Ίμβρος - Της υπομονής και της ελπίδας
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)
Κείμενο: Αναστασία Γέωργα - Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Βάντσος

Μια τεράστια ζεστή αγκαλιά, τρυφερή σαν το χάδι της μάνας, άνοιξε όταν βρέθηκα στην Ίμβρο. Στο ξεχασμένο απ’ τις εκάστοτε κυβερνήσεις νησί, το πολύπαθο, το νησί με τις 340 εκκλησίες και τους 540 κατοίκους, τους ευσεβείς και τους φιλόξενους, που παλεύουν όπως μπορούν για να κρατήσουν την ελπίδα του γυρισμού ζωντανή.

Στην Ίμβρο της Ελλάδας, στην Ίμβρο της φιλίας, της ειρήνης και της αγάπης, εκεί όπου δυο λαοί, δυο θρησκείες, δυο πολιτισμοί προχωρούν χέρι χέρι, εκεί που το τζαμί είναι απέναντι απ’ την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας και την ώρα που χτυπούν οι καμπάνες της, ακούγεται και η φωνή του ιμάμη… Περίεργο νησί, όμορφο και ατίθασο, επίμονο και υπομονετικό, όπως οι άνθρωποί του.

«Η εικοσαετία 1964-1985 ήταν τραγική, μας διέλυσε», είπε ο πρόεδρος της Ιμβριακής Ένωσης Θεσσαλονίκης Παύλος Σταματίδης, «όμως εμείς οι Ίμβριοι είμαστε παράξενοι άνθρωποι, εύκολα ή δύσκολα θα υπάρχουμε και η διατήρηση της φλόγας για επιστροφή παραμένει άσβεστη». Μοιράστηκαν μαζί μου τα όνειρα και τις ελπίδες τους, τις λύπες και τις χαρές τους, τις πίκρες και τα βάσανά τους και πάνω απ’ όλα την επιθυμία τους για δικαίωση, καθώς αισθάνονται τα «πεταμένα» παιδιά της Ελλάδας, τα ξεχασμένα και τα αφημένα στη μοίρα τους. «Μεγαλώσαμε με δυο “κακές μητριές”. Φύγαμε διωγμένοι απ’ την Τουρκία γιατί είμαστε Έλληνες, και στην Ελλάδα μάς υποδέχτηκαν σαν… Τουρκόσπορους».

Σε πείσμα όμως όλων αυτών, οι Ίμβριοι ξεκινούν δειλά δειλά την επιστροφή στη γη των προγόνων τους. Αρχίζουν να χτίζονται σχολεία και να επαναλειτουργούν αυτά που υπήρχαν και των οποίων είχε απαγορευτεί μέχρι πρότινος η λειτουργία. Νέοι άνθρωποι, γεμάτοι όνειρα και ελπίδες, κάνουν ένα καινούργιο ξεκίνημα, κι ανοίγουν τον δρόμο του γυρισμού.

Μέσα στον περιορισμένο χρόνο που είχα στη διάθεσή μου, και με την αμέριστη βοήθειά τους, είχα την τιμή να δεχθούν να μοιραστούν τις ιστορίες τους. Η πρώτη που άνοιξε την ψυχή της ήταν η κ. Κάλι Κανάκη. Τη συνάντησα στα Αγρίδια (οι κάτοικοι το λένε Αετοφωλιά), ένα αμιγώς ελληνικό χωριό, χτισμένο πάνω στα απόκρημνα βράχια, το οποίο στεγάζει το οκτατάξιο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Είναι δεύτερης γενιάς Ίμβρια, αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία. Εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, ζούσε τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, και πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την πολύβουη ζωή της πόλης για να «ασπαστεί» έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής. «Τα παιδιά μου είναι ευτυχισμένα εδώ», λέει η Κάλι, «ζουν όπως πρέπει να ζουν τα παιδιά της ηλικίας τους». Η ίδια βοηθά στα λογιστικά και στο συσσίτιο της εκκλησίας στο σχολείο, που μετρά 29 μαθητές. Αριθμός που ακολουθεί αύξουσα πορεία τα τελευταία χρόνια. Όσον αφορά τις σχέσεις τους με τους Τούρκους, τις χαρακτηρίζει άψογες, περιγράφοντάς τους ως «πρόθυμους να βοηθήσουν, καλούς ανθρώπους και φίλους». Καταλήγει λέγοντας: «Αν ζούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, θα ήταν πολύ χαρούμενοι που τα δισέγγονά τους ήρθαν εδώ σχολείο, γιατί κανείς τότε δεν το φανταζόταν, έμοιαζε άπιαστο όνειρο…»

