Μαρ22

Edit #115

Edit #115

Κείμενο: Θάλεια Νουάρου - Φωτογραφία: Μάρω Κουρή


Πώς φτάσαµε πάλι ως εδώ; Ο χρόνος κυλά γρήγορα σαν το νερό στ’ αυλάκι... 

Οι µέρες βαραίνουν κι εσύ ταξιδεύεις. Γυρεύεις να ξεφύγεις από την οχλοβοή του πλήθους. Τις µεγάλες αρένες όπου η µάχη δίνεται σε όρους µάρκετινγκ, µε µόνη αξία την τηλεθέαση και τις πωλήσεις. Αξία έχει ό,τι πουλάει˙ από την τηλεόραση ως την κοινωνία, την πολιτική και τα εθνικά µας ζητήµατα. Καµία ηθική, παρά µόνο φασαριόζικες διασκεδάσεις προς εφήµερη κατανάλωση. Όσο περισσότερο θόρυβο κάνεις τόσο το καλύτερο. Τι κι αν άκριτα αναπαράγεις τον τρόµο, τη βία, την κακογουστιά ή τη βλακεία… Ντόρος να γίνεται. Άρτος και θεάµατα στον βωµό του χρήµατος.

Κοιτώ το κορίτσι µες στο εγκαταλειµµένο τρένο. Αγναντεύει απ’ το παράθυρο, έξω, µακριά. Ζητά να αναπνεύσει µες στο φθαρµένο ρούχο που της φορέσαµε. Μου ψιθυρίζει πως είναι ανάγκη να υπάρξει συνέχεια – που έτσι κι αλλιώς θα υπάρξει.

Το κορίτσι είναι µονόδροµος, η δική µου συνέχεια. Κάπου διάβασα πως αν δεν πιστεύεις πως ο κόσµος θα αλλάξει, τότε σίγουρα δεν θα είσαι εσύ αυτός που θα τον αλλάξει.

Σκέφτοµαι πόσα πράγµατα συµβαίνουν γύρω µας αθόρυβα και ταπεινά, µακριά από τα φώτα τις δηµοσιότητας. Άνθρωποι σεµνοί, αυθεντικοί κρατούν τις Θερµοπύλες, την αξιοπρέπεια που µας απέµεινε. Υπάρχουν παντού κι ας µην τους διαφηµίζει κανείς. Μπορεί να µην «πουλάνε», ανάγουν όµως σε τέχνη τη ζωή και τον ρόλο που επέλεξαν σε αυτήν. Η ζωή είναι τέχνη αν το καλοσκεφτείς– µια αδιάκοπη υπέρβαση. Να αντιστέκεσαι στο ρεύµα, να επιµένεις, να φέρνεις νερό να ποτίζονται οι ξέρες, να ξεπερνάς τον εαυτό σου, να συνεχίζεις να εµπιστεύεσαι και να πιστεύεις, να γίνεσαι η λιακάδα µέσα στον χειµώνα. Χωρίς πυροτεχνήµατα και τυµπανοκρουσίες αλλά µε αγάπη και επιµονή. Η αγάπη άλλωστε δεν ζητά ηχηρές δηλώσεις και χειροκροτήµατα, παρά µόνο πράξεις απλές και ξεκάθαρες. Θυµάµαι σαν τώρα τα λόγια του αρχιαναστενάρη Ρέκλου, πως όποιος κρατά το πόστο του και κάνει σωστά τη δουλειά του, έχει την υγειά του. Όποιου όµως ο νους τρέχει «ασαΐτιστα», φορτώνεται και υποφέρει… Παύση˙ η σιωπή είναι χώρος, απόσταση κι ανακωχή. Υπογραµµίζει το βάθος και την εσωτερικότητα που τόσο έχουµε ανάγκη. Σαν τη ρίζα του δέντρου – όσο βαθύτερα στη σιωπή της γης, τόσο ψηλότερα στον ήλιο τα κλαδιά του, ν’ αντέχουν στην κακοκαιριά, να ανθίζουν και να καρποφορούν. Γιατί η φύση ξέρει, κι ας το ξεχνάµε, πως είµαστε πλασµένοι από το ίδιο υλικό.

– Μα ποιος νοιάζεται γι’ αυτά τα πράγµατα; – Νοιαζόµαστε εµείς. Παντού, βλέπεις, έτοιµος να προσπεράσει ο κόσµος. Κουρασµένος από αυτήν τη βίαιη υπερπληροφόρηση, τον σαµατά, την ταχύτητα και την ευκολία της εικόνας, έπαψε να ακούει, να βλέπει, να παρατηρεί και να αισθάνεται. Πως σε κάθε του ανάσα εµπεριέχεται η ολότητα της ύπαρξης.

Στη σιωπή είναι λοιπόν αφιερωµένο το πρώτο αυτό τεύχος της χρονιάς. Θα τη βρεις στα χωριά του Ασπροποτάµου, στη γαλήνη της Κερκίνης και στα έγκατα του Ρούπελ, στο βουβό κλάµα των αναστενάρηδων και στην αντοχή των µαραθωνοδρόµων, στον ασάλευτο Ακροκόρινθο και την ερηµωµένη ∆ιωλκό, στους ποιητές και το τελευταίο σηµείωµα του Καρυωτάκη. Όλα µες στη σιωπή τους έχουν να σου πουν πολλά, αρκεί µια στιγµή να σταθείς και να νιώσεις.

Ο χειµώνας άλλωστε την επιβάλει τη σιωπή. Νυχτώνει νωρίς, αλλά είναι η ώρα που πρέπει˙ για να στραφούµε µέσα µας, να µαζέψουµε το ξόδεµα του νου, να πετάξουµε ό,τι δεν µας χρειάζεται. Κι η άνοιξη θα ’ρθει στην ώρα της.