Το φως που σβήνει Οι τελευταίοι φαροφύλακες
5.0/5 rating (2 votes)

Κείμενο - Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ρασσιάς

Το φως που σβήνει
Οι τελευταίοι φαροφύλακες

Ο άνθρωπος παλεύει με τα στοιχειά και τα νικάει. Καμία φορά νικιέται κιόλας. 
Είτε νικήσει όμως είτε νικηθεί, είναι αδιάφορο για τον φάρο, που πρέπει να ανάψει έτσι κι αλλιώς και να φωτίζει με τη δέσμη του όλη τη νύχτα...

Ο τίτλος του άρθρου είναι εμπνευσμένος από την ομώνυμη ταινία, με πρωταγωνιστή τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τα γυρίσματα της οποίας πραγματοποιήθηκαν στον φάρο του Κάβο Πάπα, στο νοτιότερο άκρο της Ικαρίας. Το 2002, ο φάρος με φαροφύλακα τον Γιώργο Βατούγιο χαρακτηρίστηκε μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς.

Υπάρχει ένας παράξενος μαγνητισμός σε αυτήν τη δέσμη φωτός με την αέναη κίνηση. Υπάρχει το πνεύμα και η υπέρβαση που θέλει τον φάρο σύμβολο του καλού. Υπάρχει ο φάρος της Αλεξάνδρειας. Το θαύμα. Υπάρχει ακόμα η αίσθηση της μοναχικότητας, η ακροτελεύτια δύναμη, η μάχη με το πέλαγος και η μάχη με το σκοτάδι. Υπάρχει, τέλος, και ένα μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν... Ο φάρος στην άκρη του κόσμου. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μόνον ο φάρος που πάντα θα μας περιμένει να τον ανακαλύψουμε…
Τέλη του 1985, υπηρετούσα στο Πολεμικό Ναυτικό. Πρότεινα στον διευθυντή μου του γραφείου Τύπου να πραγματοποιήσω ένα ρεπορτάζ για τους φάρους και τους εναπομείναντες φαροφύλακες, εφόσον σύντομα οι φάροι θα εξελίσσονταν σε αυτόματους ηλιακούς. Έτσι, ξεκίνησε μια φωτογραφική διαδρομή ανακάλυψης η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ανθρώπους και στοιχειά της φύσης, με θάλασσα και ουρανό, και με ένα φως μέσα στο πελαγίσιο σκοτάδι όμοιο σε γλυκύτητα και ζεστασιά με εκείνο της πανσελήνου. Τώρα πια οι περισσότεροι φαροφύλακες έχουν εκλείψει. Παραμένουν μόνον 60 από τους 250 που υπήρχαν κάποτε και επιτηρούν 58 πέτρινους φάρους, όπου και διαμένουν για σύντομα χρονικά διαστήματα, ταυτόχρονα με τη γενική επιτήρηση των 1.500 φάρων και φανών στα ελληνικά πελάγη. Είναι οι τελευταίοι μάρτυρες μιας εποχής που πέρασε για πάντα και την οποία σε λίγο θα ιστορούμε σαν παραμύθι.

Σπέτσες Το «Παρίσι των φάρων»

Φτάνοντας στον φάρο τον Σπετσών, θα γνωρίσουμε το «Παρίσι των φάρων», όπως θα πει ο κυρ Πετρος Τσαντάνης, ο οποίος δεν θα άλλαζε τη θέση του φαροφύλακα με μια θέση σε γραφείο. «Υπηρέτησα στην Παραπόλα επτά χρόνια, μετά Καντηλούσα, Ταίναρο, Ψαρά και τώρα Σπέτσες, αυτή είναι η ζωή μου τα τελευταία δέκα χρόνια. Είμαι είκοσι πέντε χρόνια στην υπηρεσία, το νησί είναι όμορφο, η οικογένειά μου είναι σχεδόν δίπλα μου και οι τρικυμίες του Αιγαίου πολύ μακριά...» Όμως κάποτε στα νησιά που υπηρετούσε είχε κακό καιρό και μεγάλη απομόνωση. Και λοιπόν; Ο Πέτρος με κερνάει καφέ μέχρι να έρθει η ώρα που θα ανάψει ο φάρος. Μόλις αρχίζει ναι σουρουπώνει, ανεβαίνω μαζί του την περιστρεφόμενη σκάλα του φάρου.
Η διαδικασία είναι απλή, μιας και πρόκειται για έναν υπεραπλουστευμένο ηλεκτρικό φάρο. Σε λίγο ο φάρος αρχίζει να περιστρέφεται, αργά και σταθερά.
Ένα πλοίο περνάει από μακριά και οι ακτίνες του φάρου λούζουν τη θάλασσα...