Κάτω απ’ τα αιωνόβια πλατάνια είναι η πλατεία. Πολύβουη αυτή την εποχή, κατάφωτη, γεμάτη παραδοσιακά καφενεδάκια και ταβέρνες. Μια εικόνα που αλλάζει άρδην καθώς τελειώνει η σεζόν, οπότε ο τόπος μεταμορφώνεται σε ένα ερημικό χωριό που παίρνει ζωή και ανάσα από τις φωνές των λιγοστών παιδιών.

Εκεί συνάντησα τον κ. Γιάννη Μαρίνο. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ίμβρο, και το 1963, όταν η τουρκική κυβέρνηση έκλεισε τα ελληνικά σχολεία, πήγε στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να συνεχίσει τη βασική εκπαίδευση. Μετανάστευσε έπειτα στην Αμερική, όπου και παρέμεινε 27 χρόνια. Πριν από οκτώ χρόνια, συνταξιούχος πια, επέστρεψε στο νησί του, για να εγκατασταθεί μόνιμα. Έχει δυο παιδιά και με φανερή τη συγκίνηση στο πρόσωπό του, μας λέει πως μετά από 27 χρόνια, το πρώτο παιδί που γεννήθηκε στα Αγρίδια ήταν η κόρη του! Το νηπιαγωγείο αυτή τη στιγμή έχει επτά παιδιά, εκ των οποίων τα έξι γεννήθηκαν εκεί. Καταλήγει τονίζοντας: «Δεν υπάρχει Ίμβριος, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που να μην ονειρεύεται να γυρίσει στον τόπο του».

Στο κέντρο του νησιού και στην πρωτεύουσά του, την Παναγιά, που έχει και την ομώνυμη μητρόπολη, συνάντησα τον Δημήτρη και τη Μαρία. Τα δυο τους μαγαζιά, απέναντι το ένα στο άλλο, τραβούν αμέσως την προσοχή του Έλληνα τουρίστα. Βρίσκονται σ’ ένα γραφικό καλντερίμι που θυμίζει αιγαιοπελαγίτικο νησί, με καρέκλες και τραπέζια βαμμένα σε μπλε και άσπρο, τα χρώματα της Ελλάδας και της θάλασσας. Οι επιχειρήσεις τους, ένα καφέ όπου μπορείς να απολαύσεις εσπρέσο, καπουτσίνο φρέντο κ.λπ., και το μοναδικό εστιατόριο, όπου μπορείς να δοκιμάσεις γεύσεις τόσο της Ανατολής αλλά κυρίως της ευρωπαϊκής κουζίνας – πίτσα, κλαμπ σάντουιτς, μπίρα, που τόσο δύσκολα βρίσκεις στο νησί, και φυσικά μεζέδες απ’ την πατρίδα, μπουρεκάκια, καλαμαράκια και τόσα άλλα, που η νοστιμιά τους σε απογειώνει. Η μουσική πάντα ελληνική, και τα βράδια χορεύουν συρτάκι στο πλακόστρωτο, ξυπόλυτοι, άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων, αγκαλιασμένοι, υπό τους ήχους του Ζορμπά και με τη χαρακτηριστική φωνή της Μελίνας Μερκούρη να μας τραγουδά τα «Παιδιά του Πειραιά».

