Τα τρένα που φύγαν - Ταξιδεύοντας στην τροχιά του ατμού
5.0/5 rating (2 votes)

Κείμενο: Φαίδρα Μαυρογιώργη Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ρασσιάς

Αρκεί να περπατήσεις την παλιά σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου για να ταξιδέψεις πίσω στο 1880. Ένας κρυμμένος ανεκμετάλλευτος θησαυρός βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την Εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου, που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα την γκρίζα άσφαλτο. Μια διαδρομή γεμάτη πράσινο, με θέα τον Σαρωνικό, μπορεί να σε ταξιδέψει από την Αθήνα μέχρι τους Μύλους Αργολίδας.

Σταθμός Πελοποννήσου

Το ταξίδι ξεκινάει από τον άλλοτε κραταιό Σταθμό Πελοποννήσου στην Αθήνα· δίπλα από τον Σταθμό Λαρίσης, και ακριβώς απέναντι από τις γραμμές απ’ όπου περνάνε τα τρένα για Θεσσαλονίκη. Μέσα στη φασαρία από τους ταξιδιώτες και τα σφυρίγματα των τρένων στέκεται ο εγκαταλειμμένος πια Σταθμός Πελοποννήσου. Ο σταθμός που κάποτε έσφυζε από ζωή, με πλήθος ταξιδιώτες, υπαλλήλους και περαστικούς, τώρα πια έχει παραδοθεί στον αμείλικτο χρόνο μετρώντας πολλές υλικές ζημιές.

Αντικρίζοντας τον επιβλητικό αυτό σταθμό, μόνο δέος μπορεί κάποιος να αισθανθεί. Εξωτερικά αποτελεί μικρογραφία του μεγαλύτερου σιδηροδρομικού σταθμού της Κωνσταντινούπολης «Sirkeci». Κατασκευάστηκε το 1884 και λειτούργησε το 1889. Τα σχέδια του σταθμού έγιναν από μια ομάδα Γάλλων μηχανικών, επιλεγμένων από τον τότε πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη, με επικεφαλής της ομάδας τον Alfred Rondel.

Οι τρεις χαρακτηριστικοί τρούλοι, στους οποίους έγκειται και η ομοιότητα με τον σταθμό Sirkeci, προστέθηκαν αργότερα, το 1912-1913, από τον Ερνστ Τσίλερ. Από το εξωτερικό του κτιρίου καταλαβαίνει κανείς ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά μνημεία της Αθήνας.

Το κτίριο διαθέτει τέλεια ισομετρία. Η κεντρική είσοδος είναι γυάλινη με ένα μεγάλο ρολόι ακριβώς από πάνω. Το κίτρινο γυαλί που ντύνει την είσοδο, σε συνδυασμό με τις ακτίνες του ήλιου, λούζει το εσωτερικό του κτιρίου με ένα χρυσαφί χρώμα. Μπαίνοντας λοιπόν αντικρίζεις μια μεγαλοπρεπή ξύλινη κατασκευή όπου φιλοξενούνταν τα εκδοτήρια. Στις πόρτες, τις ντουλάπες και τις βιβλιοθήκες έχει χρησιμοποιηθεί ξύλο κερασιάς. Η οροφή είναι μπορντό με λευκές σκαλιστές λεπτομέρειες. Αριστερά είναι το γκισέ για τις πληροφορίες και δεξιά το περίπτερο που πουλούσε τσιγάρα, εφημερίδες και περιοδικά. Με το που μπαίνεις, σε κατακλύζει ένα περίεργο συναίσθημα, σαν να μην πέρασε ούτε μέρα από τότε που σταμάτησε να λειτουργεί. Λες και τα έπιπλα και οι τοίχοι διηγούνται και σήμερα την ιστορία του σταθμού, σαν να ακούς τους ήχους και τα γέλια των ταξιδιωτών που βιάζονται να φτάσουν στον προορισμό τους, και σαν να βλέπεις τα τρένα να έρχονται και τις ράγες να γεμίζουν ατμούς από το καρβουνιάρικο. Και όλα αυτά σε μια στιγμή χάνονται και μένεις μόνος σε ένα ερειπωμένο κτίριο.

