφότητα. Στη θέση των ερειπωμένων κελιών χτίστηκε ένα νέο συγκρότημα σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής. Βέβαια, διατηρείται μέχρι σήμερα σωζόμενος απ’ τα κτίσματα του 17ου αιώνα, ο μικρός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η εσωτερική αυλή του μοναστηριού πλαισιώνεται από πολλά βοηθητικά κτίρια, κελιά, ξενώνες, μαγειρεία, αποθήκες, τραπεζαρίες, μεγάλη βιβλιοθήκη. Εδώ μπορούν να φιλοξενηθούν οι πιστοί που έρχονται απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, ν’ ακούσουν το σήμαντρο τα ξημερώματα, να παρακολουθήσουν την κατανυκτική λειτουργία του όρθρου και μέσα απ’ τις γλυκές και αγγελικές γυναικείες ψαλμωδίες κάτω απ’ το αχνό φως των κεριών, να συναντήσουν το θεό μέσα τους.
 

Άγιος Δημήτριος

Βγαίνοντας απ’ το Λυγουριό με προορισμό προς το Ναύπλιο και στρίβοντας δεξιά, μετά από ένα χλμ. φτάνει κανείς στο χωριό Άγιος Δημήτριος αφού διασχίσει μια διαδρομή ανάμεσα σε λιόδεντρα. Το χωριό πήρε τ’ όνομά του απ’ την Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, αποκαλείται, όμως, και «Μετόχι» γιατί αρχικά τα κτήματα της περιοχής, εδαφικά, ανήκαν στη Μονή. Πρωτοκατοικήθηκε από πληθυσμό που μετακινήθηκε απ’ το ορεινό χωριό Αραχναίο. Οι κάτοικοι εδώ είναι κυρίως γεωργοί, μελισσοκόμοι και κτηνοτρόφοι. Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου και δίπλα είναι το δημοτικό σχολείο. Στο χώρο της πλατείας την περίοδο των Αποκριών οι ντόπιοι αναβιώνουν παραδοσιακά έθιμα με ιδιαίτερη θέρμη και ενθουσιασμό. Οι ταβέρνες του χωριού είναι ονομαστές για την «γκιόσα», ένα μεγάλο σφαχτό που ψήνουν σε ειδικούς πλίνθινους φούρνους και αποτελεί ιδιαίτερο μεζέ και πολύ φημισμένο, τον οποίο μάλιστα, έρχονται να γευτούν και από τις γύρω ευρύτερες περιοχές.
 

Χάρτης