Η Μαρία με τον Δημήτρη, ο Χρήστος και η γλυκιά Αθηνά, νέα, μοντέρνα παιδιά, πήραν κι αυτοί την απόφαση να επιστρέψουν στα χώματα των προγόνων τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι παραδίδουν δωρεάν μαθήματα ελληνικών σε Τούρκους, μικρούς και μεγάλους, και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η προσέλευση είναι αθρόα, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία!

Τελευταίος τόπος που επισκέφτηκα ήταν το Σχοινούδι, το άλλοτε μικρό Παρίσι και μεγαλύτερο χωριό των Βαλκανίων με 3.000 κατοίκους, όλους Έλληνες. Τα συναισθήματά μου ήταν τόσο μπερδεμένα όταν το πρωτοείδα, που ακόμα και τώρα, δεν έχω καταφέρει να τα ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Αν μπορούσα να του δώσω όνομα, θα το έλεγα «Εσταυρωμένο». Παρότι με είχαν προειδοποιήσει για το θέαμα που θα αντίκριζα, αυτό ξεπερνούσε κάθε φαντασία, έμοιαζε με ένα κακό όνειρο! Γκρίζα, σταχτιά γκρεμισμένα σπίτια, πολλά και μεγάλα, που μαρτυρούσαν ότι εδώ κάποτε ζούσε κόσμος, πολύς κόσμος. Ξαφνικά ένα κοριτσάκι πετιέται απ’ τα χαλάσματα κρατώντας ένα μικρό σκυλάκι. Είναι η Ελπίδα, σκέφτηκα, η ελπίδα ότι μια μέρα αυτό το μέρος θα ζωντανέψει πάλι.

Στο Σχοινούδι πήγα να συναντήσω τον Πρόεδρο της Ιμβριακής Ένωσης Θεσσαλονίκης, τον κ. Παύλο Σταματίδη, που παλεύει να ξαναχτίσει το πατρικό του σπίτι. Στο φιλόξενο σπίτι του, ήρθαν και γειτόνισσες και κάθισαν μαζί μας να καταθέσουν κι αυτές τις μαρτυρίες τους. Ο κ. Παύλος, ένας πληθωρικός και καταρτισμένος ιστορικά, πολιτικά και πολιτιστικά άνθρωπος, προσπαθεί να διηγηθεί απλά και σύντομα την ιστορία του πολύπαθου τούτου χωριού. Στέκεται σε τρεις τέσσερις χρονολογίες-κλειδιά, που σηματοδότησαν την απαρχή της διάλυσης του ελληνισμού: «Μετά το 1923, η Ίμβρος και η Τένεδος παραχωρούνται στην Τουρκία, το 1964 ξεκινούν οι εθνικές εκκαθαρίσεις, βγαίνει διάταγμα για κλείσιμο των ελληνικών σχολείων, υψηλή φορολογία, δημεύσεις περιουσιών, βεβηλώσεις εκκλησιών, και η ταφόπλακα είναι η δημιουργία ανοιχτών φυλακών στο Σχοινούδι. Αυτό έχει ως συνέπεια οι κρατούμενοι να κυκλοφορούν ελεύθεροι, βιάζοντας, κλέβοντας και σκοτώνοντας τους ντόπιους. Οι Ίμβριοι αναγκάζονται να φύγουν απ’ τον τόπο τους. Οι πιο πολλοί από εμάς πήγαμε στην Πόλη ελπίζοντας ότι θα φτιάξουν τα πράγματα και για να συνεχίσουμε το σχολείο. Εμείς εδώ, σε τούτο τον τόπο, χωρίς ψωμί ζούμε, αλλά χωρίς γράμματα όχι! Με φωτεινό παράδειγμα τον πατριάρχη, τον «παππού», όπως τον φωνάζουμε, σπουδάσαμε όλοι και με τη σειρά μας σπουδάσαμε τα παιδιά μας. Το 1974 τα πράγματα δυστυχώς χειροτέρεψαν και φύγαμε απ’ την Τουρκία για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη κυρίως, και στην πορεία διασκορπιστήκαμε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, ελπίζοντας σε μια καλύτερη τύχη. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν αντιμετωπιστήκαμε όπως περιμέναμε, Τουρκόσπορους μας ανέβαζαν, Τουρκόσπορους μας κατέβαζαν. Το 2000, γίνεται το θαύμα. Το σκηνικό στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλάζει προς το καλύτερο. Μας δίνουν και την τούρκικη ιθαγένεια ώστε να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε τις περιουσίες μας ή ό,τι είχε απομείνει από αυτές. Τα σχολεία αρχίζουν να ξαναλειτουργούν, οι Ίμβριοι δειλά δειλά επιστρέφουν στον τόπο τους. Αυτή τη στιγμή έχουμε 540 μόνιμους κατοίκους και 44 μαθητές, αριθμός που όλο και αυξάνεται». Κλείνει λέγοντας: «Ναι στη φιλία με τους Τούρκους, αλλά δεν ξεχνάμε… Να παραδεχτούν τα λάθη τους και να πούμε ότι από δω και πέρα όλοι μαζί προχωράμε χέρι χέρι, πράγμα που άλλωστε ασπάζονται οι περισσότεροι Τούρκοι. Εύχομαι να υπάρχει ειρήνη και αγάπη μεταξύ των δύο λαών, τέρμα πια στα μίση, ας κάνουμε μια νέα αρχή».

