Χίος Το καλύτερο καραβάκι
5.0/5 rating 1 vote

Κείμενο: Βίκυ Γεωργούλη – Φωτογράφηση: Θάλεια Νουάρου, Αποστόλης Φλιούκας

Ήθελες να τους έβρεις, να δεις ίντα σχεδιάζουνε, χωμένοι από τον Ιούλη στα «κρησφύγετά» τως… 

Το αντικείμενο γνωστό κι αγαπημένο στους Χιώτες: το καραβάκι το πρωτοχρονιάτικο! Του Κάστρου, της πιο παλιάς συνοικίας της Χίου. Αυτό που με άλλα τέσσερα-πέντε, από άλλες ενορίες, θα ‘βγουνε παραμονή Πρωτοχρονιάς στα σοκάκια της Χώρας και θα κάμουνε τον κακό χαμό, με μουσικές και βεγγαλικά μέχρι να συναντηθούν στην κεντρική πλατεία, στο Βουνάκι, για τον μεγάλο διαγωνισμό... Κάστρο, Τουρλωτή, Καστέλο, Λέτσαινα, Ευαγγελίστρια...

Όταν, μετά από προσπάθεια μερών, εσυναντήθηκες με τον Παναγιώτη και τον Λευτέρη σ’ έναν καφενέ, σκέφτηκες πως άξιζε τον κόπο η αναμονή και τα τόσα τηλέφωνα…
Από τούτα τα παλικαράκια ήμαθες ένα κάρο πράμματα για ένα έθιμο που ίσως να έχει τις ρίζες του από την αρχαιότητα: «από το τροχοφόρο πλοίο των Ανθεστηρίων, επί του οποίου εισερχόταν στην Αθήνα αλλά και στις λοιπές ιωνικές πόλεις ο θεός Διόνυσος με τη συνοδεία του», σα μπου λέ’ κι η Στέλλα η Τσιροπινά στο εξαιρετικό βιβλίο της «Η θεατρικότητα των Χιακών εθίμων».
Τα παιδιά τούτες οι λεπτομέρειες δεν τους νοιάζουνε. Δουλέψανε με μεράκι κι αγάπη, φάγανε ώρες πολλές, χάσαν τα ραντεβουδάκια με τις γιαβουκλούδες τους για να καταφέρουνε να κάμουμε ευτό που είχανε στο μυαλό τως. Το πολεμικό πλοίο «Έλλη», γιατί άμα κάμνανε εμπορικό, θα το βγάζανε «Άγιο Γιώργη», έτσι όπως λέν' την εκκλησιά του Κάστρου.
Όμως το έθιμο λέ' για πολεμικά πλοία, αφού τότε που ουσιαστικά ξεκίνησε, το 1912-13, οι ιστορικές συγκυρίες ήταν τέτοιες: «Το χάρτινο πλοίο μεταμορφώθηκε σε τσίγκινο και αργότερα τενεκεδένιο, με αυτοσχέδια συστήματα που πρόσφεραν στα μικρά ή μεγάλα ομοιώματα τη δυνατότητα να σφυρίζουν τα φουγάρα τους ή να εκπυρσοκροτούν τα μικρά κανόνια τους. Από την εποχή της εγκατάστασης Μικρασιατών προσφύγων στη Χίο, το έθιμο απέκτησε νέα ορμή, καθώς μικροί και μεγάλοι καλαντιστές-κατασκευαστές ταύτιζαν σε συμβολικό επίπεδο τα ομοιώματα αυτά με τα πολεμικά πλοία, που αρχικά συνδέθηκαν με την ελευθερία αλλά και τη σωτηρία, ενώ στη συνέχεια με την ποθητή ελπίδα ότι με αυτά θα γινόταν κάποτε κατορθωτή η παλιννόστηση των προσφύγων...» γράφει η Στέλλα.
Το σκαρί το παραγγείλανε στον Παπόρια, μεγάλο μάστορα στα ξύλινα καΐκια, μικρά και μεγάλα. Ένα σκαρί 6 μέτρα, που άμα το βάλεις στη θάλασσα, επιπλέει… Μετά αρχίζει το χτίσιμο, κομματάκι κομματάκι, με υλικά που άμα τα δεις, πρέπει να σκεφτείς πολύ για να ’βρεις τι είναι. Τα κανόνια περιστρεφόμενα, με μηχανισμούς περίτεχνους, με φωτάκια και ραντάρ, τα φουγάρα του βγάζουνε καπνούς, η σειρήνα του βαρά… Να βλέπεις το πολεμικό, να το θαυμάζεις και να ανετριχιάζεσαι…
«Οι ενορίες που ’χουνε φράγκα», παραπονέθηκαν οι μικροί, «δίνουνε το καράβι και τους το βάφουνε όξω και λαμποκοπά… Εμείς βγάλαμε ημερολόγια με σπόνσορες, να πουλήσομε για να βγάλομε κάναν παρά…»
Τέσσερα με πέντε χιλιάρικα πάνε τα έξοδα κι άμα δεν τα καταφέρουνε, τσοντάρουνε και τα 6-7 άτομα που είναι το συνεργείο τους. Ούτε ο Δήμος βοηθά ούτε η εκκλησιά. Η λολάδα των παιδιώ μόνο... Για έναν έρωτα στην τέχνη τούτη, που πα' από κύρη σε γιο. Και το συνεργείο είναι αυτό. Νέα άτομα δύσκολα μπαίνουνε στην παρέα. Κι όσοι είναι μέσα, έχουνε το στόμα τως κλειστό, τα μυστικά δεν λέγονται, όσα ούζα κι άμα πιούνε αναμεταξύ τως. Ο ανταγωνισμός είναι φοβερός. Κι αυτό ξεκίνησε όταν το έθιμο, που άρχισε να σβήνει στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, το ανέλαβε η Περιηγητική Λέσχη Χίου, στο 1976, για να του δώσει νέα πνοή κάνοντας διαγωνισμό για το καλύτερο καραβάκι...
«Τα παινέματα τα ’χετένε έτοιμα;» αρώτησες. «Έτοιμα είναι, μα φέτος θα πούμενε λίγα, μόνο εφτά... δε θέμε να κουράζομε τον κόσμο, σαν τους άλλους που θα πούνε δεκαπέντε…»
Γιατί άμα έρτει η ώρα τως να δείξουνε το παπόρι τους στην επιτροπή, τότε θ’ αρχίσουνε τα όργανα, η γκάιντα και το τουμπί. Κι ο Λευτέρης την ίσιαξε με τα χέρια του την γκάιντα κι ευτός θα τη γεμώσει με τα πνευμόνια του αέρα για ν’ αρχίσει να παίζει... Κι ένα κορίτσι θα κάμει την αρχή:

