Οκτ07

Μια στάση εδώ #118

Μια στάση εδώ #118

Κείμενο - Φωτογραφίες: Μάρω Κουρή

«Έξω βρέχει. Σε κάθε σταγόνα γράφω “σ’ αγαπώ”. Εύχομαι να βραχείς», έγραφε η μητέρα μας σε χαρτάκια που έβαζε μέσα στην τσέπη της ποδιάς μας τις πρώτες μέρες του σχολείου, με τα πρωτοβρόχια. Χαρά μας να γυρνάμε σπίτι από το σχολείο μούσκεμα. Έχοντας μέσα στην ψυχή μας έναν αόρατο και σπάνιο θησαυρό ανεκτίμητης αξίας, χαράς και ευγνωμοσύνης. Αυτόν που λέγεται «ελληνικό καλοκαίρι».

Κάθε φορά που έρχεται το καλοκαίρι, από παιδί,
βάζω στόχο να φωλιάσει καλά μέσα μου
άλλο ένα ελληνικό καλοκαίρι!

Το γιατί θα σας το εξηγήσω:
Για το παγωμένο καρπούζι, το φρέσκο αλλά και το γλυκό του κουταλιού μετά από μια μεσημεριανή σιέστα κάτω από τα πλατάνια.
Για τον ελληνικό καφέ. Σκέτο πλάι στη μουσική των γάργαρων νερών της πηγής.
Για την αιώρα, που μας γνέφει, η πλανεύτρα, «έλα» και οι ώρες περνάνε μες στο κουκούλι της, συντροφιά με τους καλύτερους φίλους, τα βιβλία, κι έναν φακό σπηλαιολόγων στο κεφάλι, όταν νυχτώνει.
Για το καλημέρισμα των αηδονιών, για τις πιρουέτες των χελιδονιών στον καταγάλανο ουρανό, για τα χελωνάκια καρέτα καρέτα, που ξεμυτίζουν το σούρουπο από την άμμο για το μεγάλο τους ταξίδι.
Για τα τραγούδια μες στον ελαιώνα,
παρέα με το βαθύ τζι-τζι των τζιτζικιών.

Για τις συναυλίες δίπλα στα κρυστάλλινα ποτάμια,
δίπλα στα άγρια κύματα του πελάγους.
Για την τρελή παρέα φωτογράφων που ξενυχτάμε νύχτες αφέγγαρες κάτω από την απεραντοσύνη
των αστεριών φωτογραφίζοντας τον γαλαξία....

Για τις ταβέρνες πλάι στο κύμα με θέα το ψαροκάικο
και μια γλάστρα βασιλικού.
Για τις ατέλειωτες μοναχικές βόλτες στην παραλία, χιλιόμετρα περπάτημα παρέα με τον εαυτό μας, τον παντοτινό μας φίλο, μονολογώντας στα ακαταλαβίστικα ― δοκιμάστε το, είναι μεγάλη απόδραση από τα σκουπίδια του μυαλού.
Για τις ανηφοριές στο μονοπάτι Ε4 στον Ταΰγετο με τον πολυπράγμονα και πολυτεχνίτη πατέρα μέχρι το ξωκλήσι για να στήσουμε το εικονοστάσι.
Για το γέλιο, παίζοντας αθώα κρυφτό
στην πλατεία του μικρού χωριού μαζί με τα παιδιά.

Για την ευφορία, καθώς πέφτει το σούρουπο,
που μοσχοβολάνε τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα.
Για το νέκταρ που ρουφάμε από τους στήμονες
του άνθους του αγιοκλήματος σε κάποιον φράχτη.
Για τις παλιές ταινίες στα θερινά τα σινεμά της χώρας.
Για την κοινωνικότητα, μα και το φλερτ, που έρχονται μαζί με τη νύχτα, στην ταβέρνα με τις γιρλάντες από λαμπιόνια, με κρασί, μεζέδες και τη ζάλη ενός ξέφρενου μπάλου.

Αχ, Ελλάδα σε αγαπάμε. Πολύ.
Γινόμαστε ένα με το κρυστάλλινο βάθος της θάλασσάς σου. Κάνουμε μακροβούτια, ξαπλώνουμε στον ήλιο.
Κι ύστερα, με το αλάτι πάνω μας, ένα ρούχο και καπέλο, ξυπόλυτοι, τριγυρίζουμε από χωριό σε χωριό, ανάβουμε κερί στο εξωκλήσι και προσευχόμαστε.

Έχουμε πρώτα κλέψει σύκα, τραγουδώντας «Gracias a la vida que me a dado tanto» («Ευχαριστώ, ζωή, που μου δίνεις τόσα»), μεθώντας την καρδιά μας με κάθε καλοκαιρινό χάδι. Kαλό μας φθινόπωρο!