Οκτ03

Edit #118

Edit #118

Κείμενο: Θάλεια Νουάρου - Φωτογραφία: Δήμητρα Καραγκούνη

Είναι φορές που δεν έχεις να πεις τίποτα, που όλα μοιάζουν να έχουν ειπωθεί. Λέγεται πως ο όγκος της πληροφορίας που δέχεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος φτάνει κατά μέσο όρο τα 34 GB την ημέρα.

Περνούν οι λέξεις, οι εικόνες, τα αστεία στη σειρά, σε κλάσματα του δευτερολέπτου, πλάι τους και τα σοβαρά – σαν να μην υπήρξαν ποτέ... Πόσα να χωρέσει πια αυτή η μνήμη; Τόπος αλλού:

Σ’ ένα πρωινό με πρωτοβρόχι στην αυλή και τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ελληνικού – νιότη. Λέξεις που προφέρονται μακρόσυρτα ο τόπος μου, αμυγδαλάκι με τ’ αλάτι και ντομάτα με τ’ αυγό. Αρώματα από το ούζο το δεκατιανό – μεθάμε στον τόπο μου, θα πρέπει να φταίει η θάλασσα γι’ αυτό. Τι είναι τόπος; Εκείνη η αίσθηση όταν αντικρίζεις τα πρώτα φώτα απ’ το καράβι. Χαρά και προσμονή για το οικείο και το λεύτερο μαζί. Κάτι σαν την αγάπη και τη μνήμη. Από το νησί μου μέχρι την Ίμβρο, την Κρήτη ή τη Σαντορίνη, τόπος είναι εκεί όπου ο καθένας αγαπά και επιθυμεί να επιστρέφει.

Εκεί, που λες, στον τόπο μου, υπάρχει ένα μέρος στη θάλασσα όπου τα κινητά δεν έχουν σήμα και το wifi παραμένει ανενεργό. Ήταν αρκετοί οι επισκέπτες του καλοκαιριού που μπροστά στην πληροφορία αυτή έφευγαν σαστισμένοι. Κρίμα. Γιατί αν έμεναν έστω και λίγο, θα έμπαιναν, όπως όλοι οι υπόλοιποι, στην αμήχανη θέση να επικοινωνήσουν με τους γύρω τους ή να μοιραστούν σιωπηρά το τοπίο, που όμοιό του καμιά οθόνη δεν μπορεί να σου προσφέρει.

Από δω σου γράφω τώρα.

Ένα άλλο βράδυ μάς ειδοποίησαν από τη Χώρα πως έρχεται μια μεγάλη καταιγίδα στην ακτή. Η βροχή, ο κεραυνός, η νύχτα κι η θάλασσα – τόσο που μ’ αρέσουν και δεν είχε τύχει ποτέ ως τώρα να δω τον φαντασμαγορικό χορό τους από τόσο κοντά που να ’μαστε ένα, απροστάτευτοι σχεδόν και απόλυτα μαγνητισμένοι. Κάπως έτσι σκέφτομαι θα ένιωσε ο Χρήστος εκεί ψηλά στον Ταΰγετο, στη θέα της σκιάς της πυραμίδας. Ελάχιστος μαζί κι ευτυχισμένος. Έβγαλες φωτογραφίες; με ρωτούν. Πώς να χωρέσεις τη φύση σε μια εικόνα – μέσα σου μόνο, κι αυτό αν είσαι τυχερός και το αντέχεις.

Χρειάζεται χρόνος, πολύς χρόνος για να επαναπροσδιορίσεις τη ματιά σου πάνω στον κόσμο, έλεγε ο δάσκαλός μου στη φωτογραφία Νίκος Δημολίτσας. - Κι η έμπνευση από πού έρχεται, δάσκαλε; - Απ’ τον Σεπτέμβρη, απαντά στον διάλογο που έστησα με τον νου μου. Είναι το φως που σιγά σιγά μαλακώνει δημιουργώντας αυτά τα ωραία παστέλ. Αυτό που απολαμβάνεις ό,τι τελειώνει κι ό,τι μαζί του ξεκινά. Σημείο αναφοράς και μια ευγένεια ψυχής, γλυκιά σαν χαρμολύπη, ο αγαπημένος μου μήνας, ο Σεπτέμβρης.

Το βράδυ ο Ά. θα ψήσει την ψαριά του στα κάρβουνα. Πάντα κάτι θα λείπει –τίποτα, ποτέ δεν θα είναι τέλειο– μα άσχημα δεν το λες, συλλογιέμαι καθώς ο ήλιος δύει φχαριστημένος. Πορεύομαι μ’ αυτό που απόψε έχω και μου είναι αρκετό. Γίνομαι ολόκληρος Σεπτέμβρης και ξεκινώ να βρω τον δρόμο μου. Μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη κι ένα παιχνίδι που παίζαμε μικροί: «ένα μεγάλο κύμα για τον Νικόλα…». Ο Νικόλας ήταν κάποιος τρελός της γειτονιάς, κι εμείς βουτούσαμε στα τεράστια κύματα μέχρι να ματώσουν τα γόνατά μας, και γελούσαμε.

Αυτό είναι! Η έμπνευση, δάσκαλε, έρχεται όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να Είναι. Βοηθούν μέρη αγαπημένα σαν κι αυτά, η απόσταση, η θάλασσα, ο χώρος, η βροχή ή το ταξίδι. Και σαν τα ταξίδια του Σεπτέμβρη δεν έχει.

Το φθινόπωρο είναι τελικά το δικό μου καλοκαίρι. Απαλό και αργόσυρτο. Χρειάζεται, βλέπεις, χρόνος, πολύς χρόνος για να καθαρίσει η ματιά˙ να επαναπροσδιορίσεις το βλέμμα σου επάνω στον κόσμο.