Τα φαντάσματα του Θεόδωρου Παπαγιάννη
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Επιμέλεια: Θάλεια Νουάρου

Μάζεψα τ΄ αποκαΐδια με πόνο ψυχής από το καμένο Πολυτεχνείο κι έστησα σκιάχτρα να ξορκίσω τα κακά που πληθαίνουν γύρω μου. Φαντάσματα που τρομοκρατούν τα όνειρά μου κι αγριεύουν τον ύπνο μου. 

Σημάδια μιας πραγματικότητας που με μελαγχολεί και με εξουθενώνει.Έβγαλα το μαύρο απ’ την ψυχή μου, που χρόνια τώρα οι κάθε είδους εμπρηστές την ποτίζουν. Όρθωσα σύμβολα της παρακμής ενός κόσμου που αλληλοσπαράσσεται και μιας πατρίδας που μοιάζει να μην έχει κανένα μέλλον. Αναζητώ το μύθο σε μια εποχή που οι πολλοί κάνουν προσπάθεια να “απομυθοποιήσουν”, όπως λένε, την τέχνη, σαν φυγή από μια πραγματικότητα που δεν αντέχω. Κλείνομαι στον κόσμο μου από ανάγκη αναζητώντας άλλα πρότυπα, πιο ποιητικά, πιο μεγάλα, πιο μυστηριώδη. Μα η πεζή πραγματικότητα με προσγειώνει.Προσπαθώ να ξαναβρώ το μίτο από κάτι που μοιάζει άπιαστο, υπερβατικό, μαγικό. Σαν ειδωλολάτρης ορθώνω ξανά τα ξόανα ξορκίζοντας την κακή μοίρα αυτού του τόπου. Τα στολίζω με κάθε είδους τάματα και λογής στολίδια, ίδια πιστός, που περιμένει τη λύτρωσή του. Στήνομαι με τις ώρες μπροστά τους αναζητώντας μάταια ένα νεύμα για καλές ειδήσεις.Μαζεύω τ’ αποκαΐδια με απέραντη θλίψη από μια χώρα που καίγεται. Καίει τα πνευματικά της ιδρύματα και ό,τι σημαντικό της έχει απομείνει κι όλοι καμώνονται πως δε συμβαίνει τίποτα. Αναρωτιέμαι τι νόημα έχει η φτωχοτέχνη μας. Πόσους ενδιαφέρει αν δεν μπορεί γι’ αυτά κάτι να πει, να κάνει κάτι.

Κι εμείς –για να παραφράσω τον ποιητή– κλεισμένοι στον κουτσομπολίστικο μικρόκοσμό μας, αλλοτριωμένοι, γεμάτοι κακίες και πείσματα, τέλεια "ιδιώτες" περί άλλων τυρβάζουμε…

Ναι, τα φαντάσματα αυτά με εκφράζουν. Είναι η δική μου αντίδραση σ’ ένα έθνος που μοιάζει υπνωτισμένο. Θέλω να φωνάξω πως δεν μπορώ άλλο να ζω ανάμεσα σ’ αδιάφορους, εμπρηστές και οικοπεδοφάγους. Τον τόπο αυτόν τον πονάω. Γνωρίζω το μεγαλείο και το δράμα του, δεν είμαι ρηχοφυτεμένος, κι ας ξέρω πως οι άγριοι δεν σκιάζονται, ούτε πως οι εμπρηστές θα σταματήσουν. Παρ’ όλα αυτά στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς μου αναρωτιέμαι γιατί αρπάχτηκα από αυτά τα σημάδια της καταστροφής. Μήπως όλα αυτά έγιναν για να απαλλαγώ πρώτα και κύρια απ’ τις δικές μου τύψεις;

Γιατί ποιους να καταγγείλω; Είμαστε πολλοί, πάρα πολλοί συνένοχοι σ’ αυτόν τον τόπο». 

Ένας τραγικός χορός

Με τριάντα υπερφυσικές ανθρώπινες φιγούρες, «Τα Φαντάσματά μου», όπως τα αποκαλεί, ο Θεόδωρος Παπαγιάννης στήνει έναν τραγικό χορό, που συνοδεύεται από αυτό το μικρό κείμενο το οποίο πρωτογράφτηκε το 1994.

Τα έργα που εκτέθηκαν στο Μουσείο Μπενάκη το 2012, και σήμερα φιλοξενούνται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Ελληνικό Ιωαννίνων, είναι φιλοτεχνημένα από τα αποκαΐδια του Πολυτεχνείου μετά την καταστροφική του πυρπόληση το 1991 και το 1995. Ομότιμος καθηγητής στην ΑΣΚΤ Αθηνών, ο Παπαγιάννης φτιάχνει έναν χορό της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας. Στη μέση του χορού ένα ταψί με ψωμιά, σύμβολο της επιβίωσης του ανθρώπου, και μια πεσμένη μορφή συμπληρώνουν το σκηνικό, που αποκτά συμβολικές διαστάσεις.

«Πέρα από την όποια τραγική αφετηρία του τότε, το κείμενο υποδηλώνει σαφώς κάτι πολύ πιο καίριο και ουσιαστικό. Εκτονώνει την αγωνία μιας βασανισμένης αυτογνωσίας για την ελληνική μοίρα γενικότερα, και όχι μόνο ειδικά για ό,τι μας είχε κατακάψει και συνεχίζει να μας κατακαίει κυριολεκτικά, σμπαραλιάζοντας τις αντοχές και κουρελιάζοντας τις αισιοδοξίες μας», σημείωνε ο Άγγελος Δεληβορριάς το 2012, διευθυντής τότε του Μουσείου Μπενάκη.

«Δεν ξέρω από πόσο μακριά μού έρχονται οι μορφές αυτές. Δεν ξέρω να πω τι ακριβώς εκφράζουν, αν είναι θεοί ή δαίμονες, αν είναι μυθικές μορφές ή ήρωες της ιστορίας, λαϊκοί αγωνιστές ή πνευματικοί άνθρωποι, εθνικοί ευεργέτες ή διδάσκαλοι του γένους, φαντάσματα του νου ή εφιάλτες. Πιθανόν να είναι κάτι απ’ όλα αυτά. Ή μήπως είναι οι προπάτορές μας, αυτοί που έστησαν αυτό το έθνος όρθιο, που προβάλλουν εν χορώ, απειλητικοί, εξοργισμένοι, ταπεινωμένοι, πυρπολημένοι, και μας γυρεύουν εξηγήσεις για την κατάντια αυτού του τόπου;» αναρωτιέται ο Παπαγιάννης προλογίζοντας την έκθεση. «Δεν ξέρω να σας πω, πατριώτες. Αλλά σε τελευταία ανάλυση τι σημασία έχει να το εξηγήσει κανείς. Ας εισπράξει ο καθένας ό,τι θέλει».