Αντί Επάθλου 123

  • Θάλεια Νουάρου
  • Λεωνίδας Τούμπανος
Όποιος ταξιδεύει, σα να µην ταξιδεύει ολότελα, αν δεν έχει διψασµένη φαντασία.

Όλοι οι άνθρωποι αγαπάνε τα ταξίδια, µα οι Έλληνες τ’ αγαπάνε ακόµα παραπάνω και γι’ αυτό, εκείνον που ταξιδεύει µακαρίζουνε οι άλλοι που κάθονται παραπονεµένοι σα να ‘ναι καταδικασµένοι. Και βγήκανε από τον τόπο µας πολλοί ταξιδευτάδες, που ταξιδέψανε όχι σε κοντινά µέρη, παρά σε µακρινά. Γιατί ταξίδια λέγουνται και τα κοντινά, ταξίδια λέγουνται και τα µακρινά, ταξίδια λέγουνται και της θάλασσας και της στεριάς, ταξίδια λέγουνται και τα εύκολα και τα ραχατλίδικα, ταξίδια λέγουνται και τα επικίνδυνα. Για µένα όµως τα καλά ταξίδια είναι τα µακρινά, τα θαλασσινά και τα επικίνδυνα. Τ’ άλλα µοιάζουνε σαν κι εκείνο που έκανε ο Γάλλος ντε Μαίτρ και που τ’ ονόµασε «Ταξίδι γύρω απ’ την κάµαρή µου». Αλλά τέτοια ταξίδια που είπα, θαρρώ πως δεν γίνουνται πια σήµερα.Στα χρόνια µας τα ταξίδια γίνουνται µε τα παπόρια και τ’ αεροπλάνα, κ έλλειψε εκείνη η ροµαντική περιπέτεια, που τραβούσε όσους αγαπούσανε τέτοιας λογής ταξίδια. Λιγόστεψε κι ο κίνδυνος, συντοµεύτηκε κι ο καιρός που έκανε ένα καράβι να πάγει από το ένα µέρος στ’ άλλο. Εξ άλλου, το βαπόρι τραβά ίσια από λιµάνι σε λιµάνι χωρίς να λοξοδροµήσει ολότελα, δίχως να παίρνει βόλτες, όπως γινότανε µε τα καράβια. Τώρα υπάρχουνε ακροθαλασσιές, κάβοι και νησιά, γιατί τα παπόρια τραβάνε ανοιχτά στην ίδια γραµµή από δέκα κι είκοσι χρόνια, σα να ‘ναι τρένα που περπατάνε απάνου στις ράγες που ναι καρφωµένες στον ίδιο τόπο. Ενώ τα καράβια µε τα πανιά κόβανε βόλτες σαν ορτσάρανε απάνω στον καιρό, και θέλοντας και µη πέφτανε γιαλό για να γυρίσουνε τα πανιά τους. Κι εκεί που καθότανε ένας άνθρωπος σ’ έναν κάβο έρηµον ή σ’ έναν κόρφο, έβλεπε άξαφνα να παρουσιάζεται κοντά του στη στεριά ένα µπρίκι, είτε µια γολέττα, είτε ένα λόβερ µε τα πανιά του φουσκωµένα και σε λίγο, σαν σίµωνε ολότελα σ’ εκείνη την ερηµιά άκουγε τα πανιά που χτυπούσανε στον αγέρα, κι ύστερα το καράβι έπαιρνε βόλτα και σε λίγο χανότανε πάλι πέρα στο πέλαγο. Τώρα αυτές οι στεριές κάθονται παραπονεµένες, µήνες και χρόνια. Η µηχανή δουλεύει µέσα στο παπόρι και το πηγαίνει βουβά και µε µονοτονία στο λιµάνι, κι όποιος ταξιδεύει βλέπει παντοτινά τα ίδια πράγµατα, τα ίδια µουράγια, τις ίδιες στεριές, τα ίδια τα βουνά ολόγυρα. Μα όσοι αγαπάνε αληθινά τη θάλασσα, θλίβονται σαν τη βλέπουνε έρηµη από τα πανιά, που ήτανε το στολίδι της, και που τη δείχνανε σαν να γιόρταζε ολοένα, και ξεχωρίζουνε κάπου κάπου κανένα µαύρο παπόρι, δίχως φτερά, ξυλάρµενο, µαδηµένο, ή καµιά µπενζίνα που περνά ανοιχτά, σα να ‘ναι κάνα αυτοκίνητο που περπατά στο βουνό κάνοντας ντάκου-ντούκου.
Όποιος ταξιδεύει, σα να µην ταξιδεύει ολότελα, αν δεν έχει διψασµένη φαντασία. Αλλιώς καλύτερα να κάθεται στο σπίτι του, σαν το γέρο-Σωκράτη, που κατέβηκε δυο-τρεις φορές στον Πειραιά από την Αθήνα, στα ογδόντα χρόνια ζωή που έζησε. Και σαν ταξιδεύει ένας τέτοιος αισθηµατικός ταξιδευτής, να ‘χει το νου του πρώτα-πρώτα, µην τύχει και κάνει συντροφιά µε κανέναν ταξιδευτή δίχως ψυχή και πολυλογά, γιατί δε θα γροικήσει τίποτα στο ταξίδι του µ’ εκείνο το εµπλάστρι που θα ‘χει, ας πάει να κάνει και το πιο µεγάλο ταξίδι, ακόµα και το γύρο του κόσµου πώκανε ο Μαγελάνος. Την καλύτερη παρέα θα την κάνει µε τους ναύτες, που ναι πολύξεροι και λιγόλογοι, και σ' αφήνουνε µονάχο όποτε το θελήσεις. Προπάντων άµα βρει κανένα γέρο, πώκανε και σε καράβια µε πανιά.

Φώτης Κόντογλου, «Ταξίδια και ταξιδευτές». Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες, Αρµός, 1995.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares