Ιαν09

«Η ψυχούλα μου αλυχτά»

Αααχ, ελληνική πατρίδα ...Ματωμένη, αλλοπαρμένη και ακυβέρνητη.
Τους αναστεναγμούς της κρίσης να μαζεύαμε σ’ έναν ασκό θα ‘χαμε αλλάξει τις τροχιές των πλανητών.

κείμενο: Ελένη Α. Παπαδοπούλου

Αααχ, ελληνική πατρίδα ...Ματωμένη, αλλοπαρμένη και ακυβέρνητη.
Τους αναστεναγμούς της κρίσης να μαζεύαμε σ’ έναν ασκό θα ‘χαμε αλλάξει τις τροχιές των πλανητών.

Χρονιάρες μέρες και τα φονικά, οι εμφύλιες συρράξεις, η διάλυση, η καταστροφές... έκαμαν και το αστέρι της φάτνης να χλωμιάσει από ντροπή.
Άλλοι στους δρόμους θυμωμένοι, άστεγοι και πεινασμένοι, άλλοι στα ανταλλακτήρια και τα παζάρια δίχως χρήμα, άλλοι στις ουρές της γκιλοτίνας των χαρατσίων και των συσσιτίων, άλλοι στα ψυχοφάρμακα και τους γιατρούς του ελέους, άλλοι στ’ αεροδρόμια και τα λιμάνια της φυγής, άλλοι σκυμμένοι πάνω απ’ τα παγκόσμιας πρώτης μαθηματικά της τρόικας κι άλλοι με τα μυαλά στα κάγκελα του διαδικτύου...

Και απ’ την απέναντι, είναι κι εκείνοι οι περίεργοι στο σαλόνι μας κάθε μέρα.., Φερμένοι λες από άλλο κόσμο, άλλη διάσταση, πανηγυρίζουν νίκες, ξηλώνουν-ράβουν κουστουμάκια για μικρά παιδιά και γέρους, παίζουν τον Άη-Βασίλη-Σαμαρά και τον καμμένο-Καραγκιόζη, παίζουν και τους τρεις μάγους της παραισθησιογόνας δόσης, της απεξαρτημένης από φως, νερό, τηλέφωνο...

Μέσα σ’ αυτό το σχιζοφρενικό σκηνικό όπου λαός και χώρα σφάζονται για μια θέση στην κόψη του γκρεμού και οι αλλόκοσμοι γλείφουν το χαβιάρι του βουλευτικού εντευκτηρίου... δεν ξέρω πως να ευχηθώ χρόνια πολλά και ευτυχές το νέον έτος.

Ξέρω όμως να σας δείξω τι σημαίνει αντίσταση μέσα από ένα μόνο παράδειγμα των ψυχωμένων της χώρας μας: Της δασκάλας που παραιτήθηκε από το δημόσιο σχολείο γράφοντας μεταξύ άλλων στην παραίτησή της:
«Δεν μπορώ ν’ αντικρίζω τα μάτια των παιδιών μου, χωρίς να ντρέπομαι να υπηρετώ μία παιδεία που δεν υφίσταται... ...Αρνούμαι να συναινώ, να συνεργάζομαι και να διευκολύνω αυτούς που μάτωσαν τη χώρα. Τους στυγνούς δολοφόνους, που δολοφονούν κάθε μέρα κάποιον συμπολίτη μου. (Μεταξύ των θυμάτων και ο άντρας μου). Δεν συνεργάζομαι μ’ αυτούς που έκλεψαν τον ιδρώτα των συνταξιούχων, χωρίς ντροπή και σεβασμό στα χρόνια τους. Δεν συνεργάζομαι μ’ αυτούς που γέμισαν τη χώρα άστεγους και τώρα κάνουν τους ελεήμονες τάχα. Δεν θέλω την ελεημοσύνη τους, δεν αναγνωρίζω τα μιάσματα, τους θρασύδειλους που παράνομα κυβερνούν τη χώρα με την πεποίθηση ότι συμφωνούμε. Η ψυχή μου αλυχτά.». Μάρω Αλιφραγκή

Ψηλά το Κεφάλι, λοιπόν
ζυγώνει η ώρα