Οι αίθουσες και τα γραφεία είναι πλημμυρισμένα υπηρεσιακά έγγραφα και βιβλία, και κάπου ανάμεσα στις στοίβες με τα χαρτιά είναι και μερικές φωτογραφίες από υπαλλήλους. Οι πόρτες του σταθμού έχουν φτερωτά χερούλια, που παραπέμπουν στον θεό Ερμή, προστάτη των μεταφορών. Στο άλλοτε γραφείο του κεντρικού σταθμάρχη συναντήσαμε τον φύλακα του σταθμού Μάρκο Κώνστα, ο οποίος προσμένει ξανά να λειτουργήσει. «Ο χρόνος εδώ σταμάτησε στις 8 Αυγούστου 2005…» μας λέει ο φύλακας και ανοίγει το βιβλίο κίνησης στη σελίδα με τη συγκεκριμένη ημερομηνία, όπου γράφει με μεγάλα γράμματα: «Καλή αντάμωση».

Δίπλα από τα γραφεία είναι δύο αίθουσες αναμονής, δύο άδεια δωμάτια, αντικριστά αλλά πανομοιότυπα. Έχουν και τα δύο από ένα μεγάλο τζάκι – λειτουργούσαν με κάρβουνο, φτιαγμένα από κόκκινα τουβλάκια και μαύρα κάγκελα. Το ρολόι ακριβώς πάνω από το τζάκι, το οποίο έχει σταματήσει στις τρεις παρά τέταρτο – ήταν 8 Αυγούστου του 2005 και ώρα 2.45 μ.μ. όταν τα πάντα σταμάτησαν να δουλεύουν. Ο κ. Μάρκος Κώνστας μάς ενημέρωσε ότι στις αίθουσες αναμονής υπήρχαν μεγάλοι καναπέδες. Προχωρώντας προς τα δεξιά, συναντάμε το κυλικείο. Κάποτε σε αυτό το καφενείο με τα μαρμάρινα τραπεζάκια έπινε καφέ –εκτός από τους ταξιδιώτες– όλος ο καλός ο κόσμος του Κολωνού. Τώρα πια δεν υπάρχει τίποτα, απλά ένα άδειο δωμάτιο, που καμιά φορά φιλοξενεί κάποια έκθεση. Σε όλους τους χώρους του σταθμού υπάρχουν λάμπες πετρελαίου, σε απομίμηση των φαναριών των ατμοκίνητων τρένων.

Ο Σταθμός Πελοποννήσου, ιδιοκτησία της ΓΑΙΟΣΕ, εξυπηρετούσε όλα τα δρομολόγια προς την Πελοπόννησο, από την Πάτρα μέχρι την Τρίπολη, το Ναύπλιο, την Καλαμάτα και τα Καλάβρυτα. Όλο αυτό το δίκτυο είχε κατασκευαστεί σε μετρική γραμμή. Ονομάστηκε έτσι γιατί η απόσταση μεταξύ των δύο ραγών ήταν 1 μέτρο. Το υπόλοιπο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ελλάδας ήταν φτιαγμένο σύμφωνα με το διεθνές δίκτυο, δηλαδή η απόσταση μεταξύ των δύο ραγών είναι 1,43 μέτρα. Ο λόγος που επιλέχθηκε το ένα μέτρο ήταν επειδή θα περνούσε από δύσβατες περιοχές αλλά και επειδή θα κόστιζε λιγότερο εάν ήταν πιο στενή η γραμμή.

Αξίζει να σημειώσουμε πως όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι λειτουργικό και απλά η λειτουργία του βρίσκεται υπό αναστολή. Τα μόνα τμήματα που λειτουργούν αυτή τη στιγμή είναι τα εξής: Διακοφτό-Καλάβρυτα (26 χλμ.), Ρίο-Πάτρα (12 χλμ.) και Κατάκωλο-Ολυμπία (20 χλμ.).

Άγιοι Ανάργυροι - Ασπρόπυργος - Ελευσίνα

Το τρένο σφυρίζει και το ταξίδι αρχίζει με πρώτη στάση τον σταθμό Αγίων Αναργύρων. Αν και εκτείνεται παράλληλα με τον πολυσύχναστο δρόμο της Χασιάς, όπου τα βουητά, οι κόρνες και οι φωνές είναι καθημερινό φαινόμενο, βρίσκεται απομονωμένος, τόσο κοντά αλλά και συνάμα μακριά από τους ήχους της πόλης, ο Σταθμός Αγίων Αναργύρων. Ένας εγκαταλειμμένος σταθμός, όπου οι μόνοι επισκέπτες πλέον είναι μερικοί πρόσφυγες που έχουν μετατρέψει τα άδεια βαγόνια σε προσωρινή κατοικία τους. Παρατημένοι συρμοί, σκουριασμένες ράγες, μια μισογκρεμισμένη αποβάθρα, πεταμένα σκουπίδια και ρούχα, ένας τεράστιος σωρός από στοιβαγμένες παλιές ράγες, μια ξεθωριασμένη ταμπέλα που λέει «ΟΣΕ», ένα εγκαταλειμμένο κτίριο που φιλοξενεί παλιά λεωφορεία και σπασμένα τζάμια είναι η σημερινή εικόνα του άλλοτε πολυσύχναστου σταθμού…