Έφυγα από την Ίμβρο, σκεπτόμενη ότι δεν έχει να ζηλέψει τίποτα απ’ τις παραδόσεις και τα έθιμα της Ελλάδας, εντυπωσιασμένη από τη φιλοξενία και την αγάπη τους για τους ανθρώπους. Με τα πανηγύρια τους, τους παραδοσιακούς χορούς, τα παραδοσιακά φαγητά και τόσο πολλά άλλα, που δυστυχώς δεν χωρούν σε μερικές σελίδες. Ατυχώς, δεν μπόρεσα να επισκεφτώ όλα τα χωριά. Πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτείτε τους καταπράσινους Αγίους Θεοδώρους, το παραθαλάσσιο Γλυκύ και οικισμό του Κάστρου με το φρούριο στην κορφή ― δύο χωριά με την ομορφότερη θέα! Από το Σχοινούδι θα ανηφορίσετε μέχρι το Παλαιόκαστρο, ενώ το Δεκαπενταύγουστο στα Αγρίδια, θα παρακολουθήσετε το πανιμβριακού χαρακτήρα πανηγύρι στο οποίο εντάσσονται τα κουρμπάνια, τα πανάρχαια τελετουργικά έθιμα της ομαδικής θυσίας των βοδιών (απ’ την τουρκική λέξη kurban, που σημαίνει σφαγείο), η διανομή της «κουρκούτας» (είδος χυλού, από ζωμό κρέατος, που βράζει μαζί με σιτάρι) και τα αλληλοκεράσματα πάνω απ’ τους οικογενειακούς τάφους, απόρροια των Καβείριων μυστηρίων. Στον Νότο του νησιού θα συναντήσετε τη Συναπίδα, μια από τις ομορφότερες ακτές της Ίμβρου με καταπράσινα νερά και μια φαρδιά αμμουδιά, πίσω από την οποία ορθώνεται ένας τεράστιος αμμόλοφος που παραπέμπει σε τοπία της νότιας Κρήτης. Με φόντο τη Σαμοθράκη, θα δείτε και τα εντυπωσιακά Κασκαβάλια, ένα προστατευόμενο μνημείο της φύσης που συνδέεται με λαϊκές ιστορίες της Ίμβρου. Με την υπόσχεση ότι θα ξαναπάω, κι αφού έμαθα να τους αποκαλώ όλους με τα μικρά τους ονόματα σαν να τους ήξερα από χρόνια, πήρα τον δρόμο του γυρισμού κρατώντας ζωντανή τη βροντερή φωνή της κ. Άννας Καημένου: «Μπορεί η σημαία να είναι δική τους, αλλά τα χώματα και η ψυχή του νησιού είναι δικά μας και κανείς δεν μπορεί να μας τα πάρει».