Νήσος Παραπόλα

«Και πώς και το νησί το ονόμασαν Παραπόλα, καπετάν Νικόλα;» τον ρώτησα καθήμενος στην κουπαστή του καϊκιού του προσπαθώντας να κρατηθώ από τα ρέλια. Είχε εφτάρι. Το καΐκι κυλούσε στα κύματα. Ο καπετάν Νικόλας μού απάντησε κρατώντας γερά τη λαγουδέρα του καϊκιού: «Να σου πω, Βαγγέλη, όταν ακόμα κάναμε τις συγκοινωνίες με πανιά, ζούσε εκεί ο πάππους μου, ο μπαρμπα-Γιαννάκης. Ο καπετάνιος, που έφευγε με το καΐκι του για τις Σπέτσες, του έλεγε “Μπαρμπα-Γιαννάκη, τι θες να σου φέρω απ’ έξω;” “Πάρε απ’ όλα”, του έλεγε ο πάππους μου, “πάρε απ’ όλα, αν θες να επιζήσεις σε αυτό το μέρος που δεν έχει τίποτα”», συμπληρώνει ο καπετάν Νικόλας. Καταμεσής του Αιγαίου, η Παραπόλα αρχίζει να φαίνεται σαν γκρίζα κουκκίδα στον ορίζοντα, που ανεβοκατέβαινε στο οπτικό μου πεδίο από τον έντονο κυματισμό. «Βαγγέλη, να κάνουμε γρήγορα όταν φτάσουμε να μη νυχτώσουμε στο πέλαγος με αυτόν τον καιρό».
Παραπόλα. Έρημο νησί, είκοσι πέντε μίλια από της Σπέτσες και πέντε ώρες με το καΐκι. Κάτοικοί του δύο φαροφύλακες που αλλάζουν κάθε δεκαπέντε μέρες. Μοναδικό του κτίσμα ο πύργος του φάρου, που στέκει επιβλητικός στην κορφή του νησιού. Ο Ανέστης Μάστορας μαζί με τον σκύλο του με περιμένει στην υποτυπώδη προβλήτα του νησιού. Όταν μπήκα στον κλωβό του φάρου, περιτριγυρισμένος από τα κρύσταλλα Φρενέλ, που δίνουν τη λάμψη από τη φλόγα της ασετυλίνης, αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που η Γαλλική Εταιρεία φάρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχιζε να τους κτίζει.

Ταίναρο Πορεία στον ήλιο

Στον Γερολιμένα, μετά από μεθοδικό ψάξιμο βρήκα τον Γιώργο Χαϊκάλη, εναπομείναντα φαροφύλακα και επιτηρητή του φάρου στο Ταίναρο.
Ο φάρος είχε γίνει αυτόματος. Κάποια χιλιόμετρα μετά τη Βάθεια, ο δρόμος σταματάει. Από εκεί έπρεπε να κάνω μια διαδρομή τεσσάρων χιλιομέτρων παρέα με τον φαροφύλακα σε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι για να φτάσω στον επιβλητικό φάρο του Ταίναρου. Ο φάρος είναι αυτόματος και λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια. Μέσα στον φάρο, σκόρπια αντικείμενα μαρτυρούν τη ζωή των ανθρώπων που πέρασαν από εκεί. Τα παράθυρα είναι καρφωμένα γιατί η θάλασσα τον χειμώνα έφτανε μέχρι τον φάρο και σάρωνε τα πάντα στο διάβα της. «Μια φορά, πήρε δύο τεράστιες γλάστρες με βασιλικούς από το πίσω μέρος του φάρου», θα μου πει ο φαροφύλακας. Κατεβαίνω από τα βράχια για να φτάσω δίπλα στη θάλασσα, στο νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Σαπιέντζα

Απέναντι από τη Μεθώνη, μέσα σε έξι μιλιά δρόμο, βρίσκεται η Σαπιέντζα, ένα μικρό κατάφυτο νησί. Μία ώρα απόσταση από τη στεριά και βρίσκεσαι τόσο μακριά από τον πολιτισμό. Ο φάρος χτίστηκε το 1891. «Είναι δύσκολος φάρος», θα πει ο Γιώργος Βλαχόπουλος, λες και μιλάει για κάποιο δύστροπο παιδί του. «Χθες βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου, είχα πρόβλημα με τις φιάλες, η μία έχανε αέρα συνεχεία, κάθε τόσο ανέβαινα τα ενενήντα επτά σκαλιά για να δω τι συμβαίνει, μη σταματήσει το φανάρι. Μου λέει ότι του λείπει η οικογένειά του, που βρίσκεται στους Παξούς. Τα παιδιά πρέπει να πάνε σχολείο και αυτός θα είναι πάλι μακριά…
Το απόγευμα, ανέβηκα μαζί του στον φάρο. «Ανάβουμε πρώτα το καμινέτο κάτω από τη λάμπα και το αφήνουμε δέκα λεπτά να ζεστάνει, μετά ανάβουμε τη λάμπα από αμίαντο, που γύρω της βρίσκονται τα τεράστια μεγεθυντικά κρύσταλλα Φρενέλ». Αυτά διαχέουν το φως συγκεντρωτικά. Η λάμπα αυτή συνδέεται με δύο μπουκάλες, μια αεροδόχο και μία πετρελαιοφόρο. «Είναι πολύ δύσκολο φανάρι, θέλει πολύ πετρέλαιο και είναι από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας».
Έπεσε η νύχτα. Η δέσμη του φάρου φωτίζει τη θάλασσα, ο Γιάννης στο παλιό ξύλινο γραφείο του ανάβει τη λάμπα του πετρελαίου για να γράψει στο ημερολόγιο του φάρου τα καθέκαστα της ημέρας. Μου μαγειρεύει αυγά και λουκάνικα και τρώμε μαζί. Αργά το βράδυ παίρνω το καΐκι για να γυρίσω πίσω στη Μεθώνη.

Κατάκωλο

Μια μουριά, ένα τραπέζι από κάτω, η αυλή ασβεστωμένη. Φάρος του Κατάκωλου, απομεσήμερο του Σεπτέμβρη. Ο Δημήτρης Τσουκαλάς μαζί με τον Κώστα Θεοδόση με υποδέχονται με τις στολές του Πολεμικού Ναυτικού.
Ο Δημήτρης Τσουκαλάς έχει βαθμό σημαιοφόρου και είναι είκοσι εννέα χρόνια στην υπηρεσία, από τους πρώτους. «Ίσως να μην είναι κανένας αρχαιότερος», λέει. «Τώρα πια η σχολή έκλεισε. Είμαστε οι τελευταίοι. Σιγά σιγά όλοι οι φάροι θα γίνουν αυτόματοι και εμείς θα εκλείψουμε…» Κάπου είκοσι εννέα χρόνια, από τη μία άκρη της Ελλάδας στην άλλη, δεν είναι λίγα. Ο φάρος στο Κατάκωλο λειτουργεί με ρεύμα εδώ και δέκα χρόνια περίπου. Πριν λειτουργούσε με πετρέλαιο και τώρα όταν σταματήσει το ρεύμα, μπαίνει σε λειτουργία το παλιό σύστημα.
Ο Κώστας Θεοδόσης μού μιλάει για τη δική του ιστορία, που του σημάδεψε τη ζωή. «Ήταν παραμονές Πρωτοχρονιάς, 29 Δεκέμβρη του 1976. Υπηρετούσα στα Στροφάδια, φάρος υπεραπόκεντρος, 35 μιλιά νότια της Ζακύνθου. Μαζί με τον συνάδελφο είχαμε "εξόδου" και είπαμε να πάμε στις οικογένειές μας να κάνουμε Χριστούγεννα. Από το πρωί μαινόταν η καταιγίδα. Παρ’ όλα αυτά, τολμήσαμε να μπούμε σε ένα καΐκι που είχε έρθει για δουλειές στο νησί. Το καΐκι δεν μπορούσε να πλευρίσει από τον αέρα. Το φτάσαμε με βάρκα. Κοίταξα πίσω μου για να δω τους άλλους που έρχονταν με τη βάρκα. Τους είχε πετάξει ένα κύμα έξω στη στεριά... Κατά τις έντεκα το βράδυ, ξέσπασε καταιγίδα 9-10 μποφόρ. Ήταν αδύνατο να κυβερνήσουμε το καΐκι και ο καπετάνιος ήταν άπειρος, για να μην πω ότι δεν ήξερε καθόλου από θάλασσα. Σε λίγο, ένα πελώριο κύμα άρπαξε το τιμόνι και μείναμε ακυβέρνητοι. Ο άλλος συνάδελφος, ο Κυριάκος Πυραμάλης, που ήταν κάποτε ναυτικός και ήξερε κάτι, πάλευε συνέχεια. Μέχρι που χτυπήθηκε από ένα ξύλο κι έμεινε αναίσθητος για μιάμιση ώρα. Δέκα μίλια μόλις από τις ακτές της Ζακύνθου και να φτιάχνουμε μαδέρια για κουπιά, μήπως και κουμαντάρουμε το καΐκι. Τίποτα... τα έκοβε η θάλασσα, τα κατάπινε. Από στιγμή σε στιγμή κινδυνεύαμε να καταπιεί κι εμάς. Ο καπετάνιος είχε γύρω στις 100 οργιές σχοινί. Είπαμε να ρίξουμε κάβο, αλλά πού να πιάσει σε τέτοια βάθη. Το βαθύτερο έδειχνε 400 οργιές, λένε όμως ότι εκεί το βάθος είναι πάνω από 1.000 οργιές. Ρίχναμε και κάτι βεγγαλικά, μήπως μας βλέπανε στη Ζάκυνθο, γιατί ο αέρας μάς πήγαινε κατευθείαν στη Σικελία. Η ώρα προχωρούσε και πού να μας ακούσουν από τον φάρο στο Κερί με τον αέρα που λυσσομανούσε και το ανεμοβρόχι. Αποτέλεσμα ήταν κατά τη μιάμιση, όταν πια είχαμε και το τελευταίο μας βεγγαλικό, να μας αντιληφθεί ένας Ούγγρος με ένα καράβι 20.000 τόνων και να έρθει κοντά μας. Έκανε προσπάθεια να μας πλησιάσει, αδύνατον. Τρεις φορείς πλησίασε, και τις τρεις η θάλασσα του αγρίευε. Μας πέταξε ένα σκοινί, “βιλάι” το λένε οι ναυτικοί. Κάθε φορά που απομακρυνόταν, νομίζαμε ότι πάει, μας εγκατέλειψε. Δεν το έκανε, όμως. Τελικά, κατάφερε να μας δέσει κι έβαλε άνθρωπο πίσω με προβολέα να μας παρακολουθεί. Ύστερα από πέντε ώρες φτάσαμε στο Κατάκωλο».
«Πώς περνάνε οι μέρες ενός φαροφύλακα;» τον ρωτάω. «Να ξέρεις ένα πράγμα: και η πολλή ρομάντζα και η πολλή ησυχία, τελικά, κάνουν κακό.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του. Περνάνε πολλοί άνθρωποι από εδώ και λένε: “Τι ωραία που είστε εδώ! Είναι θαυμάσια! Θα μπορούσα να ζήσω για πάντα σ’ αυτό το μέρος. Θα μπορούσα να ζήσω για πάντα εδώ. Θα διάβαζα βιβλία, θα ηρεμούσα…” Τους απαντώ πως όταν μείνουν πάνω από μία εβδομάδα και φύγει ό πρώτος ενθουσιασμός, θα ξεχάσουν κι αυτά που ήξεραν!
Η μοναξιά είναι άγριο πράγμα, αγριεύει τον άνθρωπο. Τον σπάει. Άλλοι συνάδελφοι μπορεί να βολοδέρνουν στη θάλασσα, μέσα σε κακουχίες. Ζουν όμως. Έχουν κόσμο να βλέπουν. Ενώ εμείς…»
«Αν ξαναγύριζα πίσω στη ζωή, πάλι το ίδιο επάγγελμα θα διάλεγα. Μόνο που τότε θα έπαιρνα μαζί μου μια κάμερα, για να καταγράφω... Γιατί αυτά τα 27 χρόνια που είμαι στους φάρους, έχω δει πολλά... ναυάγια, πλοία να καίγονται, πέτρες πελώριες να σηκώνονται από τον αέρα, τη φύση ν’ αγριεύεται και να σε πιάνει τρόμος. Ζώα να τα αρπάζει ο άνεμος...
Στον Αστακό κάηκε ένα πλοίο μπροστά στα μάτια μου. Από τότε κοιτάζω πάντα προσεκτικά το πέλαγος. Μη δω κανένα ναυάγιο, μήπως κάποιος χρειαστεί βοήθεια...»

