Απρ08

Edit #125

Είναι από τις λίγες φορές που νιώθω ανήμπορη να γράψω οτιδήποτε αναφορικά με όλα αυτά τα τραγικά που συμβαίνουν γύρω μας. 

Κείμενο-Φωτογραφία:Θάλεια Νουάρου

Είναι από τις λίγες φορές που νιώθω ανήμπορη να γράψω οτιδήποτε αναφορικά με όλα αυτά τα τραγικά που συμβαίνουν γύρω μας. Σαν αυτή η άνοιξη να μ’ έχει καταπιεί. Θα έγραφα για πράγματα όμορφα, για ανθρώπους ζεστούς με θαλπωρή στην καρδιά και για τοπία όμοια με ζωγραφιστούς καμβάδες. Για βαδίσματα καρτερικά, γέφυρες που ενώνουν τον άνθρωπο με τη φύση και τον θεό. Για τόπους ευλογημένους, γεμάτους παραμύθια, μουσικές και χαρωπές φωνές, για μοναχικούς θεματοφύλακες της προσφοράς και της αγάπης. Για προσφυγικές γειτονιές και τόπους εργατών που σε περιβάλλουν σήμερα με στοργή και με γλέντια.

Για τον έρωτα που καταλύει κάθε φόβο αποτελώντας γιατρικό για την ψυχή που κατοικεί στο πρόσκαιρο ετούτο σώμα − κι η θνητή φύση αποχτά μερίδιο στην αθανασία. Για το ωραίο που είναι αιώνιο, αν κανείς το μάθει από νωρίς. Μα κι ο κούκος είναι όμορφο πουλί αλλά την άνοιξη δεν τη φέρνει, θα πεις και θα ‘χεις δίκιο. Σαν ένα πετραδάκι να ‘χει κάτσει στο λαιμό της αδυνατώντας να αρθρώσει λόγο. Ανήμπορη και να αναπνεύσει ακόμη, αφήνεται να βουλιάζει στον φόβο, την ασχήμια, το μίσος.

Οι παλιοί άνθρωποι, όταν τσούγκριζαν τα ποτήρια τους, εύχονταν μαζί με την υγεία και ειρήνη στον κόσμο. Εμείς φαίνεται το ξεχάσαμε. Κι επειδή «γλυκύς φαίνεται ο πόλεμος σ’ αυτούς που δεν τον ξέρουν», να θυμόμαστε πως η πολεμολαγνεία ανέκαθεν βόλευε αποκλειστικά τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Όλους αυτούς που κινούν τα νήματα σ’ ένα ιδιόμορφο θέατρο σκιών με υποχείριο τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο που παλεύει να εξουδετερώσει τα τέρατα που φώλιασαν μέσα του.