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Ο σταθμός κατασκευάστηκε επί Χαριλάου Τρικούπη και ονομαζόταν «Κάτω Λιόσια». Διέθετε 7 σειρές ράγες, από τις οποίες οι τελευταίες αριστερά εξυπηρετούσαν εμπορικά δρομολόγια, και οι υπόλοιπες κάλυπταν και το κανονικό και το μετρικό σύστημα. Δηλαδή εξυπηρετούσε και το δίκτυο της Πελοποννήσου και το δίκτυο προς την υπόλοιπη Ελλάδα. Το 1970 ανακατασκευάστηκε και ο σταθμός αυτός ονομάστηκε Σταθμός Αγίων Αναργύρων.

Ο Σταθμός Ασπροπύργου κατασκευάστηκε το 1884. Σήμερα διατηρείται σε καλή κατάσταση χάρη στον ιδιοκτήτη της καφετέριας δίπλα από τον σταθμό. Στο εσωτερικό του, υπάρχει ακόμα η κουζίνα όπου η οικογένεια του σταθμάρχη μαγείρευε τα μεσημέρια. Στον Ασπρόπυργο γνωρίσαμε τον Αναστάσιο Πρίφτη. Ο ίδιος μάς εξιστορεί: «Ακούγαμε το τρένο να έρχεται και λέγαμε ‘’το οτομοτρίς, το οτομοτρίς’’ και τρέχαμε να το δούμε από κοντά». Μας εκμυστηρεύτηκε μάλιστα πως τη δεκαετία του 1940 «οι λεωφορειατζήδες σαμπόταραν τα τρένα και έριχναν μπάζα στις γραμμές».

Στην επόμενη στάση συναντάμε τον Σταθμό της Ελευσίνας. Είναι διώροφος, και ο δεύτερος όροφος παραχωρούνταν στον εκάστοτε σταθμάρχη για να κατοικεί με την οικογένειά του. Ο κάτω όροφος είναι γεμάτος έγγραφα, και κάπου ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν οι σηματοδότες χειρός τους οποίους χρησιμοποιούσε ο σταθμάρχης για να διευθετεί την κίνηση των διερχόμενων τρένων.

Νέα Πέραμος - Μέγαρα - Άγιοι Θεόδωροι - Ισθμός - Κόρινθος

Ένα μισογκρεμισμένο σπιτάκι αποτελεί πλέον ό,τι απέμεινε για να θυμίζει τον Σταθμό της Νέας Περάμου.

Συνεχίζοντας τη μαγευτική διαδρομή με θέα τον Σαρωνικό και το ναυάγιο του πλοίου «Mediterranean Sky», οδεύουμε προς τον Σταθμό των Μεγάρων. Χτίστηκε το 1884 και στις ράγες έξω από τον σταθμό «ξεκουράζονται» εμπορικά βαγόνια κατασκευασμένα από τα Ελληνικά Ναυπηγεία Ελευσίνας το 1889.

Ανάμεσα στα πεύκα ξεπροβάλλει ο διώροφος Σταθμός των Αγίων Θεοδώρων. Είναι πέτρινος με μπλε παράθυρα κι έχει διαφορετική αρχιτεκτονική από τους προηγούμενους σταθμούς. Εκεί μέσα θα βρούμε και ένα σάκο υπηρεσιακής αλληλογραφίας και εμβασμάτων, καθώς και ένα φανό που χρησιμοποιούσαν οι φύλακες-εργάτες της γραμμής, στις περιπολίες που έκαναν τα βράδια κατά μήκος της γραμμής. Στον σταθμό συναντήσαμε και τον κύριο Νίκο Δήμα, γιο του Σταμάτιου Δήμα, εργάτη του σιδηρόδρομου. «Ο πατέρας μου περπατούσε από τις 12 το βράδυ έως τις 5 το πρωί κατά μήκος των γραμμών για να τις φυλάει από κάποιο πιθανό σαμποτάζ».

