Οκτ09

Edit #113

Edit #113

Κείμενο - Φωτογραφία: Θάλεια Νουάρου

Ακόµη ένας Σεπτέµβρης που λέω πως επέστρεψα. Βαθιές ανάσες, οικεία πρόσωπα, αγαπηµένοι τόποι, καινούργιες αναµνήσεις, γέµισαν οι µπαταρίες...

 

Ψάχνω ένα τραγούδι να ταιριάζει στην περίσταση. Θα πέσω πάνω στην «Ελένη» του Μπάµπη Τσικληρόπουλου. 1986, θα ’χα γυρίσει από τη Χίο. Με φιλιά και ποιήµατα. Θα ’χα ψείρες στα µαλλιά και γόνατα κόκκινα από το ιώδιο. Θα ’χα στουκάρει µε το ποδήλατο σε κάποιον τοίχο. Όχι εγώ, µα τα φρένα που δεν δούλευαν σωστά… Θα ’χα ερωτευτεί κάποιον Τάσο ή κάποιον ∆ηµήτρη. Θα µε έψαχνε η µάνα µου στη γειτονιά να µε µαζέψει, νύχτωσε πάλι... Τρεις µήνες κρατούσε τότε το καλοκαίρι... Μακριά απ’ το διαµέρισµα, στο σπίτι της γιαγιάς, στη γειτονιά, εκεί όπου χωρούσε συµπυκνωµένη όλη µου η ζωή. Θα περίµενα να ξεκινήσει το σχολείο. Θα ’χαν παγώσει τα χέρια µου και θα πονούσε η κοιλιά µου απ’ τον φόβο για το άγνωστο. Και κανείς δεν θα µπορούσε να καταλάβει...

30 κάτι χρόνια µετά θα ’χα γίνει γραφιάς, σπουδαία τα λάχανα, µα ήταν αυτό που πάντα ονειρευόµουν κι ας φοβόµουν να το πω – ποιος να µε πιστέψει. Εµένα που µετά από τόσα χρόνια στα σχολεία και τα µεταπτυχιακά τίποτα δεν µου φάνηκε πιο δύσκολο από το να σχηµατίσω τη λέξη «τόπι» στο χαρτί. Οι ταλαντούχοι άνθρωποι είναι οι πιο ανασφαλείς, διάβασα κάπου – δεν αφορά µόνο τους άλλους.

Τις αναµνήσεις µου θα τις έκανα ψηφιακές εικόνες που θα τις στοιβάζω σε µικρά κουτιά και θα τις µοιράζοµαι µε γνωστούς κι αγνώστους σε φαντασιακές πλατφόρµες. Φταίει η µνήµη µου που είναι αδύναµη ή που θα ’χα βρει έναν καθρέφτη να δω τον εαυτό µου, να µη τον φοβάµαι. Θα σκέφτοµαι πως κάποτε κατάφερα να αποστηθίσω ένα ολόκληρο βιβλίο ιστορίας –κόµµα προς κόµµα– για να µείνω τελικά ανιστόρητη. Θα είναι άσχετο και σχετικό µαζί. Για τις µπαταρίες θα υπάρχουν πια φορτιστές, οι άνθρωποι θα είναι µόνιµα καλωδιωµένοι κι οι διακοπές τους θα χωράνε σε µια εβδοµάδα.

30 κάτι χρόνια µετά θα ’χα να γράψω για το σπίτι στο Ταβάρι, το γαϊδουράκι µας, το φίδι και τον σκορπιό που σκοτώσαµε µε µια µυγοσκοτώστρα. Τα ψάρια που τα παίρναµε απ’ τη βάρκα, την ντοµάτα και το κρεµµύδι που ’κοβε ο πατέρας µου απ’ το µποστάνι και τα τρώγαµε κι ήµασταν χαρούµενοι. Και που γυρνούσα στην Αθήνα κι έλεγα στη µάνα µου πως η ντοµάτα και το κρεµµύδι της πόλης έχουν κάτι και βροµάνε και δεν µπορούσα να τα φάω. 

Η Αττική θα ’χε καεί, ο Σαρωνικός θα ’χε µαυρίσει κι η ντοµάτα θα ’χε γεύση µπανάνας, που ’γραφε κι ο αείµνηστος ο Μίσσιος. «Το εκ των υστέρων του σήµερα είναι το εκ των προτέρων του αύριο», είπε το ραδιόφωνο. Μου άρεσε και το σηµείωσα σε ένα χαρτάκι. Το σπίτι της γιαγιάς θα ’χε πουληθεί και το φθινόπωρο θα ’ταν η αγαπηµένη µου εποχή. Σαν από πάντα, µα το υπολογίζω σίγουρα µετά το σχολείο... Μπορεί να φταίει που γεννήθηκα φθινόπωρο, οι θάλασσες του Σεπτέµβρη που κάποτε µε µάγεψαν κι εκείνη η πρωτόλεια µυρωδιά του βρεγµένου χώµατος που δεν ξεπέρασα ποτέ.

Η πόλη για έναν ακατανόητο λόγο θα έµοιαζε για πρώτη φορά όµορφη. Θα µύριζαν φαγιά από τις πολυκατοικίες κι οι παρέες θα µαζεύονταν στις βεράντες και θα µιλούσαν διάφορες γλώσσες, θα µαγείρευα, θα άκουγα Χαρούλα στο ραδιόφωνο και θα ’µοιαζε ωραία… Θα συνέχιζα να πέφτω σε τοίχους, το σχολείο από µια άποψη δεν σταµατάει ποτέ.

Θα ’θελα να ευχηθώ στα παιδάκια –µικρά και µεγάλα– καλή σχολική χρονιά.

Ο δρόµος ξεγελά τον φόβο στα σηµεία. Η ζωή θα συνεχίσει να ’χει κάτι το παράλογο και κάποτε αυτό θα µας εκπλήσσει. Είναι που ζούµε σε µια πόλη µαγική και που ’χουµε µπροστά µας τόση θάλασσα… Καλό φθινόπωρο.