Μαϊ24

Edit #111

Edit #111

Κείμενο - Φωτογραφίες: Θάλεια Νουάρου

Ήµουν κι εγώ ανάµεσα στους θεατές του Survivor. Συντονισµένη ευλαβικά κάθε βράδυ µπροστά στην τηλεοπτική οθόνη, µαζί µε το µισό και πλέον ποσοστό των Ελλήνων να ταυτιζόµαστε µαζικά µε αυτό το τηλεοπτικό, ανθρώπινο πείραµα που στήθηκε αριστοτεχνικά επάνω στη θλίψη των καιρών…

Γιατί; Να ’ναι κάποια κρυφή σαδιστική µας έκφανση; Λες οι στερήσεις, η πείνα και η κακουχία –ο αγώνας του ανθρώπου για την επιβίωση– να ασκούν επάνω µας τόση γοητεία; Έχουµε εθιστεί τόσο στον πόνο των άλλων ή µε κάποιο τρόπο χαϊδεύουµε τον δικό µας πόνο – την προσωπική µας αγωνία για επιβίωση; Μήπως οι αµµουδιές της εξωτικής Καραϊβικής; Μια υπενθύµιση της φυσικής µας ανάγκης για επαφή µε τη φύση; Άσηµοι εναντίων wannabe διασήµων, κι εµείς σφυρίζουµε αδιάφορα µπροστά σε αυτό που τρέµουµε ότι µας περιµένει… Απάντηση στη µοναξιά και την απογοήτευσή µας; Ή βρήκαµε επιτέλους κάτι κοινό, να ’χουµε να λέµε και να συνεννοούµαστε... Παρασκευή έφευγα για το νησί. ∆εν θα έχανα –τουλάχιστον– τα δύο επόµενα επεισόδια. Είναι βλέπεις και αυτή η ψυχολογία του εθισµού –πρέπει να στερείσαι κάτι για να το αποζητάς διαρκώς– και οι ιθύνοντες το γνωρίζουν καλά…
Την πρώτη µέρα µε συνεπήρε η άνοιξη – µε τύφλωνε το λευκό απ’ τα άσπρα σπίτια. Αφέθηκα στον πρώιµο ήλιο, ταξίδεψα σε θάλασσες, αληθινές, δικές µας... Σαββάτο του Ευαγγελισµού κι ο κόσµος γυρνούσε απ’ τις εκκλησιές. Τα παιδιά ξεχύνονται στα στενά. Φορτωµένες οι αµυγδαλιές µε κοριτσίστικο ροζ, καληµέρες και χαµόγελα. Κάποιος µάλιστα προσφέρθηκε να µας βοηθήσει, χωρίς να χρειαστεί να το ζητήσουµε, κι ύστερα πεθύµησα να ακουµπήσω τη γη. Να περπατήσω ξυπόλυτη στο χώµα, να νιώσω τι έχει να µου πει – κάτι ίσως του περίσσευε να µου χαρίσει. Αποµεσήµερο ξάπλωσα στην πέτρα ακολουθώντας το πέταγµα απ’ τα λευκά περιστέρια κι οι γυναίκες δίπλα στην αυλή σιγοψιθύριζαν το τραγούδι της γειτονιάς. Πόσο αγαπώ αυτή τη Χώρα…
Τη δεύτερη µέρα ρούφηξα όλο το νησί. Σκαρφάλωσα στον πανάρχαιο βράχο, ανέβηκα στον ψηλότερο λόφο κι από κει ψηλά ταξίδεψα το βλέµµα στο Αιγαίο. Μάζεψα βότσαλα και γλυπτά της αµµουδιάς, ανάσανα και πάλι την αλµύρα. Είδα πόσο πολλά µου είχαν λείψει από αυτό τον χειµώνα στην πόλη… Το πρωινό καφεδάκι σε παραδοσιακό καφενείο, να σου λέει καληµέρα ο ψαράς και να σου δείχνει τη «σοδειά» του. Η αισθητική του ανεπιτήδευτου. Να σε δέχονται δίχως να σε περιµένουν …Και τα βράδια στην ταβέρνα, πίνοντας κρασί και συζητώντας.