Αμέσως μετά τους Αγίους Θεοδώρους, φτάνουμε στον Σταθμό του Ισθμού και κάνουμε μια στάση στους λάκκους συντήρησης όπου οι μηχανοδηγοί κατέβαιναν για να λαδώσουν τους τροχούς. Περνάμε πάνω από την καρφωτή γέφυρα της διώρυγας της Κορίνθου με επόμενη στάση τον ομώνυμο σταθμό, όπου συμπλήρωναν νερό στις δεξαμενές της ατμάμαξας, από τον γερανό ύδρευσης.

Νεμέα-Δερβενάκια, Μυκήνες, Άργος

Διασχίζουμε το Χιλιομόδι κι αμέσως μετά τη μεγάλη καμπύλη της γραμμής σχηματίζεται μέσα στα δέντρα ο Σταθμός Νεμέα-Δερβενάκια. Η ομορφιά τού τοπίου μοιάζει με πίνακα που στολίζει κάποιο σαλόνι. Επόμενη στάση ο Σταθμός Μυκηνών με το παρατημένο εμπορικό βαγόνι. Περνάμε τη στάση στο Κουτσοπόδι, ένα μικρό κτίριο δίπλα στον δρόμο, διασχίζουμε τον ποταμό Ξεριά από την τοξωτή γέφυρα και φτάνουμε στον Σταθμό του Άργους. Η γραμμή χωρίζει την πόλη του Άργους στα δύο. Ο σταθμός εδώ είναι από τους μεγαλύτερους της Πελοποννήσου, αν και το εσωτερικό του δεν θυμίζει σε τίποτα την παλιά του αίγλη. Μόνο κάτι τοιχογραφίες έχουν παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτες. Τα πατώματα είναι σαπισμένα, η σκάλα που οδηγεί στον επάνω όροφο ετοιμόρροπη, τα παράθυρα ξεχαρβαλωμένα. Δίπλα από το κεντρικό κτίριο είναι ένα δεύτερο, που χρησιμοποιούνταν για τα εμπορεύματα. Φεύγοντας από το Άργος, η γραμμή κάνει μια διχάλα. Η μία διαδρομή κατευθύνεται προς Δαλαμανάρα και Ναύπλιο, και η άλλη προς Κεφαλάρι και Μύλους.

Ναύπλιο, Μύλοι

Η διαδρομή προς το Ναύπλιο είναι φανταστική, οι γραμμές περνάνε δίπλα από τη θάλασσα, βλέποντας από δεξιά το Μπούρτζι και από αριστερά το Παλαμήδι.

Το Ναύπλιο διαθέτει δύο σταθμούς. Τον παλιό επιβατικό στην πλατεία του Παλιού Ναυπλίου και τον εμπορικό σταθμό κοντά στο λιμάνι, όπου εκτίθεται η ατμομηχανή «Ζs 7535 Krauss Maffei», κατασκευής του 1914.

Ο Σταθμός των Μύλων είναι ίσως ο μεγαλύτερος και πιο επιβλητικός σταθμός μετά τον Σταθμό Πελοποννήσου. Αποτελείται από το κεντρικό κτίριο του σταθμού, που είναι πέτρινο με κόκκινα παράθυρα, το μηχανοστάσιο, τους μεγάλους υδατόπυργους απ’ όπου γέμιζαν με νερό τις δεξαμενές των ατμαμαξών, μία αποθήκη, όπου φυλάσσονταν τα εργαλεία, και το σπίτι του σταθμάρχη. Στις ράγες του σταθμού βρίσκονται 7 μηχανές, οι οποίες είναι είτε αμερικανικές ατμομηχανές Vulcan του 1947 είτε ντιζελομηχανές ALSTHOM κατασκευής 1967.

Σιδηροδρομικό Μουσείο Αθηνών

Μερικές από τις ατμάμαξες που έχουν διασωθεί φυλάσσονται στο Σιδηροδρομικό Μουσείο Αθηνών. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1979 με πρωτοβουλία των Γιώργου Νικάκη και Χριστόδουλου Χριστοδούλου, και αποτελεί το μεγαλύτερο σιδηροδρομικό μουσείο της Ελλάδας. Το κτίριο στο οποίο στεγάζεται το μουσείο ήταν το παλιό Δραιζινοστάσιο, όπου εκπαιδεύονταν οι μηχανοδηγοί. Η πρωτοβουλία για την ίδρυση του μουσείου απέβλεπε στο να στεγαστούν οι σπάνιες παλιές ατμομηχανές που ήταν σκορπισμένες σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας. Η πρώτη ατμομηχανή την οποία αγόρασε ο ΟΣΕ ήταν η ΤΙΡΥΝΣ 4, γνωστή και ως «Μουντζούρης». Ήταν μαύρη με κόκκινες και χρυσές λεπτομέρειες και λάμπες πετρελαίου. Κατασκευάστηκε το 1884 στη Γερμανία στο εργοστάσιο «ΚRΑUSS & Co». Το βάρος τής (κενής) ατμάμαξας είναι σχεδόν 10 τόνοι.

