Αυγ10

Φιλοξενία διαρκείας...

Φιλοξενία διαρκείας...

κείμενο: Θάλεια Νουάρου | φωτογραφίες: Θάλεια Νουάρου

 

Μπορεί να την κληρονομήσαμε από τον Ξένιο Δία, τους Διόσκουρους, την Βαυκίδα και τον Φιλήμονα. «Φιλοξενώ» για τους αρχαίους σήμαινε αγαπώ τον ξένο, τον περαστικό, τον διαβάτη. Τον περιποιούμαι, του προσφέρω χώρο και χρόνο, τον αποχαιρετώ με δώρα και ευχές, γίνομαι μαζί του φίλος. Μια φιλία που ακόμη και οι απόγονοι είχαν την υποχρέωση να τιμούν. Ένας άγραφος ηθικός νόμος που προσφερόταν σε όλους, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση ή την κοινωνική τους θέση. Μια ιεροτελεστία, η μη τήρηση της οποίας θεωρούνταν ύβρις...

Για τους κατοίκους αυτής της ταλαίπωρης χώρας, η φιλοξενία ήταν κάτι σαν έμφυτη αρετή. Γραμμένη στο DNA μας, κυλούσε στο αίμα, το πετσί μας. Είχαμε άλλωστε να το περηφανευόμαστε. Πόσοι και πόσοι ξένοι αγάπησαν τη χώρα αυτή γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, ώστε να την επισκέπτονται πιστά εδώ και χρόνια. Πόσοι μάλιστα απ’ αυτούς πήραν την απόφαση να μεταναστεύσουν, να εργαστούν και να ζήσουν μόνιμα στην Ελλάδα. Δεν ήταν σίγουρα μόνο ο ήλιος, η θάλασσα, το κλίμα, το τοπίο. Ο λόγος ήταν οι άνθρωποι που γνώρισαν στα ταξίδια τους. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, μα είναι πέρα για πέρα αληθινό. Άνθρωποι που αγάπησαν τον τόπο αυτό περισσότερο από τον δικό τους, που, ακόμη και σήμερα, με τόσο αβέβαιες συνθήκες, επιλέγουν να ζουν εδώ. Από μια βαθύτερη ανάγκη για μια άλλου είδους ποιότητα συνύπαρξης και επικοινωνίας που μόνο οι άνθρωποι μπορούν να σου προσφέρουν.
Ήλιο, θάλασσα, αμμουδιές κι αξιοθέατα βρίσκεις κι αλλού. Πολλές οι εναλλακτικές επιλογές, μεγάλος ο ανταγωνισμός, δύσκολη η οικονομική συνθήκη. Γιατί κάποιος να επιλέξει εμάς έναντι των άλλων; Για να κάνει φίλους, είναι η απάντηση. Να νιώσει ευπρόσδεκτος, να μοιραστεί τη χαρά της προσφοράς και της φιλοξενίας. Το αγνό φαγητό, το κέρασμα, το δόσιμο, την παρέα, τα φιλόξενα σπίτια, τους ανοιχτούς ανθρώπους. Να νιώσει οικεία, σαν στο σπίτι του. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους Έλληνες τουρίστες αυτής της χώρας, που κακά τα ψέματα, ήταν αυτοί που για χρόνια στηρίζανε την ντόπια οικονομία…
Κάποτε ήρθε η κρίση. Οι φόροι παράλογοι, δυσβάστακτοι, οι ασφαλιστικές εισφορές διογκώνονται, οι παροχές στερεύουν. Για τους ανθρώπους που δουλεύουν με τον τουρισμό, όλα αυτά μεταφράζονται σε άγχος, κούραση, θυμό, αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Όμως κι ο άλλος που έχει κάνει τον κόπο να σε επισκεφθεί ζει στην ίδια χώρα με σένα. Έχει τα ίδια άγχη και προβλήματα, ασφυκτιά όσο εσύ και –το μόνο σίγουρο– ξοδεύει απ’ το υστέρημά του. Μπορεί να μην έχει πια να ξοδέψει για κείνο το πλούσιο τραπέζι που θα ’θελες να στρώσεις για να τα βγάλεις πέρα τον χειμώνα που έρχεται. Έχει όμως ξοδέψει ενέργεια, χρόνο, χρήματα –όσα του έχουν απομείνει–, όπως ακριβώς κι εσύ. Έχει κι αυτός επενδύσει: στο ταξίδι. Αυτό το πολύτιμο, άυλο αγαθό που πατά με το ένα πόδι στον άνθρωπο. Η επιλογή του σε τιμά κι έτσι ακριβώς οφείλεις να τον τιμήσεις κι εσύ. Να νιώσει επιθυμητός, καλοδεχούμενος –όχι κινητό πορτοφόλι– κι ας τη βγάζει με ψωμί κι ελιά, κι ας κοιμάται στην παραλία. Η αυθεντική φιλοξενία δεν κάνει άλλωστε διακρίσεις.
Φιλοξενία είναι το χαμόγελο που μιλά, η ευγένεια –όχι η επιτηδευμένη μα η φυσική–, να φέρεσαι όπως θα ήθελες να σου φερθούν. Έχει να κάνει με τον λόγο που κρατάς, την ενέργεια που αποπνέεις, την ποιότητα αυτού που προσφέρεις. Δεν μιλάμε για εθελοδουλία και τεμενάδες, ψεύτικα χαμόγελα και την όποια υποκρισία χάριν του πρόσκαιρου οφέλους. Μιλάμε για απλότητα, σεβασμό, ειλικρίνεια, γενναιοδωρία. Να προφέρεις αυτό που θα ‘τρωγες κι εσύ, να κάτσεις να πιες μαζί με τον άλλον, να γνωριστείς, να μιλήσεις, να φροντίσεις να περάσει όμορφα, όπως ακριβώς θα ‘κανες για κάποιον φίλο. Δεν μπαίνεις στον ρόλο του φιλόξενου, είσαι φιλόξενος. Προσφέρεις το καλύτερο – και όχι μονάχα αυτό που αγοράζεται, μα το καλύτερο από εσένα. Σαν από ανάγκη. Ενδιαφέρεσαι, βοηθάς, συμμετέχεις.
Πόσο άτοπα μπορεί να ακούγονται όλα αυτά όταν σε μια τόσο δύσκολη συνθήκη, περιμένεις πώς και πώς τη «σεζόν» για να δουλέψεις; Κι ούτε αναφέρομαι φυσικά στους επισκέπτες που αποζητάνε όλα τούτα στα μέσα του Αυγούστου. Πόσους να αντέξουνε τα μέρη και οι άνθρωποι να εξυπηρετήσουν; Όμως, με δυο μήνες δουλειά τον χρόνο δεν έζησε ποτέ κανείς, και το Δεκαπενταύγουστο καλύτερα να μένεις εκεί που είσαι. Πόσο χαίρομαι τους ανθρώπους που ταξιδεύουν Ιούνιο, Ιούλιο, Σεπτέμβρη. Πριν ή μετά τη μάζα, τον πανικό. Που αποζητούν την αυθεντικότητα, την αληθινή εικόνα του τόπου. Πόσο λυπάμαι τα μέρη εκείνα που στην πρώτη βροχή ερημώνουν, που έμαθαν να υπάρχουν αποκλειστικά για τον τουρισμό. Κλείνει η παρένθεση.
Οι άνθρωποι που ασχολούνται με τον τουρισμό θα πρέπει να αγαπάνε τον τόπο και τον συνάνθρωπο. Από τον ξενοδόχο μέχρι τον οδηγό του λεωφορείου και τη γιαγιά στην αυλή. Όση πολυτέλεια κι αν προσφέρει ένα ξενοδοχείο, όποια θέα κι αν έχει ένα τοπίο, δεν συγκρίνεται με την ενέργεια που θα αποκομίσει κάποιος από τον ντόπιο κόσμο. Με τη προϋπόθεση φυσικά ότι αυτός ο κόσμος υπάρχει, ζει και πονά τον τόπο του – δεν ήρθε εδώ κι αυτός σαν επισκέπτης να κάνει «αρπαχτή» και να επιστρέψει του χρόνου.
«Δεν μας νοιάζουν οι Έλληνες, μας νοιάζουν οι Τούρκοι, οι Ρώσοι, οι Κινέζοι – όποιοι τέλος πάντων έχουν (ακόμη) τα λεφτά». Λόγια που ακούστηκαν στα τελευταία ταξίδια μας. Για να ασχολείσαι ουσιαστικά με τον τουρισμό, θα πρέπει να σε νοιάζει και ο τελευταίος μπακ-πάκερ. Ξένος ή Έλληνας. Θυμήσου, απλώς, πως κάτι τέτοιοι ανέδειξαν τα νησιά μας σε κορυφαίους προορισμούς ανά τον κόσμο.
Και, τέλος πάντων, ας μην επιτρέψουμε στην όποια κρίση να αλλοιώσει τις αξίες, την ταυτότητα, την ομορφιά μας. Δεν θα το κάνουμε για τους άλλους.
Για εμάς θα το κάνουμε.