Την τρίτη µέρα γέλασα µε την ψυχή µου... Επανασυστήθηκα στον εαυτό µου, στο είναι µου. Άνοιξη στο νησί µε µεσηµεριανό τσιπουράκι κι επικούρειο µεζέ, λεµονιές, πασχαλιές – τη γη που ανθίζει, που σου µιλάει µε κίτρινο και µοβ, χρώµατα που µπορείς να αγγίξεις. Γνώρισα ανθρώπους διαφορετικούς από αυτό τον υποτιθέµενο µέσο όρο και την ψυχολογία της µάζας. Με συνεπήραν τα έργα και οι ιστορίες τους. Το χειροποίητο και το φιλόξενό τους. Περπάτησα σ΄ ένα µονοπάτι και καθώς αγνάντευα τη θάλασσα βρέχοντας τα πόδια µου στον ελάχιστο βυθό της, είδα τις αισθήσεις µου να ξυπνούν στο ανοιξιάτικο ψιλοβρόχι. Ξεκίνησα να νιώθω πάλι ευγνωµοσύνη που γέµισε η ψυχή µου µ΄ αρώµατα και ζώα και πουλιά, θάλασσες και ψαρόσπιτα, ουρανό και ποίηση, κι απέραντα λιβάδια µε µαργαρίτες. Που περπάτησα κατά µήκος του ποταµού για να προλάβω τη δύση, και που αγνάντεψα το σβήσιµο της µέρας πάνω σε µια προβλήτα – παρέα µε το σκυλάκι του βαρκάρη. ∆εν θυµάµαι ποια µέρα ήταν. Και δεν έχει καµιά σηµασία. Αιφνιδίως και µαγικά άρχισα να διαισθάνοµαι µέσα µου µια υποψία πληρότητας...
Πίσω στην πόλη, το Survivor ανήκε πια στο παρελθόν. Ήταν πολύ λίγο κι άξιζα περισσότερα. Είχα άλλωστε τόσο πολλά να κάνω – να βάλω σε τάξη τις αναµνήσεις µου, κι αυτές να µην ησυχάζουν… Όλοι τους, βλέπεις, µας έδωσαν και κάτι: µια πέτρα ζωγραφιστή, ένα κοµµάτι κατράνι –που το τρίβεις και µυρίζει–, µια ζωγραφιά, ένα γλυκό, µια αφιέ-ρωση, κάτι απ’ τον εαυτό τους. Κάπου σηµείωσα και την κουβέντα του καλλιτεχνίτη Γιώργου Γαµπιεράκη αναφορικά µε τη δουλειά, τα χρήµατα και το νόηµα της ζωής:
«…δεν το κάνεις µαζικά, η οµορφιά είναι αλλού. Ζεις σαν µπατίρης, αλλά δεν πειράζει. Μένει η εσωτερική ευχαρίστηση και φυσικά η ευχαρίστηση του αποδέκτη. Τα χρήµατα είναι για να αγοράζουµε τα φτηνά πράγµατα της ζωής».
Αγαπητοί, ο κόσµος γύρω καταρρέει. Κρατηθείτε από την άνοιξη, από έναν βράχο, έναν άνθρωπο, ένα νησί, ένα µικρό ή µεγάλο ταξίδι. Η επαφή µε τη φύση, λέει µια έρευνα, είναι ικανή να αλλάξει τον εγκέφαλό µας. Ένα µόνο περπάτηµα είναι ικανό να σε πάει ως την άκρη της ψυχής και το µεδούλι του κόσµου, απαντάµε εµείς. Αντισταθείτε σ’ αυτή την παράνοια – την καθηµερινή µας φτωχοποίηση. ∆εν µας απέµειναν πια πολλοί τρόποι. Ανοίξτε το παράθυρο να µπει το φως, κι επιθυµήστε την οµορφιά – είναι ακόµα εκεί έξω...