Από τα εκθέματα του μουσείου ξεχωρίζει το βασιλικό βαγόνι, το οποίο κατασκευάστηκε το 1888 στο εργοστάσιο του ΟΣΕ στον Πειραιά (ως δώρο στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ στα 25 έτη της βασιλείας του) από Έλληνες τεχνίτες. Πρόκειται για αληθινό έργο τέχνης. Είναι ξύλινο, και για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν τέσσερα διαφορετικά είδη ξύλου (ερυθρόξυλο, σφένδαμος, τικ και καρυδιά), με λεπτομέρειες από φύλλα χρυσού. Και από τις δύο πλευρές του βαγονιού στο κέντρο είναι ζωγραφισμένο το βασιλικό σήμα «Ηρακλείς του Στέμματος». Η φράση προέρχεται από το οικόσημο του βασιλικού οίκου της Δανίας, το οποίο παριστάνει ως υποστηρικτές του θυρεού δύο «αγρίους» (ο εραλδικός όρος είναι «sauvages») και μάλιστα ντυμένους με... φύλλα. Όταν εξελέγη βασιλιάς ο Γουλιέλμος της Δανίας ως Γεώργιος Α΄ των Ελλήνων, το 1863, πήρε το οικογενειακό του οικόσημο και το προσάρμοσε, διατηρώντας τους δύο sauvages με τα ρόπαλα και κάνοντάς τους να μοιάζουν με τον Ηρακλή – τους έντυσε δηλαδή με λεοντή αντί για φύλλα.

Ο μεγαλοπρεπής εξωτερικός σχεδιασμός προδιαθέτει για την εσωτερική διακόσμηση. Το πάτωμα είναι επενδυμένο με κόκκινο χαλί, οι πόρτες που διαχωρίζουν τα δωμάτια είναι ξύλινες με σκαλιστά σχέδια, περίτεχνα χερούλια και στο κέντρο έχουν καθρέφτη. Όλα τα δωμάτια έχουν κρεμάστρες και μικρά ντουλαπάκια. Η οροφή του βαγονιού είναι διακοσμημένη με μεγάλους πολυτελείς πολυελαίους, ενώ το βαγόνι χωρίζεται σε τρία δωμάτια· το μεσαίο και μεγαλύτερο δωμάτιο είναι το καθιστικό, όπου δεσπόζουν τέσσερις μεγάλοι καναπέδες με ίδια ταπετσαρία με τις πολυθρόνες. Τα σκισίματα στο ύφασμα του καναπέ και τα ελατήρια που έχουν πεταχτεί προδίδουν την ηλικία του.

Το εργοστάσιο των σιδηροδρόμων

Το μεγαλείο των σιδηροδρόμων ολοκληρώνεται με το εργοστάσιο στη Λεύκα, στον Πειραιά, εκεί όπου την εποχή που λειτουργούσε η γραμμή, επισκεύαζαν τα τρένα και κατασκεύαζαν τα ανταλλακτικά. Ο χρόνος σαν να έχει σταματήσει. Οι αφίσες και τα γραφεία των εργαζομένων έχουν μείνει όπως τα άφησαν πριν φύγουν. Ακόμη και στους χώρους που άλλαζαν οι εργάτες μπορείς να βρεις παρατημένα ρούχα. Στο εργοστάσιο εξακολουθούν να εργάζονται ελάχιστοι εργάτες.

Στα γραφεία του ΟΣΕ φυλάσσονται τα πρακτικά από τις πρώτες συνελεύσεις του συμβουλίου και της διοίκησης της εταιρείας των Ελληνικών Σιδηροδρόμων το 1902, ένα μέρος από το σερβίτσιο από το βασιλικό βαγόνι, καθώς και ο γαλλικός χάρτης της γραμμής Πελοποννήσου του 1905.

«Ο σιδηρόδρομος είναι μια εξέλιξη της πολιτισμικής τροχιάς του ελληνικού κράτους και οφείλει να συνεχίσει…», δήλωσε σε συνομιλία μας ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΣ ΟΣΕ κ. Πετράκης. Ας το ελπίσουμε.