Αντί Επάθλου 125

  • Θάλεια Νουάρου
  • Tatiana Bolari/eurokinissi

Είναι από τις λίγες φορές που νιώθω ανήµπορη να γράψω οτιδήποτε αναφορικά µε όλα αυτά τα τραγικά που συµβαίνουν γύρω µας. Σαν αυτή η άνοιξη να µ’ έχει καταπιεί. Θα έγραφα για πράγµατα όµορφα, για ανθρώπους ζεστούς µε θαλπωρή στην καρδιά και για τοπία όµοια µε ζωγραφιστούς καµβάδες. Για βαδίσµατα καρτερικά, γέφυρες που ενώνουν τον άνθρωπο µε τη φύση και τον θεό. Για τόπους ευλογηµένους, γεµάτους παραµύθια, µουσικές και χαρωπές φωνές, για µοναχικούς θεµατοφύλακες της προσφοράς και της αγάπης. Για προσφυγικές γειτονιές και τόπους εργατών που σε περιβάλλουν σήµερα µε στοργή και µε γλέντια.

Για τον έρωτα που καταλύει κάθε φόβο αποτελώντας γιατρικό για την ψυχή που κατοικεί στο πρόσκαιρο ετούτο σώµα − κι η θνητή φύση αποχτά µερίδιο στην αθανασία. Για το ωραίο που είναι αιώνιο, αν κανείς το µάθει από νωρίς. Μα κι ο κούκος είναι όµορφο πουλί αλλά την άνοιξη δεν τη φέρνει, θα πεις και θα ‘χεις δίκιο. Σαν ένα πετραδάκι να ‘χει κάτσει στο λαιµό της αδυνατώντας να αρθρώσει λόγο. Ανήµπορη και να αναπνεύσει ακόµη, αφήνεται να βουλιάζει στον φόβο, την ασχήµια, το µίσος.

Οι παλιοί άνθρωποι, όταν τσούγκριζαν τα ποτήρια τους, εύχονταν µαζί µε την υγεία και ειρήνη στον κόσµο. Εµείς φαίνεται το ξεχάσαµε. Κι επειδή «γλυκύς φαίνεται ο πόλεµος σ’ αυτούς που δεν τον ξέρουν», να θυµόµαστε πως η πολεµολαγνεία ανέκαθεν βόλευε αποκλειστικά τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Όλους αυτούς που κινούν τα νήµατα σ’ ένα ιδιόµορφο θέατρο σκιών µε υποχείριο τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο που παλεύει να εξουδετερώσει
τα τέρατα που φώλιασαν µέσα του.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares