Mar20

Kώστας Καρυωτάκης Ωραία µέρα να πεθάνει κανείς στην Πρέβεζα

Κατηγορία: Flashbacks

Kώστας Καρυωτάκης Ωραία µέρα να πεθάνει  κανείς στην Πρέβεζα

Απρίλη του 1979 έφτασα στην Πρέβεζα για πρώτη φορά. Νύχτα, µε βροχή. Έρηµοι δρόµοι, σπίτια µε φώτα σβηστά. Με το ζόρι βρήκαµε ένα ξενοδοχείο ανοιχτό, από αυτά τα παρακµιακά, µε τον νιπτήρα µέσα στο υπνοδωµάτιο και το µπάνιο κοινόχρηστο για όλο τον όροφο. «Κατανοώ απόλυτα γιατί αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης εδώ», είπα στη συντροφιά µου. Θα περνούσαν πολλά χρόνια µέχρι να καταλάβω πόσο λάθος είχα...

Η άποψη που επικρατούσε πολλές δεκαετίες ήταν ότι το βαρύ κλίµα και η µουντάδα της Πρέβεζας συντέλεσαν στη διόγκωση της θλίψης του ποιητή και τον εξώθησαν στην αυτοκτονία. Σε αυτό παραδειγµατικά συνεπικούρησε και το ποίηµά του «Πρέβεζα», στο οποίο οι διάφοροι αναλυτές ανέγνωσαν την απέχθειά του για την πόλη. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετική.

Ο Καρυωτάκης έζησε στην Πρέβεζα από τις 18 Ιουνίου 1928 µέχρι τις 21 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς. Μόλις τριά-ντα δύο ηµέρες, τις τελευταίες της ζωής του. Την «Πρέβεζα» την έγραψε την 1η Ιουλίου, δώδεκα µόλις ηµέρες αφού είχε φτάσει στην πόλη – και είκοσι µέρες πριν φύγει από τη ζωή. Όσο φρικτή και αν είναι µια πόλη, δεν µπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία έναν άνθρωπο µέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Οι λόγοι της οικειοθελούς αναχώρησης του Καρυωτάκη είναι απολύτως άλλοι και καθόλου δεν έχουν να κάνουν µε την Πρέβεζα. Ας δούµε λίγο την πορεία του ποιητή.

Ο Κώστας Καρυωτάκης, πτυχιούχος της Νοµικής Σχολής Αθηνών, αφήνει την ελεύθερη δικηγορία (η οποία δεν του αποφέρει ούτε τα απολύτως αναγκαία για µιαν επίφαση επιβίωσης) και διορίζεται στην Νοµαρχία Θεσσαλονίκης. Μετά από διαδοχικές µεταθέσεις σε Σύρο και Άρτα, θα καταλήξει στη Νοµαρχία των Αθηνών, όπου θα συνυπηρετήσει µε τη Μαρία Πολυδούρη. Εσωστρεφής και ντροπαλός ο ίδιος, µε σύµπλεγµα κατωτερότητας λόγω της καχεκτικής εξωτερικής του εµφάνισης, έχοντας γνωρίσει και έχοντας ζήσει τον έρωτα µόνο στα «καφέ σαντάν» και στους οίκους ανοχής, µε διαγνωσµένη σύφιλη να τον βασανίζει («παράσηµο» για τις ακόλαστες νύχτες του) αλλά, εντούτοις, συντηρητικός αναφορικά µε τις κοινωνικές συµβάσεις, φοβούµενος την αντιπαράθεση και «τα λόγια του κόσµου», διστάζει να συνάψει σχέση µε το αντικείµενο του έρωτά του, την Πολυδούρη. Μια νέα γυναίκα, ανεξάρτητη και ασυµβίβαστη, η οποία συναναστρέφεται άντρες και τους µιλά σαν ίση προς ίσους –εντελώς έξω από τα ήθη της εποχής–, γράφει κι εκείνη ποίηση και κυκλοφορεί στους λογοτεχνικούς κύκλους, µια γυναίκα που έφτασε στο σηµείο να κάνει το αδιανόητο: να ζητήσει εκείνη από τον Καρυωτάκη να την παντρευτεί.