Στροφάδια

Η πλώρη του καϊκιού χτυπούσε πάνω στα βράχια. Αδύνατον να πλευρίσουμε... Ήταν το καλωσόρισμα στα Στροφάδια, το ερημονήσι του Ιονίου. Κάπου 35 μίλια νότια της Ζακύνθου και 5 ώρες με το καΐκι. Οι φαροφύλακες Γιώργος Σπίνος και Γιάννης Θεοδόσης με περίμεναν στην αφιλόξενη ακτή με ένα τρακτέρ! Ανέβηκα στο φτερό της ρόδας και το ταξίδι στο επίπεδο και καταπράσινο νησί ξεκίνησε... Στον φάρο συνάντησα τους τεχνικούς του Πολεμικού Ναυτικού της υπηρεσίας των φάρων, που μετέτρεπαν τον φάρο από πετρέλαιο σε ηλιακό... Τα παιδιά μόλις είχαν τελειώσει τη δουλειά και περίμεναν την ψαρόσουπα του Γιώργου για μεσημεριανό.
Ο Γιώργος Σπίνος αρχίζει να μου μιλάει, χρόνια φαροφύλακας... «Η γυναίκα μου γέννησε τέσσερα παιδιά. Και στα τέσσερα που γεννήθηκαν εγώ έλειπα. Ένα από τα παιδιά μου έγινε τριών χρόνων και δεν με γνώριζε... Όταν με έβλεπε, στην αρχή με φοβόταν! Παλιά δεν είχαμε “εξόδου”. Ήταν στην ευχέρεια του προϊσταμένου να σε “ελεήσει” με δυο μέρες άδεια για να πας να δεις την οικογένειά σου. Α, παλιά δεν υπήρχε δικαιοσύνη... αλλά, θα μου πεις, τώρα είναι καλύτερα;» Τον ρώτησα τι σκέφτεται τώρα που ο φάρος γίνεται ηλιακός... «Δεν ξέρω για τους νεότερους, αλλά εγώ σου λέω, που έχω 26 χρόνια στους φάρους, ότι από προχτές το βράδυ που οι τεχνικοί τον έκαναν αυτόματο και σταμάτησε να δουλεύει με το πετρέλαιο, να... συγκινήθηκα. Δάκρυσα, σου λέω...»
Φεύγω. Είναι αργά. με συνοδεύει το τραγούδι του φαροφύλακα…

Specifications

  • Πληροφορίες:

    Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και μέχρι τον Καποδίστρια, δεν υπήρχε στα ελληνικά παράλια και τα νησιά κανένας φάρος. 
    Η σύγχρονη κατασκευή των φάρων στον ελεύθερο και μη ελληνικό χώρο αρχίζει τον 19ο αιώνα από γαλλική εταιρεία. Το γαλλικό ναυτικό και όχι μόνον αναγκαζόταν να μισθώνει Έλληνες πλοηγούς, κυρίως από τη Μήλο, για να μην κινδυνεύει ο πλους. 
    Ο πρώτος πυρσός που λειτούργησε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος ήταν στην Αίγινα το 1827, και ο πρώτος πυρσός που ονομάστηκε Φάρος –κτίσμα του 1847–τοποθετήθηκε επί της νησίδας Γαϊδουρονήσι, έμπροσθεν του λιμένος της Σύρου. Με ύψος 29,5 μέτρα, παραμένει μέχρι σήμερα ο ψηλότερος φάρος μας.
    Ο Βαγγέλης Κυνηγαλάκης από τα Αντικύθηρα ήταν ο τελευταίος φαροφύλακας των ελληνικών θαλασσών. Το 1983 άναψε για τελευταία φορά με πετρέλαιο τον φάρο στο ακρωτήριο Μαλέα, πριν αυτός αυτοματοποιηθεί.