Προδιαγραφές

  • Πληροφορίες:

     

    Διαμονή

    Στην Ίμβρο δεν υπάρχει αξιόλογη τουριστική υποδομή. Εκτός από διάφορες πανσιόν στα νεόκτιστα χωριά των εποίκων και στο παλιό Κάστρο, υπάρχουν κάποια ξενοδοχεία στη χώρα (Παναγία), στο Κάστρο στο Γλυκύ και στους Αγίους Θεοδώρους. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα http://www.gokceadarehberi.com

    Σε περίπτωση που δεν βρείτε θέση πουθενά, η καλύτερη λύση μπορεί να αποδειχθεί το τροχόσπιτο. Δεν σας συμβουλεύουμε να κάνετε ελεύθερο κάμπινγκ με σκηνή. Στη χώρα (Παναγία-Merkez) υπάρχουν όλα τα είδη πρώτης ανάγκης.

  • Πρόσβαση:

     

    Η Ίμβρος (τουρκική ονομασία Gokceada [Γκιοκτσέαντα]) ανήκει στον Νομό Τσανάκαλε της Τουρκίας. Δυστυχώς επί του παρόντος δεν υπάρχει απευθείας συγκοινωνία με τα γύρω ελληνικά νησιά της Σαμοθράκης και της Λήμνου, ούτε και με την Αλεξανδρούπολη. Από τη Λήμνο υπάρχει σύνδεση με το λιμάνι του Κέπεζ (Kepez) στην ασιατική ακτή των Δαρδανελλίων, από όπου μπορείτε να περάσετε στην Ίμβρο. Στο νησί μπορείτε να περάσετε από δύο τουρκικά λιμάνια: του Τσανάκαλε [Canakkale] ή του Καμπάτεπε [Κabatepe], που βρίσκεται στη Χερσόνησο της Καλλίπολης. Το λιμάνι του Αγίου Κηρύκου [Kuzulimanι] της Ίμβρου απέχει 32 ναυτικά μίλια από το Τσανάκαλε και 14 από το Καμπάτεπε. Το δρομολόγιο από το Καμπάτεπε διαρκεί 1 ώρα και 10 λεπτά, ενώ από το Τσανάκαλε 2 ώρες περίπου.

    Το συντομότερο και πιο άνετο δρομολόγιο είναι μέσω της Αλεξανδρούπολης και έπειτα του Έβρου, με τα ειδικά ταξί τα οποία μπορούν να διασχίζουν τα σύνορα. Διαδρομή 190 χλμ. μάς χωρίζει από το Καμπάτεπε, από όπου παίρνουμε το πρωινό πλοίο για την Ίμβρο. Πρέπει οπωσδήποτε να έχετε κλείσει το ταξί εκ των προτέρων τηλεφωνικά από την Αθήνα. Εναλλακτική πρόσβαση έχουμε μέσω Χίου ή Μυτιλήνης, περνώντας απέναντι στον Τσεσμέ ή το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, αντίστοιχα. Δρομολόγια εκτελούν καθημερινά πλοία ελληνικών και τουρκικών εταιρειών, η διαδρομή διαρκεί 90 λεπτά και τα πλοία παίρνουν 15-18 αυτοκίνητα. Από το Αϊβαλί, παίρνουμε τον παραλιακό δρόμο προς Βορρά και περνάμε από το Αδραμύττιο (Edremit). Ο δρόμος ανεβαίνει το όρος Ίδη και μετά από μια πολύ ωραία διαδρομή (συνολικού μήκους 180 χλμ.) φτάνουμε στο Τσανάκαλε. Από εδώ καταμαράν για την Ίμβρο έχει μόνο κάθε Παρασκευή (χωρίς δυνατότητα μεταφοράς ΙΧ). Εναλλακτική επιλογή η μετάβαση από το Τσανάκαλε στην Μάδυτο με φέρι (κάθε μισή ώρα) και από εκεί μέχρι το Καμπάτεπε. Η διαδρομή διαρκεί μισή ώρα και μετά η οδική απόσταση Μαδύτου-Καμπάτεπε είναι περίπου 8 χιλιόμετρα.