Ο Καρυωτάκης αρνείται και η Πολυδούρη φεύγει πληγωµένη για το Παρίσι. Ο Καρυωτάκης, αν και ποιητής, δεν πετούσε στα σύννεφα. Ασχολιόταν µε τον συνδικαλισµό και στηλίτευε τη διαφθορά της εξουσίας. Συµµετέχει ενεργά –πρωτοστατεί µάλλον– στις απεργίες των δηµόσιων υπαλλήλων το 1927, δηµοσιεύει –ανυπόγραφα µεν, απόλυτα αναγνωρίσιµα δε– άρθρα κατά του τότε υπουργού Πρόνοιας σχετικά µε την κακοδιαχείριση των οικονοµικών, που συνδεόταν µε την αποκατάσταση των προσφύγων της Μ. Ασίας, µε αποτέλεσµα, το 1928 να λάβει δυσµενή µετάθεση για τη Νοµαρχία Πρεβέζης.

Στην Πρέβεζα θα µείνει σ’ ένα µονόχωρο διαµέρισµα, στο δώµα, για την ακρίβεια, ενός σπιτιού στην οδό ∆αρδανελίων, στην περιοχή του Σεϊτάν Παζάρ. Ήταν ένα διαµέρισµα το οποίο παραχωρούσε η Νοµαρχία Πρεβέζης σε υπαλλήλους της που έρχονταν από άλλες πόλεις. Μετά τη δουλειά του, συνήθιζε να κάνει έναν περίπατο µέχρι τη θάλασσα (η οποία θα ήταν και η πρώτη επιλογή για την αυτοκτονία του) και στη συνέχεια να αποσύρεται στο δωµάτιό του, όπου έγραφε ακατάπαυστα. Όταν πέθανε, η σπιτονοικοκυρά του πέταξε όλα του τα χειρόγραφα, καθώς δεν γνώριζε την ιδιότητά του ως ποιητή ούτε την αξία και το µέγεθός του ως τέτοιου. Το σπίτι παραµένει στη θέση του µέχρι σήµερα, κάποια από τα αντικείµενα που χρησιµοποίησε ο ποιητής τον τελευταίο µήνα της ζωής του σώζονται και γίνονται προσπάθειες από τον ∆ήµο και τους σηµερινούς ιδιοκτήτες να µετατραπεί το οίκηµα σε µουσείο.

Όσο για την περίφηµη «Πρέβεζα», δεν είναι παρά µια ρεαλιστική περιγραφή µιας –οποιασδήποτε– ελληνικής επαρχιακής πόλης της δεκαετίας του 1920. Θα µπορούσε κάλλιστα να είναι η Τρίπολη Αρκαδίας, όπου και γεννήθηκε ο ποιητής, ή τα Χανιά της Κρήτης, όπου τελείωσε το γυµνάσιο, έχοντας ως συµµαθητή τον Αλέξη Μινωτή, ή οποιαδήποτε από της πόλεις της Ελλάδας όπου έζησε ο Καρυωτάκης, είτε ως παιδί ακολουθώντας µε την υπόλοιπη οικογένεια τον πατέρα του στις µεταθέσεις του, είτε ως δηµόσιος υπάλληλος ο ίδιος˙ µιας επαρχιακής ελληνικής πόλης της δεκαετίας του 1920, όπου τίποτα δεν συµβαίνει και όλα έχουν την ακινησία του θανάτου, όπου ο έρωτας στις συζυγικές κρεβατοκάµαρες στερείται φαντασίας, όπου τα µόνα ίχνη ζωντάνιας εµφανίζονται κατά τη διάρκεια της επίσκεψης κάποιου σηµαίνοντος κρατικού λειτουργού, και όπου όλα θεωρούνται φυσιολογικά και ευκταία, ενδεχοµένως, και κανείς δεν αντιδρά. Αυτή είναι η «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, αυτή ήταν η ελληνική πραγµατικότητα του 1920 στην επαρχία. Κι αν δεν ήταν η ζωή στην Πρέβεζα που τον οδήγησε στην αυτοκτονία, τότε τι ήταν;