Την καλησπέρα έφερα
κι ο χρόνος είναι μέλι
Ήρθαμε να σας δείξουμε
Το μαγικό μας «Έλλη»
Κι ο χορός θα επαναλάβει... Εφτά παινέματα-ποιήματα, που θυμίζουν μικρασιάτικα κάλαντα, εύχονται για τη νέα χρονιά, αλλά και σατιρίζουν δημαρχαίους, νομαρχαίους, την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, μιλούν για φίλους που χάθηκαν, για ό,τι απασχολεί την κάθε ομάδα.
Στο δεύτερο κρασάκι τ’ αγόρια βγάλανε τον καμό τους. «Βοήθεια δεν έχομε από πουθενά… Φέτος σπαζοχολιάσαμε όταν είπανε στις 3 του Δεκέβρη πως δεν θα γίνουν τα καραβάκια φέτο γιατί δεν έχουνε φράγκα. Εγώ ήκλαιγα», είπεν ο Παναγιώτης, που έχει δώκει τη ψυχή του. «Κι εγώ το ίδιο», είπεν ο Λευτέρης. «Είκοσι τέσσερις ώρες άγρυπνος ήμεινα για να σιάξω τη μακέτα του βαποριού». Παράπονα για την επιτροπή, που δε νογούνε, για τον Δήμο που δε βοηθά, που δεν τους στηρίζουν, γιατί τα χρηματικά βραβεία δεν δίνονται σε όλους που παίρνουνε μέρος. Θα ’ταν πιο δίκαια τα πράμματα τότες.
Παιδιά λαϊκά, της δουλειάς, φιλότιμα. Που έχουν το θάρρος να πουν: Εκείνο το καραβάκι πέρσι, το ζηλέψαμε. Που φέτος το δικό τους δεν θα είναι σημαιοστολισμένο, για να δείξουνε το πένθος τους για τις αδικοχαμένες ψυχές στο Αιγαίο… Που ένα «παίνεμα» από τα εφτά θα μιλά για τους πρόσφυγες. Γιατί το Κάστρο, το Καστέλο κι όλοι ξέρουν από προσφυγιά, όσες γενιές και να περάσουν…
Σε ξενυχτήσανε τα γιουκάκια αλλά χαλάλι τως. Σου θυμήσανε ξανά τι είναι πάθος για κάτι που πονάς και γουστάρει η ψυχούλα σου. Κι ας κάμνουνε λίγη φασαρία παραπάνω άμα μπαίνουνε στην πλατεία. Για πρώτη φορά θα είσαι εκεί. Για τον Παναγιώτη και τον Λευτέρη. Αξίζει τον κόπο...

Απόψε το καράβι μας χαίρεται π’ αρμενίζει
μαζί με τον παινεματή σφυρά, καλησπερίζει…

Σημείωση: Το κείμενο είναι γραμμένο στη χιώτικη ντοπιολαλιά.

Προδιαγραφές

  • Χάρτης: