Ιαν04

Τα µουσεία, οι άλλοι κι εγώ

Τα µουσεία,  οι άλλοι κι εγώ

Κείμενο: Νίνα Κουλετάκη

Έχω ταξιδέψει πολύ. Πολύ περισσότερο από τον µέσο Έλληνα, για τον οποίο τα ταξίδια δεν αποτελούν κοµµάτι συνυφασµένο µε τη δουλειά του αλλά, αποκλειστικά και µόνο, τρόπο ψυχαγωγίας. Λατρεύω τα ταξίδια και είναι από τα ελάχιστα πράγµατα που ζηλεύω στη ζωή µου.

Πηγαίνοντας σε έναν τόπο, αυτό που θέλω κυρίως είναι να οσφρανθώ το άρωµά του· τις µυρωδιές των ανθρώπων του, τον ήχο της γλώσσας του, τα χρώµατα του περιβάλλοντός του. Όσο µπορώ, αποφεύγω να συχνάζω στα τουριστικά µέρη, να γευµατίζω σε ταβέρνες µε φολκλόρ προγράµµατα, να επισκέπτοµαι τα µνηµεία του τόπου µε στίφη τουριστών. Για τα υπαίθρια µνηµεία, διαλέγω ώρες που υπολογίζω πως θα είναι όσο το δυνατόν λιγότεροι τριγύρω να τα σηµαδεύουν µε τις µηχανές τους. Τα περισσότερα τα έχω πρωτοδεί αργά τη νύχτα, λουσµένα στο φως των προβολέων τους, τουλάχιστον στα ταξίδια στην Ευρώπη, όπου η γνώση της γλώσσας µού παρέχει µια –σχετική– αίσθηση ασφάλειας. Και για την ικανοποίηση του «αισθήµατος πείνας» προτιµώ µέρη που συχνάζουν οι «αυτόχθονες ιθαγενείς». Μέχρι στιγµής δεν έχω µετανιώσει για καµία από αυτές τις «ιδιορρυθµίες» µου.

Όλα µου τα ταξίδια συµπεριλαµβάνουν και επίσκεψη στα µουσεία του τόπου που επισκέπτοµαι. Εκεί, ο συγχρωτισµός µε τους «άλλους» είναι αναπόφευκτος Έτσι, αναγκαστικά, έχω αναπτύξει σε µεγάλο βαθµό την ικανότητα να περιηγούµαι ένα µουσείο, προσποιούµενη επιτυχώς πως είµαι µόνη εκεί. Αυτό συµβαίνει κυρίως όταν το εν λόγω µουσείο φιλοξενεί είτε κάποιο έργο τέχνης το οποίο έχω, προσωπικά, περιβάλει µε έναν µύθο είτε τα έργα κάποιου καλλιτέχνη που θέλω πολύ να δω. ∆εν γνωρίζω περί τέχνης περισσότερα από τον µέσο άνθρωπο, για µένα ένα έργο τέχνης «µου µιλάει» ή «παραµένει πεισµατικά βουβό». Και έχει τύχει σε µουσεία (µοντέρνας κυρίως τέχνης) να ανακαλύψω καλλιτέχνες των οποίων την ύπαρξη αγνοούσα παντελώς, αλλά καθηλώθηκα στη θέα των έργων τους.

∆εν έχω ταξιδέψει ποτέ µόνη. ∆εν µ’ αρέσει να ταξιδεύω µόνη, θέλω να έχω κάποιον µαζί µου να µοιράζοµαι τη χαρά και τη γνώση που προσφέρει το ταξίδι, να χρωµατίζουµε τις εντυπώσεις µας, να διασκεδάζουµε µε τα απρόοπτα, να αποκτούµε κοινές αναµνήσεις. Θέλω κάποιον µαζί µου παντού. Εκτός απ’ όταν επισκέπτοµαι ένα µουσείο. ∆εν ξέρω τι είδους διαστροφή είναι αυτή, αλλά σ’ αυτούς τους χώρους η παρέα µε ενοχλεί. Θέλω να δω όσα ένα µουσείο περικλείει µε τους δικούς µου ρυθµούς. Θέλω να µπορώ να προσπερνάω µε γρήγορο βήµα ό,τι δεν µε ενδιαφέρει και να µένω, µέχρις ότου τα µάτια µου και η ψυχή µου χορτάσουν, µπροστά σε ένα έργο που αγαπώ. Μπορώ να περιµένω υποµονετικά ατελείωτη ώρα να αποµακρυνθεί ο κόσµος µπροστά από ένα έργο όπου θέλω να «µεταλάβω». Φυσικά, ποτέ µια επίσκεψη δεν µου αρκεί. Επανέρχοµαι καθηµερινά σε διάφορες ώρες, για να δω «και κάτι ακόµα».

Το πόσο γνωστός ή διάσηµος είναι ένας πίνακας δεν έχει να κάνει µε τον χρόνο που θα του διαθέσω. Στη «Μόνα Λίζα» στο Παρίσι, για παράδειγµα,  έριξα µια (προσεκτική είναι η αλήθεια) µατιά, ενώ µπροστά στο «∆ροµάκι του Ντελφτ» του Βερµέερ στο Άµστερνταµ (που µέχρι τότε δεν το είχα ξαναδεί) έµεινα εκστατική για τρία τέταρτα της ώρας. ∆εν ακολουθώ κανόνες, δεν υπάρχει προδιαγεγραµµένη πορεία. Ίσως γι’ αυτό να µη µε ανέχεται κανείς µέσα σε ένα µουσείο...

Όσες φορές τυχαίνει να βρεθώ σε ξένο τόπο την περίοδο των Χριστουγέννων, θεωρώ επιβεβληµένη µιαν επίσκεψη στο Μουσείο Παιχνιδιών, εφόσον, βέβαια, υπάρχει κάτι ανάλογο στην πόλη όπου βρίσκοµαι. Μέχρι στιγµής, από τα πιο όµορφα µουσεία παιχνιδιών που έχω επισκεφθεί είναι τα εξής: Le Musée du Jouet στις Βρυξέλλες, The Museum of Childhood στο Εδιµβούργο, Pollock’s Toy Museum και Victoria and Albert Museum of Childhood στο Λονδίνο, το Μουσείο Παιχνιδιών στην Πράγα, το Μουσείο Μηχανικών Παιχνιδιών στην Αποβάθρα 39 του Σαν Φρανσίσκο, Le Musée du Jouet στο Παρίσι, Papalote Museo del Niño στο Μεξικό και κάµποσα ακόµη σ’ ολόκληρο τον κόσµο.

Είναι πάντα νοσταλγικό για κάποιον να επισκέπτεται ένα µουσείο παιχνιδιών αλλά, ειδικά τις ηµέρες των Χριστουγέννων, αποβαίνει µαγικό. Καθώς περιπλανιέσαι στις αίθουσες και χαζεύεις τα γοητευτικά εκθέµατα, στα ρουθούνια σου χτυπά η µυρωδιά από φρεσκοψηµένα γλυκίσµατα, τ’ αυτιά σου γεµίζουν ήχους από χιλιάδες µικρά καµπανάκια και παιδικά γέλια σαν καµπανάκια, η καρδιά πληµµυρίζει από νοσταλγία και συγκίνηση, ενώ µπροστά από τα µάτια σου περνούν οι εικόνες των Χριστουγέννων της παιδικής σου ηλικίας.

Φέτος τα Χριστούγεννα, µου επιφυλάσσω µία ακόµη επίσκεψη σε Μουσείο Παιχνιδιών, αυτή τη φορά στην πόλη µου. Επιτέλους, η Αθήνα απόκτησε ένα τέτοιο µουσείο, αντάξιο των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Η µαγεία ξεκινά από το εξωτερικό, αντικρίζοντας τον παραµυθένιο Πύργο Κουλούρα στο Φάληρο, όπου βρήκε µόνιµη κι αποκλειστική στέγη η συλλογή παιχνιδιών του Μουσείου Μπενάκη.

Ας πάµε όλοι, λοιπόν, µαζί µε τα παιδιά µας ή και µόνοι, µία από τις φετινές χριστουγεννιάτικες µέρες στο Φάληρο, για µια επίσκεψη στο Μουσείο Παιχνιδιών, για µια ευκαιρία να ξανανιώσουµε παιδιά, για µια επιστροφή στην εποχή της αθωότητας, πιθανότατα τραγουδώντας και το παρακάτω τραγουδάκι, από την ιστορική «Λιλιπούπολη»:

Μες στο µουσείο, µες στο µουσείο
Μια µέρα µπήκα, µε φόρα, κι εγώ.
Μη µε τραβάτε, µη µου κολλάτε,
Απ’ το µουσείο δεν θέλω να βγω!