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο Καρυωτάκης είχε προσβληθεί από σύφιλη, µια νόσο ανίατη και µοιραία την εποχή εκείνη. Τη χρονιά του θανάτου του, η ασθένειά του βρισκόταν, πια, στο τελευταίο στάδιο και ο ποιητής γνώριζε πως κάλπαζε προς το φρενοκοµείο, τον τόπο όπου κατέληγαν όλοι οι συφιλιδικοί ασθενείς της εποχής. Ήταν κάτι που δεν θα επέτρεπε να του συµβεί.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να αµελήσουµε και τον κατατρεγµό που είχε υποστεί από την υπηρεσία του. Από τη µία οι πολιτικές του απόψεις και ο συνδικαλισµός, από την άλλη ο «έκλυτος βίος», ο ανάρµοστος για έναν δηµόσιο υπάλληλο, τον κατέστησαν εντελώς ανεπιθύµητο. Το υπουργείο έψαχνε να βρει αφορµή να τον απολύσει, κατασκεύασε λοιπόν την κατηγορία της «µαστροπείας».  Ο άντρας που κοιµάται µε πόρνες µόνο δεν µπορεί παρά και να τις εκδίδει.Από αυτά, λοιπόν, αποφάσισε να δραπετεύσει ο Καρυωτάκης: από την επερχόµενη τρέλα και την αναπόφευκτη διαπόµπευση. Όµως η άποψη που επικράτησε (κυρίως από τον πρώτο βιογράφο του) ήταν αυτή του καταθλιπτικού, του µονόχνοτου, του σκοτεινού ανθρώπου, που όλα γύρω του τα βλέπει µαύρα, που δεν διακρίνει πουθενά τη χαρά της ζωής και που επιζητεί τον θάνατο ως λύτρωση. Με την άποψη αυτή τάχθηκε και η οικογένεια του ποιητή, η οποία ήθελε, από τη µία να αποφύγει προβλήµατα µε την Εκκλησία και την ταφή (είναι γνωστό ότι η Εκκλησία καταδικάζει την αυτοκτονία και επιτρέπει την κηδεία µόνο εάν συντρέχουν ψυχολογικοί λόγοι), και από την άλλη να αποσιωπήσει τυχόν σχόλια για τις ερωτικές επιλογές του Καρυωτάκη και για τις πολιτικές και ιδεολογικές του πεποιθήσεις.

Το συγκλονιστικό σηµείωµα που βρέθηκε στην τσέπη του ποιητή δεν δηµοσιεύτηκε ολόκληρο παρά τη δεκαετία του 1980, όταν όλοι οι εµπλεκόµενοι και όλοι οι µάρτυρες είχαν ήδη πεθάνει. Εκεί ο Καρυωτάκης αναφέρει ξεκάθαρα τους λόγους της αυτοκτονίας του, αναλαµβάνει τις ευθύνες του αλλά και αποδίδει εκείνες που αναλογούν σε άλλους.Η Πρέβεζα «αθωώνεται» πανηγυρικά.

Jan04

Τα µουσεία, οι άλλοι κι εγώ

Κατηγορία: Flashbacks

Τα µουσεία,  οι άλλοι κι εγώ

Κείμενο: Νίνα Κουλετάκη

Έχω ταξιδέψει πολύ. Πολύ περισσότερο από τον µέσο Έλληνα, για τον οποίο τα ταξίδια δεν αποτελούν κοµµάτι συνυφασµένο µε τη δουλειά του αλλά, αποκλειστικά και µόνο, τρόπο ψυχαγωγίας. Λατρεύω τα ταξίδια και είναι από τα ελάχιστα πράγµατα που ζηλεύω στη ζωή µου.

Oct09

Βίνσεντ βαν Γκογκ «Η λύπη θα διαρκέσει για πάντα»1

Κατηγορία: Flashbacks

 Βίνσεντ βαν Γκογκ «Η λύπη θα διαρκέσει για πάντα»1

Κείμενο: Νίνα Κουλετάκη

Άνοιξε τα µάτια του. Ο ήλιος του Ιούλη έλουζε το µικρό του δωµάτιο στην Πανσιόν Ravoux. Το στήθος του έκαιγε. Ο Theo πλησίασε στα χείλη του ένα ποτήρι δροσερό νερό. Προσπάθησε να πιει. Αδύνατον. Έγειρε το κεφάλι ξανά στα µαξιλάρια και έκλεισε τα µάτια.

 

Oct09

Αναμνήσεις από την Κούβα - Στα μπαρ της Αβάνας

Κατηγορία: Flashbacks

Αναμνήσεις από την Κούβα - Στα μπαρ της Αβάνας

Κείμενο: Νίνα Κουλετάκη

Πίσω από τον μπάρμαν δεσπόζει ένα «αυτόγραφο» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο οποίος φέρεται να έχει δηλώσει ευθαρσώς: «Το μοχίτο μου στο La Bodeguita και το νταϊκίρι μου στο El Floridita»...