αντί Επάθλου 126

Κάθε φορά που ανοίγω τα µάτια αντιλαµβάνοµαι διαφορετικά το φως. Ξαπλώνω στο χώµα, κάνω έρωτα στη γη, µε τη γη. Ένας σκύλος παρακολουθεί αµίλητος. Κλείνω τα µάτια κι αφουγκράζοµαι τους ήχους της φύσης, χορεύω µε τη µουσική τους, γίνοµαι µουσική. Έπειτα, θέλω να πάρω τα πάντα, για πάντα αγκαλιά − τα δέντρα, τη γη, τα πουλιά, τον σκύλο, τον αέρα, τις πέτρες − κι ύστερα παρατηρώ τα χέρια των ανθρώπων. Τα δάχτυλα, οι καρποί, οι παλάµες, φτιαγµένα  για την πιο λεπτεπίλεπτη κίνηση, είναι ποίηµα. Και δεν υπάρχει τίποτα ποιητικότερο από τα χέρια των ανθρώπων που αγγίζονται συναινώντας σε µια αµοιβαία εξερεύνηση άπειρων δυνατοτήτων…»

Ήταν ένα µικρό απόσπασµα από κείµενα που γράφτηκαν αµέσως µετά τη λήξη της καραντίνας, όταν µια οµάδα συγχορευτών αποφάσισε να ξεκινήσει και πάλι τις συναντήσεις της, έξω, στον λόφο του Φιλοπάππου µε σκοπό να διερευνήσει την «επόµενη µέρα». Καθώς τα σώµατα κινούνται ελεύθερα στο φυσικό περιβάλλον, οι σκέψεις µας αποτυπώνονται αυτούσιες σε ένα χαρτί.

Τι µας άφησε λοιπόν η καραντίνα. Το απαραίτητο του δηµόσιου αγαθού, το αναγκαίο της επαφής µε τη φύση και µε τον εαυτό, το σπουδαίο του αγγίγµατος. Το πολύτιµο της συνεύρεσης και τη δηµιουργίας µα και της παύσης, της σιωπής, της µοναξιάς. Επαναπροσδιόρισα το δικαίωµα στον δηµόσιο χώρο, έκανα χώρο στο τίποτα, επέλεξα την τέχνη, την οµάδα, το µοίρασµα, τη ζωή. Επιλέγω να κρατήσω το καλό − σε κάθε άλλη περίπτωση θα βγω χαµένη −  κι  ώρες ώρες την αναπολώ την καραντίνα. Τον διαθέσιµο ελεύθερο χρόνο που 'χε γίνει ενοχικός και την  ιεροτελεστία της απόλαυσης. Τον αβίαστο χρόνο για το µαγείρεµα, το διάβασµα, τη φροντίδα των φυτών, το µοίρασµα στο τραπέζι.

Ξεφυλλίζοντας το Έπαθλο διαπιστώνω πως όλα του τα θέµατα µιλούν για ελευθερία. Την ελευθερία της µοναχικότητας ένα καλοκαίρι στη Σέριφο – την  ελευθερία της αγάπης και των άκρων. Να µπορείς να µένεις, να µπορείς να φεύγεις, να πετάς, να ελαφρώνεις… και τελικά να πετάς αψηφώντας το σχοινί σου, αγαπώντας το στην πραγµατικότητα. Επιλέγω να κρατήσω το καλό και φαντάζοµαι να κολυµπάµε γυµνοί – στη Λια, τον Ξηροπόταµο, τον Άγιο Σώστη, την παραλία της Πολεµάρχας, την Ελαία. Να χορεύουµε ως το πρωί σ’ ένα πανηγύρι χωρίς ενισχυτές κι ηχεία. Να βιώνουµε την απόλυτη απελευθέρωση της κατάβασης σ’ ένα φαράγγι, αντιµετωπίζοντας τον φόβο – τον ίδιο µας τον εαυτό. Να απολαµβάνουµε την ελευθερία ενός road trip στον Λακωνικό κόλπο − του να αγαπιόµαστε κι όταν διαφωνούµε. Είναι ο ελληνικός ουρανός που ενώνει τους ανθρώπους κάτω απ’ τον ήλιο και τ’ άστρα.

«Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσµο» θυµάται τον Ρίτσο, ο Νίκος, κάποιο ξηµέρωµα στο Πορί αγναντεύοντας τον βράχο της Μονεµβασιάς. Κι εγώ αναπολώ τότε που άπλωσα το σώµα µου στην αµµουδιά κι είδα σαν πρώτη φορά τ’ αστέρια, εκείνον τον ουρανό στα Αντικύθηρα, την άπλα, την ανεµελιά, το καλοκαίρι... Μοιάζει σαν ψέµα, µα είναι καλοκαίρι. Κι όπως θα έλεγε κι ο ∆ηµοσθένης ο µερακλής – το µπαρµπουνάκι θέλει µπυρίτσα και το κορίτσι θάλασσα!

Απολαύστε υπεύθυνα.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares