Νοε02

η σιωπή των σεμνών

«Ο άνθρωπος που δεν πληρώνει την κάθε ηδονή του
με ίση ποσότητα αλγηδόνα, ζει μια ζωή αφύσικη.
Δηλαδή ψεύτικη ως τη ρίζα της».
Δημήτρης Λιαντίνης, ΓΚΕΜΜΑ

«Ο άνθρωπος που δεν πληρώνει την κάθε ηδονή του
με ίση ποσότητα αλγηδόνα, ζει μια ζωή αφύσικη.
Δηλαδή ψεύτικη ως τη ρίζα της».
Δημήτρης Λιαντίνης, ΓΚΕΜΜΑ

Τελευταία εκπαιδεύομαι στη σιωπή. Κι όσο περισσότερο σωπαίνω τόσο δυναμώνει μέσα μου ο ήχος της γύρω μας δυστυχίας. Είναι γραμμένο στις ανθολογίες των σοφών πως μόνο εκείνοι που μπορούν να σωπαίνουν ακούνε τον αντίλαλο των ψυχών και τους λυγμούς των θυμάτων.

Δεν μπορείς μέσα σε τόσο σπαραγμό να φωνάζεις ανέμελα «έλα Μήτσο να κάνουμε μπανάνα» και να λέγεσαι συνάνθρωπος. Δεν μπορείς, είτε έχων είτε μη έχων, να βλέπεις τη μάνα που κλέβει γάλα για τα παιδιά της να διασύρεται, ν’ ακούς τις αυτοκτονίες αθώων και να ασχολείσαι μονίμως με τα οπίσθια της κατίνας των media. Να θορυβείς, να καγχάζεις για να σκεπάζεις τους θρήνους των βασανιστηρίων.
Όλοι έχουμε ανάγκη μια ανάπαυλα γέλιου. Με μέτρο, επίγνωση και φρόνηση. Εσύ, έχεις περάσει σε τέτοιο στάδιο ζωικού εγωισμού και αφασίας που για την κοινωνία των συνανθρώπων είσαι επικίνδυνο, μεταδοτικό μόλυσμα.

Η χαρά σου σ’ αυτόν τον λίβα γενοκτονίας οφείλει να είναι εκείνο που μπορείς να δώσεις για να σώσεις σε αξίες και ανθρωπιά, συμπάσχοντας σε μια κοινωνία που πάσχει βαθιά. Έστω και αν το μόνο που μπορείς να διαθέσεις είναι η σεμνή σου σιωπή. Έτσι, μόνο μπορεί να σου δικαιολογηθεί και μια στιγμή σπονδής στο «μια ζωή την έχουμε».

Σε βλέπω να χαβαλεδιάζεις αδιάκοπα στα κοινωνικά δίκτυα, να ποτίζεις ακατάσχετα το καλάμι της τηλεοπτικής γλάστρας, να χοροπηδάς σαν μαϊμού ντρεσαρισμένη στη φάρμα και το τσίρκο τους, ν’ ανοιγοκλείνεις ολημερίς και ακαταπαύστως τις μασέλες σου και θέλω χωρίς ενοχές να αφανιστείς.
Για χάρη των παιδιών που έρχονται.
Γιατί με τους ρηχούς παφλασμούς και τα μπουρδολόγα ποδοβολητά σου σηκώνεις νέφη πνιγηρά, θολώνεις, σκεπάζεις και υπονομεύεις το έργο των συνανθρώπων που προσφέρουν σιωπηλά, που συντρίβονται και δακρύζουν όταν δεν μπορούν να βοηθήσουν.
Σε βλέπω να τρέχεις πίσω απ’ τις ρεκλάμες τους, να προσκυνάς σοβατισμένα, άδεια κρανία, να μένεις στον τίτλο και να λοιδορείς εκείνο το στίχο που το νόημά του δεν κατάλαβες, και θέλω να εξαφανιστείς από προσώπου γης. Γιατί είσαι φορέας της κοινωνικής νόσου που απειλεί κάθε χαρισματική ψυχή, κάθε σωτήρια ευαισθησία και κάθε ευγενική ύπαρξη, τη μόνη ελπίδα για μια κοινωνία των συνανθρώπων.

Εσύ, με το αβασάνιστο ξόδεμα του σάλιου σου, γίνεσαι λίπασμα για τα μαστίγια των βασανιστών. Μόλις πάψεις να θορυβείς ανώφελα, μόλις πάψεις να δαγκώνεις τα φτηνά τους δολώματα, μόλις σωπάσεις, θα τους κόψεις τον ορό που τους τρέφει και θα καταρρεύσουν.